Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΥΦΛΟΙ




ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΥΦΛΟΙ

Ζούσε κάποτε ένας φτωχός νέος πού πλανιόταν στον κόσμο και ζητούσε ελεημοσύνη. Μέσα σ’ ένα χρόνο μάζεψε δέκα φιορίνια και γύρισε στον τόπο του.

Κοντά στην πόλη όπου έμενε, κυλούσε ένα ποτάμι. Ό νεαρός γδύθηκε, πλύθηκε σέ αυτό και ξαναντύθηκε. Πήρε το δρόμο μα ξέχασε τά φιορίνια του στην ακροποταμιά. Όταν τά θυμήθηκε κι ε-ψαξε στην τσέπη του χωρίς να τά βρει, έκανε έναν όρκο στο Θεό:

—     ’Αν ξαναβρώ τά φιορίνια μου, θα δώσω ένα στον πρώτο ζητιάνο.
Γύρισε πίσω και βρήκε τά λεφτά εκεί πού τά είχε αφήσει.
Μπαίνοντας στην πόλη συνάντησε έναν τυφλό ζητιάνο και του διηγήθηκε την ιστορία του.
—     Μια κι έδωσα, λοιπόν, όρκο, πάρε το φιορίνι σου.

Ό ζητιάνος, όμως, πού ήταν ολότελα τυφλός, είπε:
—     Μια και πρόκειται για κάτι πού έταξες στο Θεό, δώσε μου και τά δέκα φιορίνια να διαλέξω αυτό πού είναι για μένα.
Ό νέος του εμπιστεύτηκε τά χρήματά του κι ό τυφλός τά πήρε και τά ’χωσε στην τσέπη του. Κι όταν ό νέος του τά γύρεψε, άρχισε να φωνάζει:
—     Βοήθεια! Βοήθεια! Αυτός ό άνθρωπος θέλει το κακό μου.
Έτρεξαν κοντά περαστικοί και, καθώς ό νέος δεν είχε μάρτυρες
για ν’ αποδείξει το αντίθετο, έφαγε το ξύλο της χρονιάς του κι έχασε και τά λεφτά του.
Καταλυπημένος, πήρε από πίσω τον τυφλό για να δει τί θα κάνει με αυτά πού του πήρε.
Ό τυφλός γύρισε σπίτι του, πήρε ένα λαγήνι γεμάτο φλουριά κι έριξε μέσα τά φιορίνια του νέου λέγοντας:

—     Πεντακόσια φιορίνια μου, σάς φέρνω κι άλλα δέκα.
Κι άπ’ τη χαρά του πέταξε τρεις φορές το λαγήνι ψηλά και το ξα- νάπιασε. Την τέταρτη φορά, όμως, ό νέος του το άρπαξε και το έκρυψε. Ό τυφλός έψαξε για ώρα μα του κάκου.
Στο τέλος κάθισε στο κατώφλι του κι άρχισε να κλαίει. Τότε πέρασε ένας άλλος τυφλός ζητιάνος πού τον κατάλαβε και τον ρώτησε:

—     Γιατί κλαις;
Κι αυτός του διηγήθηκε το πάθημά του.

—     Το και το, κι έτσι έχασα και τά πεντακόσια μου φιορίνια.

—     Μα κακόμοιρε, έτσι φυλάς τά λεφτά σου; τον αποπήρε ό δεύτερος. Κοίτα έμενα, μέσα σ’ αυτό το μπαστούνι έχω εξακόσια φιορίνια. ’Αν το ξεχάσω κάπου, μου το φέρνουν αμέσως.
Ό πρώτος παρακάλεσε:
—     Για δεΐξ’ το μου!
Τη στιγμή, όμως, πού ό συνομιλητής του του άπλωνε το μπαστούνι, ό νέος, πού βρισκόταν εκεί κοντά, το άρπαξε. Πέρασε λίγη ώρα κι ό κάτοχος του μπαστουνιού ζήτησε το μπαστούνι του πίσω. Ό άλλος, όμως, του απάντησε:
—     Μα δέ μου έδωσες τίποτα!
Κι άρχισε ό καβγάς. Τον άκουσε ένας τρίτος τυφλός, περαστικός από κει, και πλησίασε.
—     Γιατί τσακωνόσαστε; ρώτησε.
Και ό ένας του μίλησε για το λαγήνι κι ό άλλος για το μπαστούνι.
—     Καλοί είσαστε κι οι δύο, τούς κορόιδεψε εκείνος. Εγώ ξέρετε που βάζω τά λεφτά μου; Αυτή ή παλιά κάπα έχει μέσα της χίλια φιορίνια. Όπου και να την αφήσω, μου τη φέρνουν αμέσως.
Ό νέος πού τ’ άκουσε όλα έτρεξε κι αγόρασε μέλι και το έριξε πάνω στην κάπα του τελευταίου τυφλού. Κι αμέσως αυτόν τον έζωσαν οι μέλισσες. Τί να κάνει ό κακόμοιρος; Την έβγαλε από πάνω του και την πέταξε κάτω. Κι αμέσως ό νέος την πήρε. Οι τρεις τυφλοί βάλθηκαν να κλαίνε και να φωνάζουν.

Το περιστατικό έφτασε στ’ αφτιά του βασιλιά, πού μήνυσε με τον κήρυκά του:
—     Όποιος έκανε αυτές τις ατιμίες να έρθει να μου το πει, αλλιώς, αν τον ανακαλύψω, θα του φερθώ χωρίς οίκτο.
Το φτωχό νέο τον πήρε το φιλότιμο. «Λες να βρει το μπελά του κάποιος αθώος;» σκέφτηκε.
Πήγε λοιπόν στο βασιλιά και του τά είπε όλα:
—     Να πώς μου ανταπόδωσε την καλοσύνη μου.


Κι ό βασιλιάς αποφάσισε:
—     Αφού κανένας δεν ανταποδίδει το καλό πού του έκαναν και μια κι έκανες όρκο στο Θεό να δώσεις το ένα δέκατο από τά λεφτά σου στους ζητιάνους, δώσε το δέκατο από τά πεντακόσια φιορίνια στον πρώτο, το δέκατο από τά εξακόσια στο δεύτερο και το δέκατο από τά χίλια στον τρίτο. ’Έτσι, δέ θα πατήσεις τον όρκο σου κι ό Θεός θα σέ προστατεύσει.

Ό Δέον είπε:



—     Μα με αυτόν τον τρόπο δεν ανταποδίδεις το καλό με κακό. Ό φτωχός νέος κράτησε τον όρκο του στο Θεό, ενώ ό τυφλός φέρθηκε άπληστα, έδειξε φιλαργυρία. Αυτοί οι τυφλοί τά χρήματά τους τά κέρδισαν με δόλο. 'Ο Θεός, λοιπόν, τούς τά στέρησε και τά έδωσε στο νεαρό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ. ΣΟΥΛΚΧΑΝ ΣΑΜΠΑ ΟΡΜΠΕΛΙΑΝΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια: