Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

ΜΙΑ ΚΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΙΚΟ ΘΑΛΑΣΣΟΑΦΡΟ.


Πιστεύοντας πώς αν ξανάκουγα τη διήγηση από Καυσοκαλυβίτη αδελφό, πού ή ζωή του είχε πυκνοϋφανθή με τα σε τούτα τα μέρη επί αιώνες όντα και δρώμενα, θα την αποκτούσα σαν γνώσι περισσότερο εναργή και αξιόπιστη και θα ήταν κάτι ακόμα από' αυτά στα όποια επιθυμεί να άδολεσχή επιθυμεί' εσχάτων ή ψυχή μου. 'Σκέφτηκα λοιπόν πώς καταλληλότερη ευκαιρία για σωστό φρεσκάρισμά της δεν θα εύρισκα, και αποφάσισα σε τούτο το θέμα να στρέψω την συζήτησι.

Δεν μπορώ να ξέρω, πάτερ Παύλε, πόσες φορές ανά τις δεκαετίες μου στο Όρος, πέρασα σχεδόν ξυστά με βάρκες και καΐκια από' τούς κοφτά και όλοκάθετα αναδυόμενους εκείνους βράχους κι' από' το ξερονήσι τούτο άγιου Χριστόφορου. Πάντοτε με συγκινούσαν ή θέα και τα μηνύματα πού εξέπεμπαν το χαμηλοκτισμένο -για να αντέχει στην οργή της Όστριας και τούτο Μαΐστρου- εκκλησάκι του και ό γερά εδρασμένος Τίμιος Σταυρός του. Τώρα πού το σκέπτομαι, 'ντρέπομαι πού δεν αξιώθηκα να ανεβώ, να το περιεργασθώ και να το προσκυνήσω.

Βέβαιος, λοιπόν, ότι ό πατήρ Παύλος ότι γνώριζε θα ήταν εξ ιδίας εμπειρίας και αυτοψίας, τον παρακάλεσα να είναι όσο το

δυνατό ακριβέστερος και περιγραφικός για τα αφορώντας το ξερονήσι τούτα άγιου Χριστόφορου και τα της περιπέτειας της κάρας εκείνης, έδωκα το έναυσμα και την δέουσα αφορμή, κι' εκείνος άρχισε:

- Παλαιότερα 'πήγαινα προς τα 'κει συχνά-πυκνά για «χάνεμα», είτε μόνος είτε με τον μακαρίτη. Αν δυσκόλευε το βαρκάκι μας το Μελτέμι δεν μας πείραζε ό λογισμός• αν όμως ήταν «μπουνάτσα κάλμα», τότε πλησιάζαμε και πεταγόμουν επάνω να προσκυνήσω και ν' ανάψω το καντήλι. Έτσι έκαναν και άλλοι πατέρες. Δεν μπορείς να ησυχάσεις το βράδυ αν αδιαφορήσεις. Είναι σαν να βλέπεις μπροστά σου τον άγιο να παραπονιέται, Δεν είναι πολύ βαθειά τα κάτω, πιάνει εύκολα το «σίδερο»• «δένεις» στην πρώτη βραχοκορφή και με δύο-τρεις δρασκελιές στα κοτρώνια, βρίσκεσαι μες' το εκκλησάκι.

Πρέπει να είναι αλήθεια, Δέσποτα, αυτό πού λένε, ότι δεν ήταν εξ αρχής ολόγυμνο και ξέχωρο νησάκι αλλά προέκτασης των από δώθε μας ένα μικρακρωτήρι δηλαδή, στο όποιο σε καλοστεκούμενο κελί ή σε καλύβες ασκήτευαν πατέρες. Ότι τρομακτικός σεισμός πόντισε τούτα τ' ανάμεσα μας κι' αφήκε να εξέχουν και να προβάλλουν αγριωποί πάν' από τη θάλασσα εκείνοι οι βραχοπεσσοί και το νησάκι τούτα άγιου. Αλλιώς πώς μπορεί να δικαιολογηθεί το να υπάρχουν εκείνος και να διαφυλάσσονται ακόμα, σε διαμορφωμένο χώρο, τόσες νεκροκεφαλές και άλλα κόκαλα.

Λένε ακόμα, ότι στα προ Χριστού χρόνια υπήρχε στον τόπο μας κτισμένος κοσμικοοικισμός και ότι τάχα τα κόκαλα τούτα σώζονται από' τα τότες• ποιος ξέρει; Άκουσα μάλιστα αρκετούς πατέρας της Σκήτης μας να διαβεβαιώνουν, ότι στον πάτο της θάλασσας σε ημέρες απολύτου νηνεμίας και καθαρότητας των νερών, είδαν με το «γυαλί» πράγματα με ενδείξεις επεμβάσεως ανθρώπινων χεριών, αλλά και σαφέστατα διακρινόμενες μαρμαροκολόνες.

Παλαιότερα, κατά τα καλοκαίρια, με συνεννόηση και ευλογία Γεροντάδων έμπαιναν σε βάρκα παπάς και καλογέρια και πήγαιναν για λειτουργία. Στη μνήμη του όμως, στις 9 Μαΐου, 'πηγαίναμε αρκετοί. Ήταν και στα χρέη τούτα Δικαίου να υπάρχει και κέρασμα• νεράκι, λουκούμι και ρακί. Ήταν καλή ευκαιρία για λατρεία και δόξα του Θεού 'λίγο πάν' από τα κύματα, για τιμή του αγίου και για επικοινωνία και αγάπη δική μας. Τώρα όμως πάνε τούτες οι πολυτέλειες, Δέσποτα- το βλέπεις κι' από μόνος σου.

Απομείναμε 'λίγοι, 'λιγόστεψαν κι' οι παπάδες μας, και πολύ φοβούμαι, ότι, όπως πάμε, και στην μνήμη του ό άγιος θα μένη αλειτούργητος, και να μάς συγχωρέσεις. Σήμερα περισσότερο το επισκέπτονται τα παραγαδιάρικα τα απόβραδα και πολύ σπάνια οι δικές μας βάρκες. Και μήπως πόσοι από 'μάς έχουμε από δαύτες; Βράζουν την κακαβιά τους και πέφτουν από νωρίς για ύπνο οι καημένοι οι ψαράδες, γιατί την επαύριον πρέπει να πιάσουν δουλειά πολύ προτού χαράξει ό ήλιος.

Οι Γεροντάδες μου, μου είπαν ότι στις 'μέρες τους συνέβη το θαυμαστό με την κάρα, πού έπλεε στον αφρό και σιγοξέσερνε τα ίσαλα της βραχοπλαγιάς τού νησιού. Κάποιας τρελό Νοτιάς

θεόρατο κύμα θα την είχε αρπάξει από 'κει επάνω, και την πέταξε από τούτη τη μεριά τού πελάγου. Ό μακαρίτης Γέρο Μιχαήλ με τον Διάκο Γεώργιο της συνοδείας των Ιωασαφαίων ήταν αυτοί πού την 'βρήκαν, όταν 'πήγαν για ψάρεμα προς τα εκεί. Μάς εξέπληξε ή αφήγησης. 'Λίγο πράμα είναι, Δέσποτα, να πλέει για μερόνυχτα η κάρα στον αφρό με τόσες τρύπες; Ψαρόκρατούντα μαθές είναι; Και γιατί τα κύματα δεν την έσπρωχναν προς τα βράχια να την κάνουν τσόφλια και θρύμματα ή να την πάρουν τα ρέματα κι' ό αέρας μακριά και να χαθεί, αλλά επέμενε και στις δυο φορές να πλέει εκείνος μπροστά στο νησάκι τού άγιου;

Τα άλλα είναι γνωστά• την περιμάζεψε ό Γέρο Μιχαήλ από' τον αφρό παραξενεμένος πολύ για το ότι έπλεε και δεν 'βούλιαξε την τοποθέτησε στης βάρκας του την πλώρη και είχε σκοπό να την ανεβάσει στο Κυριάκο και να την τοποθετήσει στου Κοιμητηρίου τα ράφια, δίπλα με τις άλλες των προκατόχων μας.

Δεν τελεσφόρησε όμως ή πρόθεσης, γιατί όταν 'τελείωσε το ψάρεμα και επέστρεψαν στον αρσανά, επακολούθησε μεταξύ τούτο Γέροντος Μιχαήλ και παρατυχόντων ασκητών ζωηρός διάλογος και επίκρισης της ενεργείας. Οι περισσότεροι έλεγαν ότι

στο κοιμητήρι της Σκήτης φυλάσσονται αμιγώς μόνο τα οστά των αποθανόντων Καυσοκαλυβιτών και ότι θα ήταν παράβασις της καθεστηκυίας τάξεις ή «φιλοξενία» κάρας έξωθεν ελθούσης.

Την έντονη συζήτησι και διχογνωμία 'τερμάτισε κάποιος τολμηρός μοναχός, ό όποιος σκεφθείς ότι τούτη, ή στον αρσανά μεταξύ ολίγων διαφωνία και λογομαχία, με την μετακομιδή της κάρας στην Σκήτη και στο Κυριάκο, θα 'μπορούσε να προκαλέσει μείζον πρόβλημα διασαλευτικό της ειρήνης, της ησυχίας και της αγάπης όλων των ασκητών, -κάποιος έτσι δεν 'ξεκίνησαν τα «κολλυβάδικα» από' τούς Άγιαννανίτες και έτσι πολύ παλαιότερα δε 'φούντωσαν στο Όρος και στην Πόλι οι «ησυχαστικές έριδες»;- την άρπαξε απότομα και (κατά την μαρτυρία τούτα αγαπητού μου Καυσοκαλυβίτη Γέροντος Χαραλάμπους) με όση δύναμη και ορμή διέθετε την εκσφενδόνισε στο πέλαγος... 'Σιώπησαν αυτόματα όλοι κι' αρκέσθηκαν στο έξης να παρατηρούν τα σκαμπανεβάσματά της στα κύματα τούτα Μελτεμιού πού όλο και περισσότερο 'δυνάμωνε εκείνης την ώρα. Ύστερα βουβοί κι' αμίλητοι «'πήραν» τα πετροσκαλιά κι' ανηφόριζαν το μονοπάτι...

Όταν πέρασε κάμποσος καιρός και το γεγονός 'πήγαινε να λησμονηθεί. Αλλά ό Γέρο Μιχαήλ 'ξαναπήγε για ψάρεμα προς την περιοχή τούτα άγιου Χριστόφορου, και... νάτην πάλι μπροστά του ή κάρα, στο ίδιο ακριβώς μέρος πού την 'βρήκε και την πρώτη φορά. Την περιμάζεψε και πάλι, αλλά τούτη τη φορά έκρινε πώς «επιθυμία» της κάρας ήταν να μην αναπαυθεί στο Καυσοκαλυβίτικο Κοιμητήρι, αλλά στο ταπεινό «οστεοφυλάκιο» τούτα άγιου Χριστόφορου. Έδεσε τη βάρκα στο βράχο, ανέβηκε στο εκκλησάκι, έκκλησίασε την κάρα και 'προσκύνησε τούτα τέμπλου τις εικόνες. Ακολούθως την εναπόθεσε μέσα & εκείνος το παμπάλαιο τραπεζοειδόσχημο κοιμητηριακό πετροπρόσκτισμα, όπου βρίσκονται άλλες πέντε ακόμα καθώς και αρκετά όστινα σκελετικά κατάλοιπα, τις οίδε ποίων και πότε εκεί κοιμηθέντων. Αιωνία των ή μνήμη.

-Τί να σήμαιναν όλα τούτα Δέσποτα;

Πώς μπορώ να ξέρω, αγαπητέ μου πάτερ Παύλε; Πάντως

«δίκαιος εάν φθάση τελευτήσαι εν αναπαύσει εσταί» (Σοφ. Σολ. 4, 7). Θέλω δεν να νομίζω, πώς με όλα αυτά φανερό καθίσταται ότι θαυμαστότερα από' όσα ξέρουμε κρύβει το ξερονήσι• ότι για τούτο και για το εκκλησάκι του ενδιαφέρεται ό άγιος και ότι για τους σ' αυτό πνευματικώς αγωνισθέντας και θεαρέστως τελειωθέντας, πολύ ζωηρό είναι το ενδιαφέρον και ή μέριμνα τούτο Κυρίου. Όσο για την κάρα, που 'χάρισε στους Καυσοκαλυβίτας ένα τόσο θαυμαστό σημείο, καμιά αμφιβολία ότι ή ψυχή στην όποια ανήκει θα είναι κοσμημένη με αρετές και αγαπημένη από τον Κύριο.

Ποιος όμως μπορεί να ξέρη γιατί επιθυμεί το κατάλοιπο τούτο της εγκόσμιας υπάρξεως της, να αναμμένη την ανάσταση και την τελική κρίσι τούτο Κυρίου 'πάνω σε τούτο το βραχονήσι; Και ό πανάγαθος Θεός εκπληροί την επιθυμία τούτο ταπεινού δούλου του, κατά το «θέλημα των φοβούμενων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών είσακουσεται» (Ψαλμ. 144, 19). Μην μας διαφύγη όμως και το διδακτικό μήνυμα της όλης αυτής υποθέσεως και της οικονομίας Του, πού ήταν να φανερώσει ότι και των οστέινων λειψάνων κήδεται και προνοεί ό Θεός, και να στρέψη το νου και την ψυχή ημών των ζώντων στα δικά μας στερνά και μελλούμενα.

Τον ευχαρίστησα και 'σηκώθηκα αμέσως όρθιος. Ήταν καιρός να σταματήσουμε τη συζήτησι και να 'ξαναμπούμε μέσα. Μας περίμενε αρκετός αγώνας ακόμα μέχρι το τέλος της αγρυπνίας, πού θα την επιστεφανώναμε με την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. 'Πίεζε προς τούτο και το αναγκαίο της έγκαιρου και προσθέτου ετοιμασίας μας για την Μετάληψη των Τιμίων και Ζωοποιών

Δώρων τούτο Κυρίου. Δεν ήταν δεν 'λιγότερο έντονη ή συνειδησιακή προτροπή για μέριμνα και ευθύνη να μνημονευθούν τα ονόματα όλων των τεφτεριών, των φυλλάδων και των ψυχοχαρτιών στην προσκομιδή. Πολλώ μάλλον για το γνωστό και δεδομένο ότι δίδουν ιδιαίτερη προσοχή οι Καυσοκαλυβίτες σε τούτο το ζήτημα της μνημονεύσεως των ονομάτων των κεκοιμημένων ιδίως τούτη τη μεγάλη γιορτή και ημέρα.

Να ήταν άραγε σε καμιά μεριά καταγεγραμμένα και τα ονόματα των... άγιο Χριστοφοριτών πατέρων και εκείνου πού ή κάρας

που έπλεε στα κύματα; Ποιος μπορεί να ξέρη; Αυτός ό λογισμός πέρασε από τον νου μου τη στιγμή της διαμνημονεύσεως των τόσων άλλων.

Είχε τυπωθεί ζωηρά στην μνήμη και στην ψυχή μου ή ως ανωτέρω καλή διήγησης τούτα Γέρο Παύλου και έκρινα καλό να την καταγράψω. Μακάρι τέτοιοι μοναχοί και γεροντάδες να με συντροφεύουν κατά τα εξ αδυναμιών μου -κατακριτέα οποιοδήποτε, και ό Θεός ας μου τα συγχωρέσεις- ξεπορτίσματα από' τα Μοναστηριακά Καθολικά κι' από' τα Σκητιώτικα Κυριακά κατά των αγρυπνιών τις πολλές ώρες και είθε με ανάλογο υλικό τουλάχιστον να γεμίζουν τα έκάστοτε όχι πολύ λεπτά πάντως διαλείμματά μου.

ΒΙΒΛ. ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΕΞΟΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: