ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΡΗΤΗΣ
ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΟ
ΚΑΙ ΠΑΝΕΝΔΟΞΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΤΙΤΟ1
Καθώς πρόκειται να επιχειρήσω να πλέξω
αποστολικό εγκώμιο, είθε να μου παρασταθεί ως βοηθός το Άγιο Πνεύμα και να μου
χαρίσει τον λόγο που επιθυμώ. Γιατί συνηθίζει πάντοτε να συμπαρίσταται σε
εκείνους που έχουν επιλεγεί να μιλούν με την δική Του έμπνευση, όπως ακριβώς
και παλαιότερα, όταν κατέβηκε από ψηλά με τη μορφή γλωσσών και κάθισε επάνω σε
καθέναν από τους μαθητές του Χριστού. Και
ας έρθει, όχι για να μετρήσει πόσο άξιος είμαι εγώ για ένα τόσο υψηλό εγχείρημα,
αλλά, σύμφωνα με το μέγεθος της θείας και αγαθής ενέργειάς Του προς εμάς, για
να μας χαρίσει πλουσιοπάροχα την απείρως μεγάλη χάρη Του.
Μακάρι κι εσείς, που επιθυμείτε να γευθείτε
την άφθονη φωτοχυσία που αναβλύζει από εκεί, να ενώσετε την προσευχή σας με τη
δική μου και να πείτε: «Κύριε,
γνώρισόν μοι, καὶ
γνώσομαι (:Κύριε, φανέρωσέ μου, κάνε γνωστή σε εμένα
την αλήθεια κι εγώ θα την γνωρίσω)» [Ἱερ. 11,18], ώστε να ξέρω πότε πρέπει να μιλήσω·
και ακόμη: «Μὴ περιέλῃς ἐκ τοῦ στόματός μου λόγον ἀληθείας ἕως σφόδρα(: Ποτέ να μην αφαιρέσεις από το στόμα μου, Κύριε, τον λόγο της αληθείας
Σου και το θάρρος να ομολογώ αυτήν)»[Ψαλμ.118,43]. Έχοντας, λοιπόν,
μπροστά μας το μεγαλειώδες θέμα με το οποίο πρόκειται να πραγματευθούμε, είναι
απολύτως αναγκαίο να απευθυνόμαστε με
προσευχή στο Άγιο Πνεύμα και να ζητούμε από αυτό δύναμη μεγαλύτερη από τη
δική μας αξία, ώστε να μπορέσουμε να πούμε όσα αρμόζουν και να μην αδικήσουμε
με τον λόγο μας εκείνον που εγκωμιάζουμε.
Ασφαλώς, όμως, ποθείτε να μάθετε ποιος είναι
αυτός που πρόκειται τώρα να εγκωμιαστεί. Και αυτός, ολοφάνερα, είναι ο
θεσπέσιος Τίτος, το πρώτο θεμέλιο της
Εκκλησίας των Κρητών, ο στύλος της αλήθειας, το στήριγμα της πίστεως, ο
προμαχώνας των αληθινών δογμάτων. Ο Τίτος, η
ακατάπαυστη σάλπιγγα του ευαγγελικού κηρύγματος, η υψηλή αντήχηση της φωνής του
Παύλου, ο κανόνας της αλάνθαστης γνώσεως. Αυτός, λοιπόν, ο μεγάλος οικοδεσπότης
μάς κάλεσε σήμερα στην πνευματική πανδαισία των λόγων· μας παρέθεσε ως εδέσματα
τα μυστικά της άγραφης σοφίας —είτε θαύματα πρέπει να τα ονομάσουμε, είτε
δόγματα- και ως υπερχειλισμένο κρατήρα, όπου αναμειγνύεται θεϊκό ποτό, τον
συνεκτικό λόγο της θείας διδασκαλίας, σαν ποτό που χύνεται άφθονο και
προσφέρεται σε όλους για να το γευθούν. Όσο για τον λόγο, που είναι οξύς και
πιο κοφτερός από κάθε δίστομο ξίφος και φθάνει ως τα βαθύτερα σημεία,
χωρίζοντας σάρκα και πνεύμα, θα τον παρουσιάσω λίγο αργότερα σε σας, τους
φιλόθεους ακροατές, προς το τέλος του λόγου μου[πρβ. Ἑβρ. 4,12: «Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν (:Ο
λόγος του Θεού, ο οποίος περιέχει τις υποσχέσεις και τις απειλές του, δεν είναι
νεκρό γράμμα˙ είναι ζωντανός και δραστικός και πιο κοφτερός από κάθε δίκοπο
μαχαίρι, και εισχωρεί και σ’ αυτά τα αδιάσπαστα βάθη του ανθρώπου, δηλαδή την
ψυχή και στις ανώτερες πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου, καθώς και στις
αρθρώσεις και στους μυελούς)»]. Προς το παρόν, όμως, θα
σας μιλήσω για όσα είναι και φυσικό είναι εσείς να επιθυμείτε να ακούσετε και
εύλογο είναι κι εγώ να επιθυμώ να σας πω.
Ιδού,
έφθασε, λοιπόν, η εορτή ενός μεγίστου Πατέρα. Ελάτε, λοιπόν, σαν ευγνώμονα
παιδιά, ας προσφέρουμε τους ύμνους μας στον φιλόστοργο Πατέρα μας. Γιατί αυτό
είναι το χρέος που οφείλουμε να του αποδώσουμε. Ας αποτελέσει, λοιπόν, αυτός ο ναός[Εφόσον
πρόκειται για εγκώμιο
στον Απόστολο Τίτο και ο άγιος Ανδρέας λέει «οὗτος ὁ νεώς»,
είναι δελεαστικό να υποθέσει κανείς ότι ο λόγος εκφωνήθηκε μέσα σε ναό αφιερωμένο στον άγιο απόστολο Τίτο,
ενδεχομένως στον περίφημο ναό/βασιλική του Αποστόλου Τίτου στη Γόρτυνα, η οποία
ήταν τότε η μητροπολιτική έδρα της Κρήτης] για όλους μας κοινό
σημείο εκκινήσεως για την εξύμνηση των θείων. Και είθε ο Πατέρας του Λόγου να
μας δώσει λόγο, καθοδηγώντας τον δικό μας λόγο προς την εύρεση της αλήθειας. Και θα άρμοζε εύλογα σ’ εμένα, που
επέχω θέση πατέρα και που, σαν μέλισσα, περιήλθα με ιδιαίτερη φιλοπονία τα
πνευματικά λιβάδια, να σας παρουσιάσω μέσα από αυτά τον άνδρα, στεφανωμένο κατά
τρόπο ιερό με τα ιερά λόγια. Φοβάμαι, όμως, μήπως ο λόγος, ξεφεύγοντας από τη
βαλβίδα της ευθείας διαδρομής[Η «βαλβίς» ήταν η γραμμή/διάταξη
εκκίνησης του αγώνα δρόμου στο στάδιο· ειδικότερα μπορούσε να
δηλώνει το λίθινο σημείο της αφετηρίας από το οποίο ξεκινούσαν οι δρομείς. Κατ’
επέκταση η λέξη μπορούσε να σημαίνει αφετηρία,
αρχή], βρεθεί έξω από τον αγωνιστικό χώρο(παρεκκλίνει
δηλαδή από το θέμα)· και
μήπως ο θόρυβος που αντηχεί από τους θεατές[Επειδή ο άγιος Ανδρέας
έχει στήσει εδώ μια εκτεταμένη
μεταφορά από τους αθλητικούς αγώνες, οι ακροατές του λόγου
παρουσιάζονται σαν το κοινό που παρακολουθεί έναν αγώνα δρόμου· γι’ αυτό τους
ονομάζει «θεατάς»
και όχι απλώς «ἀκροατάς»] με παρασύρει σε άλλα σημεία της
πορείας του λόγου και τελικά διαψεύσω τις προσδοκίες των ακροατών, με
αποτέλεσμα οι φωνές με τις οποίες με ενθαρρύνουν να συνεχίσω τον λόγο να αποδειχθούν
μάταιες και χωρίς αντίκρυσμα.
Ωστόσο,
όσο κι αν ο λόγος μου αναπόφευκτα θα υπολείπεται κατά πολύ της αξίας του αγίου
—όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε εγκώμιο—, με τις δεήσεις του προς τον Θεό σαν
με χαλινούς θα προσπαθήσω να τον συγκρατήσω και, δίνοντάς του, έπειτα, νέα ορμή
για την ευθεία πορεία, να τον οδηγήσω και πάλι προς τον προορισμό του. Γιατί ασφαλώς θα του είναι ευπρόσδεκτα όσα
λέγονται κατά το μέτρο των δυνατοτήτων μας, αφού από τη φύση του γνωρίζει να
συγκαταβαίνει με μετριοφροσύνη και «να συναναστρέφεται και να συμπορεύεται με
τους ταπεινούς», μιμούμενος και σ’ αυτό τον Παύλο[ βλ. Ρωμ. 12,16: «μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονοῦντες, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι (:Μην
αποβλέπετε και μην επιζητείτε τις υψηλές διακρίσεις και τιμές, αλλά να
συγκαταβαίνετε με αγάπη και να συναναστρέφεστε με απλότητα τους ταπεινούς,
συμμεριζόμενοι την ταπεινή τους θέση και ασημότητα)»].
Εμπρός, ας προχωρήσουμε, λοιπόν, σε
όσα μας έχει επιτραπεί να πούμε. Και ας μην μας κατηγορήσει κανείς που τολμούμε
με τον φτωχό μας λόγο να αναμετρηθούμε με το ύψος του εγκωμίου που αξίζει σ’
αυτόν τον άνδρα· γιατί δεν μας ωθεί
κάποια ιδιαίτερη ρητορική ικανότητα, την οποία άλλωστε δεν διαθέτουμε, αλλά η
αγάπη και ο πόθος μας για τον άγιο, που μας κάνουν να επιχειρούμε κάτι ανώτερο
από τις δυνάμεις μας. Όπου υπάρχει αληθινός πόθος, κάθε φόβος προφανώς
υποχωρεί· και όπου κανείς εκφράζεται ελεύθερα και με παρρησία, δεν απομένει
ούτε ίχνος δειλίας. Δεν πρέπει, λοιπόν, καθόλου να διστάζουμε να πούμε όσα
είναι μέσα στις δυνάμεις μας, ούτε πρέπει να σιωπούμε για όσα είναι θεάρεστο να
κηρύττονται· γιατί το Άγιο Πνεύμα δεν θέλει αυτά να μένουν καλυμμένα στους
βυθούς της λήθης. Γιατί το Άγιο Πνεύμα
θέλει όλα αυτά να γίνουν, έστω ως έναν βαθμό, φανερά σε όσους δεν τα γνωρίζουν
—και είναι δίκαιο αυτό—, ώστε το παράδειγμά τους να τους παρακινήσει να δείξουν
τον ίδιο ζήλο και να τα μιμηθούν. Επομένως, θεωρώ ότι στην παρούσα
περίσταση η σιωπή δεν είναι αναγκαία για μένα, δεν υπάρχει λόγος να σιωπήσω.
Ιδού λοιπόν ο μέγας και περίοπτος Τίτος, τον οποίο ανέδειξε η δική μας δωδεκάθρονη Κρήτη, τιμημένη συμβολικά με τον αριθμό
των δώδεκα Αποστόλων [Στις αρχές του 8ου αιώνα η Εκκλησία της Κρήτης είχε δώδεκα επισκοπές, οι οποίες
υπάγονταν στον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης με έδρα τη Γόρτυνα. Γι’ αυτό στις πηγές η
Κρήτη χαρακτηρίζεται «δωδεκάθρονος»,
δηλαδή «έχουσα δώδεκα [επισκοπικούς] θρόνους» Μάλιστα, για την εποχή γύρω από την
Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787) σώζονται στα Πρακτικά οι επίσκοποι της Κρήτης. Η
αρχιεπισκοπική έδρα ήταν η Γόρτυνα, και οι υποκείμενες επισκοπές περιλάμβαναν
τη Λάμπη, Ηρακλειούπολη, Κνωσό, Κυδωνία, Κίσσαμο, Σύβριτα, Φοίνικα, Αρκαδία,
Ελεύθερνα, Κάντανο και Χερρόνησο]. Ποιος, λοιπόν, ήταν κατά τα πρώτα
του χρόνια, από ποιους γονείς καταγόταν και από ποια ρίζα αναβλάστησε ως νέος
βλαστός, δεν θεωρώ απαραίτητο για μένα να το αναφέρω· διότι ο παρών λόγος μου
δεν έχει συνταχθεί με τη μορφή μιας βιογραφικής διηγήσεως, ούτε σύμφωνα με τους
κανόνες της ιστορικής συγγραφής, αλλά αποτελεί μια σύντομη σκιαγράφηση της
μορφής του στο πλαίσιο ενός εγκωμίου. Γιατί ο εγκωμιαστικός λόγος συνηθίζει,
κατά κανόνα, να αποφεύγει τις πολλές και διακλαδωμένες διαδρομές των εκτενών
αφηγήσεων, ώστε να μην κουραστούν κάποιοι από τους ακροατές και θεωρήσουν τον
λόγο ανιαρό και φορτικό, βαρυνόμενοι από τη δυσφορία της μακρηγορίας. Εγώ,
αντίθετα, θα αναφέρω όσα γνωρίζω ότι θα
ωφελήσουν τόσο εσάς που έχετε συγκεντρωθεί εδώ, όσο και εμένα, που σας προσφέρω αυτή την πνευματική πανδαισία του λόγου·
και θα αρχίσω την αφήγησή μου από το σημείο ακριβώς από το οποίο η θεία χάρη
μάς έκανε γνωστό τον Τίτο.
Γιατί αυτός αφού περιφρόνησε την ευγενική του καταγωγή,
τον πλούτο και κάθε κοσμική λαμπρότητα και δόξα που είχε τότε αξία στον
ειδωλολατρικό κόσμο και ολοφάνερα δεν λογάριασε τίποτε από όλα αυτά, επιθύμησε
μία μόνο αληθινή δόξα: να εγκαταλείψει την πατροπαράδοτη πολυθεΐα και την πλάνη
της ειδωλολατρίας, να μετάσχει με τρόπο άρρητο στη θεία σοφία του Ιησού, να
παραδοθεί ολόκληρος στον αγαπημένο του Χριστό και να γίνει μέλος της
χριστιανικής κοινότητας. Και πράγματι έτσι έγινε, αφού ο Θεός τον είχε
καλέσει και, με το Άγιο Πνεύμα που φωτίζει τα πάντα, είχε κάνει βατούς γι’
αυτόν τους δρόμους της αλήθειας που οδηγούσαν στο ευαγγελικό κήρυγμα. Από τότε,
αφού συνδέθηκε στενά με τον φωτεινό
φωστήρα της αποστολικής ομήγυρης —εννοώ βέβαια τον Παύλο- ο οποίος διέπρεψε πρώτα ως πιστός τηρητής του
μωσαϊκού νόμου και κατόπιν ως άνθρωπος της θείας χάριτος, έγινε ακόλουθος και συνταξιδιώτης του στις αποστολικές περιοδείες και,
μιμούμενος με την ίδια θέρμη τον δικό του ζήλο, αναδείχθηκε και ο ίδιος
ένθερμος ζηλωτής.
Και έτσι, μολονότι χαρακτηριζόταν από τους
συμπατριώτες του ως αποστάτης επειδή εγκατέλειψε την πατροπαράδοτη θρησκευτική
τάξη και παράδοσή του, αποτίναξε την
ολότελα κενή και ανθρωπίνως κατασκευασμένη εθελοθρησκεία της ειδωλολατρικής
αντιλήψεως[πρβ. Κολ. 2,23:«ἅτινά ἐστιν λόγον μὲν ἔχοντα σοφίας ἐν ἐθελοθρησκείᾳ καὶ ταπεινοφροσύνῃ καὶ ἀφειδίᾳ σώματος…(:τα οποία
δόγματα έχουν βέβαια την εξωτερική εμφάνιση της σοφίας, η οποία εκδηλώνεται ως
θρησκεία της αρεσκείας και θελήσεως και επινοήσεως των αιρετικών αυτών, και ως
ψευδοταπεινοφροσύνη και περιφρόνηση και κακουχία του σώματος…)»]
και έστρεψε ολόκληρη τη ζωή και την πολιτεία του προς τον ουρανό[Φιλ. 3,20:
«Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν(:Διότι η
δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους
ουρανούς, απ’ όπου με πολύ πόθο περιμένουμε και τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού
Χριστό)»].
Κάτι όμως που παραλίγο να μου
διαφύγει, δεν είναι σύμφωνο με το θείο και το ιερό
καθήκον να το παραλείψω. Ο λαμπρός, αυτός, μαργαρίτης του
Χριστού, αυτός ο πολύτιμος λίθος, που ήταν στολισμένος με χαρίσματα όπως ο
λίθος του Ζοροβάβελ με τους επτά οφθαλμούς[βλ. Ζαχ.3,9: «Διότι ὁ λίθος, ὃν ἔδωκα πρὸ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ, ἐπὶ τὸν λίθον τὸν ἕνα ἑπτὰ ὀφθαλμοί εἰσιν (: διότι τοποθέτησα εκλεκτό και ακρογωνιαίο λίθο στα θεμέλια της Σιών,
τον οποίο έθεσα μπροστά από τον αρχιερέα Ιησού του Ναυή, για να τον έχει
πάντοτε ενώπιόν του· στον θεμέλιο αυτόν λίθο υπάρχουν επτά –δηλαδή πολλοί-
οφθαλμοί για να αγρυπνούν, να επιβλέπουν, να παρακολουθούν τα πάντα και να
προνοούν για τα πάντα)»[ερμ. απόδοση Παν.
Τρεμπέλα]], καταγόταν
από επιφανή οικογένεια: συγγενής του ήταν ο τότε ανθύπατος της χώρας[Κατά τη μεταγενέστερη
αγιολογική παράδοση, ο συγγενής —και ειδικότερα θείος— του Αποστόλου Τίτου που
ήταν ηγεμόνας της Κρήτης ονομαζόταν Ρούστιλλος (ή Ρούστουλος). Ο άγιος Ανδρέας
Κρήτης, όμως, στο συγκεκριμένο εγκώμιο δεν παραδίδει το όνομά του, και η
πληροφορία δεν μπορεί να θεωρηθεί ιστορικά εξακριβωμένη], ενώ ανάμεσα στους αρχέγονους προγόνους της γενιάς του
λογαριάζονταν ο Μίνως και ο Ραδάμανθυς, οι μυθικοί γιοι του Δία [πρόκειται
προφανώς για μυθολογική
γενεαλογική παράδοση,
όχι για ιστορική γενεαλογία]. Και έτσι, έχοντας πάρει θάρρος από την ασφάλεια που του παρείχε η ισχυρή
θέση του συγγενή του και χωρίς να φοβάται μήπως υποστεί κάποια συνέπεια, έθεσε για
τον εαυτό του ως στέρεη βάση για την πορεία του προς την πίστη στον Χριστό τον
γραπτό Νόμο. Γιατί όταν γνώρισε τα βιβλία του Μωυσή και γενικότερα ολόκληρη την
εβραϊκή Γραφή, αφοσιώθηκε στη μελέτη
τους με τόσο μεγάλη φιλομάθεια και τα αφομοίωσε τόσο βαθιά, ώστε μέσα σε ελάχιστο χρόνο έμαθε άριστα
και την εβραϊκή γλώσσα. Η πρόοδός του ήταν μάλιστα τόσο εντυπωσιακή, ώστε όσοι τον γνώριζαν από παλιά δυσκολεύονταν να
πιστέψουν πως ήταν ο ίδιος άνθρωπος και νόμιζαν ότι έβλεπαν κάποιον Εβραίο που
του έμοιαζε. Και αυτό γιατί ήταν
εξαιρετικά ευφυής, είχε αποκτήσει αξιόλογη ελληνική μόρφωση, διέθετε άριστα
καλλιεργημένο λόγο, εκφραζόταν με χάρη και ομορφιά και αντιλαμβανόταν τα πάντα
με εξαιρετική νοητική ευχέρεια. Προσέρχεται, λοιπόν, στον συγγενή του και,
με ήπια και πειστικά λόγια, καταφέρνει να πάρει την άδειά του για να ταξιδέψει
στα Ιεροσόλυμα. Σκοπός του ήταν να αποκτήσει ακόμη ανώτερη σοφία κοντά στους
σπουδαιότερους γνώστες της ιουδαϊκής Γραφής,
μέσα από επίμονη και κοπιώδη μαθητεία.
Τι κάνει, λοιπόν, ο ευγενής αυτός άνδρας, που
ποθούσε τόσο βαθιά την αληθινή γνώση; Χωρίς
να χρονοτριβήσει, έφθασε στην Ιουδαία την εποχή που μόλις άρχιζε να διαδίδεται
το Ευαγγέλιο. Για την ακρίβεια, είχε
περάσει πολύ λίγος καιρός από τότε που η χάρη του Αγίου Πνεύματος είχε
φανερωθεί σαν πύρινες γλώσσες και είχε κατέλθει στους μαθητές του Χριστού,
δίνοντάς τους τη δύναμη να μιλούν γλώσσες ξένες προς τη μητρική τους. Το πρωτόφαντο αυτό θέαμα και το παράδοξο
θαύμα είχαν αναστατώσει ολόκληρη την πόλη και την είχαν γεμίσει κατάπληξη. Τότε
λοιπόν, σχεδόν την ίδια εκείνη στιγμή, ο μέγας αυτός άνθρωπος του Θεού πλησίασε
τη σύναξη των πιστών και ενώθηκε μαζί
τους, γενόμενος ένας από εκείνους για τους οποίους το βιβλίο των «Πράξεων»
αναφέρει: «Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἀναστὰς Πέτρος ἐν μέσῳ τῶν μαθητῶν εἶπεν· ἦν τε ὄχλος ὀνομάτων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὡς ἑκατὸν εἴκοσιν (:Μια από
τις ημέρες εκείνες που ακολούθησαν μετά την Ανάληψη του Κυρίου, σηκώθηκε ο
Πέτρος, στάθηκε στο κέντρο ανάμεσα στους μαθητές και είπε - ήταν τότε
συναθροισμένοι στο ίδιο μέρος περίπου εκατόν είκοσι πιστοί)»[Πράξ.1,15]· και όλοι μεταστράφηκαν προς τον Κύριο. Γίνεται, λοιπόν, ένας από αυτούς και από τους πρώτους που
πίστεψαν τότε, έχοντας μαθητεύσει στο Άγιο Πνεύμα· και στην απαρχή του ευαγγελικού κηρύγματος κατέστησε τον εαυτό του
απαρχή εκείνων που μέσω του βαπτίσματος έγιναν οικείοι του Χριστού.
Αμέσως, λοιπόν, συνδέθηκε με τους μαθητές
του Χριστού και, καθώς διαμορφωνόταν πνευματικά από την κατάλληλη διδασκαλία
και μύηση στα θεία μυστήρια, έγινε και ο ίδιος μαθητής, ισάξιός τους τόσο στην
πνευματική αξία, όσο και στον ζήλο. Δεν
πέρασε πολύς καιρός, και εμφανίστηκε ο Παύλος, ο μέγας διδάσκαλος της Εκκλησίας·
ο περίφημος, εκείνος, Απόστολος, που με το κήρυγμά του είχε διατρέξει ολόγυρα
ολόκληρη την οικουμένη, από την Ιερουσαλήμ μέχρι το Ιλλυρικό. Ο Παύλος, που
τότε δεν είχε ακόμη γνωρίσει το φως της πίστεως, πορευόταν προς τη Δαμασκό,
όταν, καταμεσήμερο, τον περιέλαμψε ουράνιο φως και μια φωνή από ψηλά αντήχησε
στ’ αυτιά του. Αξιώθηκε έτσι να του φανερωθεί ο ίδιος ο Ιησούς και, πριν ακόμη
βαπτιστεί, εισήχθη ήδη στο μυστήριο της νέας ζωής. Πριν ακόμη λάβει την υιοθεσία μέσω του βαπτίσματος και τη χειροθεσία,
δέχθηκε τη χάρη της αποστολικής κλήσεως και αναδείχθηκε «σκεῦος ἐκλογῆς». Και μέσω του Ανανία το Άγιο Πνεύμα
προανήγγειλε ότι θα έφερε το όνομα του Κυρίου στα έθνη και στους βασιλείς:
εκείνος που ήταν διώκτης θα γινόταν πλέον καθοδηγητής των πνευματικών αγωνιστών
και εκείνος που ήταν βλάσφημος θα γινόταν κήρυκας[Πράξ.9,15: «Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ(:Του είπε
τότε –του Ανανία- ο Κύριος: ‘’Πήγαινε χωρίς κανέναν φόβο ή δισταγμό, διότι
αυτός είναι όργανό μου εκλεκτό. Τον διάλεξα Εγώ για να βαστάσει και να διαδώσει
το κήρυγμα για το Όνομά μου και το Ευαγγέλιό μου, και να το μεταφέρει με τις
περιοδείες του ενώπιον εθνικών και βασιλέων και των σημερινών απογόνων του
Ισραήλ’’)»].
Ο θεσπέσιος Τίτος, με την
πνευματική του διορατικότητα, διέκρινε αμέσως στον Παύλο τη λάμψη της θείας
χάριτος που τον περιέβαλλε. Έτσι ανταποκρίθηκε ολοκληρωτικά στην κλήση του
και αφοσιώθηκε σ’ αυτόν, σαν να είχε
έρθει ο μεγάλος κήρυκας του Ευαγγελίου ειδικά για να τον συναντήσει και να τον
καλέσει κοντά του. Χωρίς, λοιπόν, καμία
καθυστέρηση, ο Τίτος εγκατέλειψε όλα όσα τον συνέδεαν με τον έως τότε βίο του
και αποχαιρέτησε καθετί αισθητό που μπορούσε να τον παρασύρει· και με σταθερή
και αποφασιστική διάθεση προσήλθε στον Παύλο. Στην αρχή ο Τίτος
συγκαταλέγεται στους οικείους του Παύλου· πολύ σύντομα, όμως, η σχέση τους
γίνεται στενότερη, αφού μοιράζεται πλέον μαζί του και την τράπεζα και την
καθημερινή διαμονή.
Καθώς, όμως, ο θαυμάσιος Τίτος προόδευε ολοένα περισσότερο στην
πνευματική ζωή, η αξία του γινόταν πλέον φανερή· και ο καθαρός θείος φωτισμός
που είχε δεχθεί τον ανέδειξε ισάξιο ακόμη και με τους κορυφαίους Αποστόλους.
Τι ακολουθεί λοιπόν; Από τότε πλέον γίνεται στενός συνεργάτης του Παύλου και τον συνοδεύει στα αποστολικά του ταξίδια, συμμετέχοντας μαζί του στο
κήρυγμα του Ευαγγελίου. Για τη συνέχεια, όμως, διστάζω να μιλήσω, γιατί τα
σχετικά γεγονότα δεν είναι γνωστά σε εμάς και ίσως ξεπερνούν ακόμη και όσα θα
μπορούσαν οι περισσότεροι να συλλάβουν. Προς όσα, όμως, πρέπει πλέον να
επικεντρωθεί η διήγησή μου, προς αυτά ακριβώς θα στραφώ.
Τόσο μεγάλη ήταν, λοιπόν, η φροντίδα του
Παύλου για τον Τίτο, ώστε τον έπαιρνε
μαζί του όπου κι αν πήγαινε, θεωρώντάς τον ως πολύτιμο συνοδό και πνευματικό
απόκτημα γεμάτο πλούσια χαρίσματα. Από
τα πρώτα κιόλας βήματα της πνευματικής του ζωής, ο Τίτος διέθετε όλες τις
αρετές που κοσμούν έναν άνθρωπο ο οποίος ζει ενάρετα και προοδεύει κατά Θεόν.
Ήταν πράος και καταδεκτικός, δεκτικός στην καθοδήγηση, προσιτός και υπάκουος·
πρόθυμος να αναλάβει κάθε αποστολή, πολύτιμος σε κάθε διακονία και ιδιαίτερα
ικανός να συμφιλιώνει τους ανθρώπους. Ενθάρρυνε και ενδυνάμωνε όσους κοπίαζαν
στον πνευματικό αγώνα, υπερασπιζόταν εκείνους που δοκιμάζονταν για τον Χριστό
και ανταποκρινόταν με εξαιρετική προθυμία σε κάθε κάλεσμα για καλό έργο.
Γιατί, λοιπόν, να
καταφεύγω σε έμμεσες και μακρινές μαρτυρίες, όταν μπορώ να επικαλεστώ τα ίδια
τα λόγια του Παύλου
και, μέσα από αυτά, να σας παρουσιάσω τώρα ολοζώντανα
και πολύ παραστατικότερα τον Τίτο,
σαν να βλέπατε την προσωπογραφία του αποτυπωμένη σε πίνακα με τα ίδια τα
γράμματα του Αποστόλου; Όταν κάποτε ο Παύλος έγραφε στους Κορινθίους και τους
μιλούσε για τη χάρη που είχε λάβει από τον Θεό για το ευαγγελικό κήρυγμα,
έφθασε σε ένα σημείο της διηγήσεώς του όπου φανερώνει με ιδιαίτερη έμφαση πόσο πολύτιμος ήταν γι’ αυτόν ο Τίτος:
«Θύρας
μοι», λέγει, «ἀνεῳγμένης ἐν Κυρίῳ εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, οὐκ ἔσχηκα ἄνεσιν τῷ πνεύματί μου, τοῦ μὴ εὑρεῖν με Τίτον τὸν ἀδελφόν μου (:Μολονότι
ο Κύριος μου είχε ανοίξει δρόμο για να κηρύξω το Ευαγγέλιο του Χριστού, το
πνεύμα μου δεν βρήκε ησυχία, επειδή δεν βρήκα εκεί τον αδελφό μου, Τίτο, που τον περίμενα να μου φέρει ειδήσεις από
σας)»[Β΄Κορ. 2,12-13]. Βλέπεις ,λοιπόν, πόσο πλούσια ήταν η χάρη του Αγίου
Πνεύματος που περιέβαλλε τον Τίτο ήδη από τα πρώτα θεμέλια της πίστεώς του;
Τόσο μεγάλη ήταν, ώστε ο ίδιος ο Παύλος
τον θεωρούσε αδελφό του, άνθρωπο που του έδινε εσωτερική παρηγοριά και ανάπαυση
στην ψυχή. «Δεν μπορούσα να βρω
πνευματική ανάπαυση και εσωτερική ηρεμία», λέει ο Παύλος, «γιατί δεν συνάντησα τον αδελφό μου, τον
Τίτο».
Θέλεις να σου δώσω ακόμη μία απόδειξη για την
αξία του Τίτου, επικαλούμενος και πάλι ως μάρτυρα τον μεγάλο Απόστολο Παύλο; «Πεπλήρωμαι
(:Έχω πλημμυρίσει)», λέει, «τῇ παρακλήσει, ὑπερπερισσεύομαι τῇ χαρᾷ (:από
παρηγοριά και η χαρά μου ξεχειλίζει)»[Β΄ Κορ. 7,4]. Και από πού προήλθε
αυτή η τόσο μεγάλη παρηγοριά και χαρά; Άκου τι λέει ο ίδιος. «Ὁ γὰρ παρακαλῶν τοὺς ταπεινοὺς (:Διότι ο Θεός, που γνωρίζει να παρηγορεί όσους είναι ταπεινωμένοι
και καταβεβλημένοι από τις δυσκολίες της
ζωής)», λέει, «παρεκάλεσεν ἡμᾶς ἐν τῇ παρουσίᾳ Τίτου (:μας έδωσε παρηγοριά με τον ερχομό του Τίτου). Οὐκ ἐν τῇ παρουσίᾳ δὲ μόνον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ παρακλήσει, ᾗ παρεκλήθη αὐτὸς ἐν ὑμῖν (:Και δεν μας
παρηγόρησε μόνο ο ερχομός και η παρουσία του, αλλά και μας έδωσε ακόμη
μεγαλύτερη παρηγοριά το γεγονός ότι και ο ίδιος ο Τίτος είχε παρηγορηθεί από
όσα συνάντησε κοντά σας)»[Β΄ Κορ. 7, 6-7].
Βλέπεις πόσο βαθιά ήταν η ψυχική και
πνευματική ενότητα που συνέδεε τον Παύλο με τον Τίτο; Ο Παύλος αισθανόταν ως
δική του την παρηγοριά που δεχόταν ο Τίτος και θεωρούσε προσωπική του χαρά κάθε
αγαθό που συνέβαινε σ’ εκείνον.
Άκου τώρα τι γράφει και πάλι ο Παύλος στους
ίδιους τους Κορινθίους: «Περισσοτέρως δὲ μᾶλλον ἐχάρημεν ἐπὶ τῇ χαρᾷ Τίτου, ὅτι ἀναπέπαυται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἀπὸ πάντων ὑμῶν (:Και η χαρά μας έγινε
ακόμη μεγαλύτερη βλέποντας τη χαρά του Τίτου, γιατί όλοι εσείς του προσφέρατε
ανάπαυση και ανακούφιση)· ὅτι εἴ τι αὐτῷ κεκαύχημαι, οὐ κατῃσχύνθην (:Και
όσα καλά είχα πει στον Τίτο για εσάς δεν με διέψευσαν· αποδείξατε ότι η
εμπιστοσύνη που σας είχα δείξει ήταν δικαιολογημένη). Ἀλλ᾽ ὡς πάντα ἐν ἀληθείᾳ ἐλαλήσαμεν ὑμῖν, οὕτω καὶ ἡ καύχησις ἡμῶν ἡ ἐπὶ Τίτου ἀλήθεια ἐγενήθη (:Αλλά
όπως πάντοτε σας μιλούσαμε με
ειλικρίνεια, έτσι αποδείχθηκαν αληθινά και όσα είχαμε πει με καύχηση στον Τίτο
για εσάς)· καὶ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς ἐστι (:και ο ίδιος ο Τίτος σας αγαπά τώρα ακόμη περισσότερο και αισθάνεται
βαθύτερη στοργή για εσάς)»[ Β΄Κορ. 7,13-15].
Και λίγο παρακάτω γράφει: «Χάρις
δὲ τῷ Θεῷ τῷ διδόντι τὴν αὐτὴν σπουδὴν ὑπὲρ ὑμῶν ἐν τῇ καρδίᾳ Τίτου, ὅτι τὴν μὲν παράκλησιν ἐδέξατο, σπουδαιότερος δὲ ὑπάρχων αὐθαίρετος ἐξῆλθεν πρὸς ὑμᾶς (:Ας
ευχαριστήσουμε, λοιπόν, τον Θεό, ο Οποίος δίνει τον ίδιο πρόθυμο και ακούραστο
ζήλο και ενδιαφέρον για σας στην καρδιά του Τίτου. Και φάνηκε ο ζήλος του
αυτός, διότι όχι μόνο δέχθηκε με ευχαρίστηση την παράκλησή μου να έλθει σε σας, αλλά και
επειδή ήταν προθυμότερος από κάθε άλλον, μόνος του και με δική του θέληση και ευχαρίστηση αναχώρησε για να έλθει
σε σας)»[Β΄Κορ. 8,16–17].
Βλέπεις ότι ο Παύλος, σε
κάθε ευκαιρία, εξαίρει και επιβεβαιώνει τον
ένθερμο ζήλο του Τίτου; Βλέπεις πώς ο Παύλος, από όποια πλευρά κι αν
παρουσιάζει τον Τίτο, βρίσκει αφορμή να τον επαινεί και να εξαίρει την αξία
του;
Από τη μια, λίγο πιο
πάνω, ο Παύλος τον συνδέει με την εμπιστοσύνη που είχε δείξει στους Κορινθίους,
λέγοντας: «Εἴ τι αὐτῷ κεκαύχημαι, οὐ κατῃσχύνθην (:Η χαρά αυτή του Τίτου προκάλεσε και σε μένα χαρά, διότι, εάν είχα κάπως
καυχηθεί σ’ αυτόν για σας, δεν διαψεύστηκα)»[Β΄Κορ. 7,14] και: «Ἡ καύχησις ἡμῶν, ἡ ἐπὶ Τίτου, ἀλήθεια ἐγενήθη (: αλλά όπως και σε σας όλα με αλήθεια τα είπαμε και τα διδάξαμε, έτσι
και στον Τίτο η καύχησή μας αποδείχθηκε αληθινή)»[Β΄Κορ.
7,14]. Σε επόμενο σημείο, πάλι, ο Παύλος εξαίρει τον μεγάλο ζήλο του Τίτου για τη διακονία των εξ εθνών Χριστιανών· τόσο πρόθυμος ήταν να τους υπηρετήσει, ώστε, όπως γράφει ο Απόστολος, «Σπουδαιότερος
γὰρ ὑπάρχων, αὐθαιρέτως ἐξῆλθε πρὸς ὑμᾶς (:Διότι ήταν προθυμότερος από κάθε άλλον, μόνος
του και με δική του θέληση και ευχαρίστηση αναχώρησε για να έλθει σε σας)»[Β΄Κορ.8,17].
Ας προχωρήσουμε τώρα ακόμη περισσότερο: Θα παρουσιάσω
τον Τίτο ως κοινωνό και συνεργάτη του
Παύλου στο αποστολικό έργο, αλλά και ως άνθρωπο που αποτελεί δόξα του Χριστού
και απόστολο των Εκκλησιών. Και ας αφήσω τον ίδιο τον Παύλο, το στόμα του
Χριστού, να ολοκληρώσει με τη δική του μαρτυρία όσα λέγω. Στη συνέχεια ο Παύλος
συγκρίνει τον Τίτο με τους αδελφούς που είχε στείλει μαζί του για να
επιτελέσουν την ανατεθειμένη διακονία και γράφει: «Εἴτε γὰρ ὑπὲρ Τίτου, κοινωνὸς ἐμὸς καὶ εἰς ὑμᾶς συνεργός· εἴτε ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἀπόστολοι Ἐκκλησιῶν, δόξα Χριστοῦ (:Είτε για τον Τίτο ρωτά κανείς, ας μάθει
ότι είναι σύντροφος δικός μου και συνεργάτης για τη δική σας πνευματική
εξυπηρέτηση και ωφέλεια. Είτε για τους άλλους ρωτά, ας μάθει ότι είναι αδελφοί
μας, απεσταλμένοι Εκκλησιών, πρόσωπα που μέσα από τη ζωή τους δοξάζεται ο
Χριστός)» [Β΄Κορ.8,23].
Βλέπεις σε πόσο υψηλή κοινωνία πίστεως
παρουσιάζεται να μετέχει ο Τίτος μαζί με τον Παύλο; Δεν είναι, λοιπόν, αξιοθαύμαστο ότι ο Τίτος αξιώνεται να βρίσκεται στο
πλευρό του Παύλου και να κατατάσσεται αμέσως μετά από αυτόν, όντας —και
αποκαλούμενος από τον ίδιο τον Απόστολο— κοινωνός και συνεργάτης του;
Και
μάλιστα του Παύλου! Ποιου Παύλου; Εκείνου του Παύλου που, ενώ ακόμη ζούσε,
αξιώθηκε να ανυψωθεί ως τον τρίτο ουρανό, να αρπαχθεί στον Παράδεισο και να
ακούσει μυστήρια που ο ανθρώπινος λόγος αδυνατεί να εκφράσει — μια εμπειρία που υπερβαίνει ασύγκριτα τα
όρια της δικής μας γνώσεως [βλ. Β΄ Κορ. 12,2–4: «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων — εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν — ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ […] ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι (:Γνωρίζω
έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε στενή σχέση και επικοινωνία με τον Χριστό. Ο
άνθρωπος αυτός πριν από δεκατέσσερα χρόνια -είτε με το σώμα του, είτε έξω απ’
το σώμα του, μόνο με την ψυχή του, δεν γνωρίζω, ο Θεός γνωρίζει- αρπάχθηκε και
ανυψώθηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό […]. Και γνωρίζω ότι ο άνθρωπος αυτός,
αρπάχθηκε και μεταφέρθηκε στον Παράδεισο κι άκουσε λόγια που κανένας άνθρωπος
δεν έχει τη δύναμη να τα πει, κι ούτε επιτρέπεται να τα εκφράσει με λόγια λόγω
της ιερότητός τους)»].
Και αυτού ακριβώς του Παύλου ο Τίτος
υπήρξε στενός σύντροφος, συνεργάτης και
συνοδοιπόρος στο αποστολικό έργο. Και η τιμή του δεν περιοριζόταν μόνο σ’
αυτά· ήταν επίσης δόξα του Χριστού και
απόστολος των Εκκλησιών. Δες, λοιπόν, πώς ο Τίτος ακολουθεί το ίδιο φρόνημα
και τον ίδιο τρόπο ζωής με τον Παύλο, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνεται και η πλήρης αφιλαργυρία του. Και για να το
διαπιστώσεις καθαρά, άκου τα ίδια τα λόγια του Παύλου: «Ἔστω δὲ (:Έστω, λοιπόν, όπως λένε οι ψευδοδιδάσκαλοι)», λέει, «ἐγὼ οὐ κατεβάρησα ὑμᾶς· ἀλλ’ ὑπάρχων πανοῦργος, δόλῳ ὑμᾶς ἔλαβον (:εγώ ο ίδιος δεν σας επιβάρυνα οικονομικά˙
αλλά επειδή είμαι στη φύση μου πανούργος, με δόλο σας έπιασα στα δίχτυα μου)» [Β΄Κορ. 12,16]. – «Τι εννοείς; Με πανουργία και δόλο κέρδισες, λοιπόν, εκείνους που
οδήγησες στον Χριστό;». - «Ναι»,
λέει. «Χρησιμοποίησα έναν αγαθό και
σωτήριο “δόλο”, μιμούμενος τον Χριστό, ο Οποίος με τη θεία οικονομία ξεγέλασε
τον εχθρό. Γιατί και ο Χριστός
προσέλκυσε τον εχθρό με την ανθρώπινη σάρκα Του, κάτω από την οποία ήταν
κρυμμένη, σαν αγκίστρι, η θεότητά Του. Με
τη λέξη «πανούργος» όμως, εδώ δεν εννοούμε τον δόλιο, αλλά τον σοφό και
επιδέξιο».
«Ἔστω δὲ (:Έστω, λοιπόν, όπως λένε οι ψευδοδιδάσκαλοι)», λέει, «ἐγὼ οὐ κατεβάρησα ὑμᾶς· ἀλλ’ ὑπάρχων πανοῦργος, δόλῳ ὑμᾶς ἔλαβον (:εγώ ο ίδιος δεν σας επιβάρυνα οικονομικά˙
αλλά επειδή είμαι στη φύση μου πανούργος, με δόλο σας έπιασα στα δίχτυα μου). Μή τινα ὧν ἀπέστειλα πρὸς ὑμᾶς ἐπλεονέκτησεν ὑμᾶς; Παρεκάλεσα Τίτον, καὶ συναπέστειλα τὸν ἀδελφόν. Μή τι ἐπλεονέκτησεν ὑμᾶς Τίτος; Οὐ τῷ αὐτῷ πνεύματι περιεπατήσαμεν; Οὐ τοῖς αὐτοῖς ἴχνεσιν;(: Σε τι, λοιπόν, σας εξαπάτησα; Μήπως μέσω
κανενός άλλου από εκείνους που σας έχω αποστείλει σας εκμεταλλεύθηκα και σας
πήρα χρήματα με πλεονεξία; Παρακάλεσα τον Τίτο να έλθει στην Κόρινθο κι έστειλα
μαζί του τον γνωστό σας αδελφό (:ένα Χριστιανό αδελφό που συνόδευσε τον Τίτο. Ο “ἀδελφός” αυτός δεν κατονομάζεται από τον Απόστολο Παύλο·
πιθανότατα πρόκειται για έναν από τους ανώνυμους συνεργάτες που συναπεστάλησαν
με τον Τίτο στην Κόρινθο (πρβ. Β΄ Κορ. 8,18.22), του οποίου η ακριβής ταυτότητα
παραμένει αβέβαιη). Μήπως ο
Τίτος σας εκμεταλλεύθηκε σε τίποτε; Δεν συμπεριφερθήκαμε όλοι μας με το ίδιο
πνεύμα και φρόνημα και με τα ίδια συναισθήματα; Δεν βαδίσαμε όλοι στα ίδια
ίχνη;)» [Β΄ Κορ. 12,17–18]. Πόσο
περίτρανα λάμπει εδώ η αλήθεια! Και πόσο περισσότερο πρέπει να θαυμάσουμε και
να επαινέσουμε το Άγιο Πνεύμα, που ένωσε σε τέτοια αρμονία τους δύο κήρυκες του
Χριστού, τον Παύλο και τον Τίτο! Ως εδώ, λοιπόν, ο ίδιος ο Παύλος —που και
μόνο η σχέση μαζί του αποτελεί δόξα για τον Τίτο— με πρόλαβε στο εγκώμιο και
σκιαγράφησε με τον πιο ακριβή τρόπο την προσωπικότητά του. Συγκρίνοντας το φρόνημα και τη διαγωγή του Τίτου με τα δικά του, μας
έδωσε με ευγνωμοσύνη μια ολοζώντανη πνευματική προσωπογραφία του.
Αλλά
εσύ, μακάριε Πάτερ, μεγάλη δόξα και
κόσμημα της Κρήτης, λειτουργέ της αληθινής Σκηνής και της ουράνιας μυσταγωγίας,
δέξου από εμάς αυτό το εγκωμιαστικό άσμα
και, με την πατρική στοργή και την πραότητά σου, αποδέξου ευμενώς τα φτωχά μας
λόγια. Γιατί οι πατέρες ακούν με χαρά ακόμη και τα ψελλίσματα των παιδιών
τους, όταν αυτά εκφράζονται απλά, άτεχνα και χωρίς προσποίηση. Άλλωστε, τι άξιο
θα μπορούσε να προσφέρει ο δικός μας λόγος, όταν δεν διαθέτουμε τίποτε αντάξιο
του θέματος και μπορούμε μόνο να σκιαγραφήσουμε σύντομα όσα οι περιορισμένες
δυνάμεις της ανθρώπινης αδυναμίας μας επιτρέπουν; Γιατί ποιος ανθρώπινος λόγος θα μπορούσε να υμνήσει όπως πραγματικά του
αξίζει εκείνον που έχει ήδη αξιωθεί να λάβει τον έπαινό του από τον ίδιο τον
Κύριο;
Το βλέπουμε, για παράδειγμα, όταν ακούμε τον
ίδιο τον Κύριο να διακηρύσσει ξεκάθαρα προς τους μαθητές Του: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς (:Εσείς είστε το πνευματικό αλάτι των ανθρώπων
της γης, επειδή έχετε προορισμό να προλαβαίνετε την ηθική σαπίλα)»[Ματθ. 5,13]. — «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου (:Εσείς
είστε το φως του κόσμου, διότι έχετε προορισμό με το φωτεινό σας παράδειγμα και
με τα λόγια σας που μεταδίδουν το φως της αλήθειας να φωτίζετε τους ανθρώπους
που βρίσκονται στο σκοτάδι της αμαρτίας και της πλάνης)»[Ματθ.5,14]. — «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ
(:Σε σας που έχετε ενδιαφέρον και καλή διάθεση
σάς έδωσε ο Θεός την χάρη Του να μάθετε τις μυστηριώδεις αλήθειες της Βασιλείας
του Θεού)»[Λουκ.8,10].
Και σε άλλο σημείο: «Ὑμῶν δὲ μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ ὅτι βλέπουσι, καὶ τὰ ὦτα ὑμῶν ὅτι ἀκούουσι. Λέγω γὰρ ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν (:Τα δικά σας,
όμως, πνευματικά μάτια είναι άξια μακαρισμού, διότι βλέπουν. Αλλά και τα αυτιά
των ψυχών σας είναι μακάρια, διότι ακούνε. Και οι πνευματικές σας αισθήσεις
είναι μακάριες, διότι αληθινά σας λέω ότι πολλοί προφήτες και δίκαιοι
επιθύμησαν να δουν αυτά που βλέπετε εσείς, και δεν αξιώθηκαν να τα δουν.
Επιθύμησαν και να ακούσουν αυτά που εσείς ακούτε, και δεν τα άκουσαν· διότι
έζησαν σε παλaιότερα
χρόνια και δεν πρόφθασαν να δουν την επίγεια παρουσία μου)»[Ματθ.13,16-17].
Με ποιο εγκώμιο θα μπορούσαμε, λοιπόν, εμείς
να σε στεφανώσουμε; Από ποια λόγια θα μπορούσαμε να μαζέψουμε τα άνθη που θα
πλέξουν ένα αντάξιο στεφάνι για την πανίερη κεφαλή σου; Ποιος θα ήταν τόσο
ανόητος και ασύνετος, ώστε να πιστέψει ότι τα δικά του εγκωμιαστικά λόγια
μπορούν να σταθούν απέναντι στους ίδιους τους λόγους του Χριστού, σαν να
μπορούσε να τους συναγωνιστεί; Γιατί
ακόμη και ένας μόνο λόγος του Χριστού είναι αρκετός για να αποτελέσει από μόνος
του ολόκληρο και αντάξιο εγκώμιό σου. Και ποια είναι αυτή η ρήση; Ποια
ακριβώς; Είναι εκείνος ο λόγος του
Κυρίου που σας ονόμασε «φως του κόσμου», επειδή πρώτα μαθητεύσατε κοντά στον
ίδιο τον Χριστό, την πρωταρχική πηγή κάθε φωτός. Και πράγματι έτσι πρέπει να βλέπουμε τους Αποστόλους:
σαν φωτεινό ηλιακό άρμα, που με το κήρυγμα του Ευαγγελίου διέτρεξε και
καταύγασε ολόκληρη την κτίση. Εσείς είστε το αλάτι της Εκκλησίας· χάρη στη δική σας αποστολική παρουσία
γλυκάνθηκαν τα πικρά νερά της απιστίας: εκεί όπου υπήρχε πνευματική στειρότητα
ήρθε καρποφορία, και ό,τι ήταν ακατάλληλο για να δώσει ζωή έγινε πλέον ζωογόνο
και πόσιμο. Εσείς είστε το περίοπτο
και απόρθητο φρούριο που υψώνεται πάνω στο όρος και προασπίζει την πίστη και τα
δόγματα της Εκκλησίας[βλ. παραπάνω, Ματθ. 5,14: «Οὐ δύναται
πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη (:Μια
πόλη που βρίσκεται πάνω σε βουνό δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί. Έτσι και η δική
σας ζωή θα γίνεται αντιληπτή απ’ όλους)»].
Εσύ είσαι ένα
από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του αποστολικού έργου του Παύλου, ο εύφορος αγρός που καλλιέργησε, το
λαμπρότερο κόσμημα για το οποίο μπορούσε να καυχάται και ένας από τους
εκλεκτότερους καρπούς των μόχθων του. Εσύ είσαι το πρώτο και εκλεκτό αφιέρωμα
που η πατρίδα σου, η Κρήτη, πρόσφερε στον Θεό· εσύ, που ανατράφηκες στα ιερά
βάθη των μυστηρίων του Χριστού, είσαι η σεβάσμια χαρά της Εκκλησίας, η γλώσσα
που λαλεί τα θεία, το στόμα που δεν παύει να θεολογεί, ο πνευματικός αυλός μέσα
από τον οποίο αντηχεί το αποστολικό κήρυγμα, η θεοχάρακτη πλάκα όπου έχουν εγγραφεί οι ουράνιοι λόγοι, η φωνή που
διακηρύσσει τον Θεό. Εσύ πλησίασες τα χείλη σου στην ανεξάντλητη πηγή της θείας
σοφίας, γέμισες από το Άγιο Πνεύμα και άντλησες από εκεί τη χάρη της
θαυματουργίας. Εσύ ήπιες από την ίδια πηγή το ζωοποιό ποτό και γεύθηκες, σε
βαθύτερο πνευματικό επίπεδο, «το ποτήριο της σωτηρίας», πλημμυρισμένο από τη
θεία αγιαστική χάρη. Εσύ οδήγησες ως νυμφαγωγός την Εκκλησία προς τον Ουράνιο
Νυμφίο και της πρόσφερες ως πολύτιμη γαμήλια προίκα τους ανθρώπους της Κρήτης
που κέρδισες για τον Χριστό. Εσύ είσαι ο
πρώτος ποιμενάρχης και πνευματικός προεστώς της Κρήτης που σε γέννησε· με τη
φωνή της πνευματικής σου διδασκαλίας συγκεντρώνεις γύρω σου το λογικό ποίμνιο
του Χριστού και, σαν καλός ποιμένας, το οδηγείς από πνευματικό βοσκότοπο σε
πνευματικό βοσκότοπο [Ιω. 10,9: «Δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει»], ώσπου να φθάσει στις ζωογόνες
πηγές των θείων αγαθών[πρβ. Ψαλμ.22,2: «Εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν· ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέν με(:Σε χλοερά βοσκοτόπια, εκεί με οδήγησε να κατασκηνώσω. Αυτός φρόντισε με
στοργή να έχω πάντοτε άφθονα και εκλεκτά αγαθά, που τρέφουν το σώμα μου και την
ψυχή μου)»].
Εσύ είσαι ο φωτεινός λύχνος που δεν γίνεται
να μείνει κρυμμένος κάτω από ένα δοχείο· γιατί
το αποστολικό σας φως δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε να μετρηθεί με ανθρώπινο
μέτρο. Η θέση του είναι ψηλά[βλ. παραπάνω Ματθ. 5.15], πάνω στη χρυσοφεγγή
λυχνία της Εκκλησίας, για να λάμπετε
μέσα στον κόσμο σαν φωστήρες που μεταδίδουν τον λόγο της ζωής[Φιλιπ.
2,15–16:
«Φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντες(:Αλλά
εσείς ανάμεσά σας φαίνεστε σαν φωτεινά αστέρια μέσα σε σκοτεινό κόσμο και
κρατάτε σταθερά και εφαρμόζετε τον λόγο του Ευαγγελίου, που έχει ζωτικότητα και
μεταδίδει ζωή) »]. Εσύ είσαι ο καθαρός καθρέφτης κάθε αρετής και το λαμπρό κόσμημα της αποστολικής
χορείας· εξέχων ανάμεσα στους διδασκάλους, εκλεκτός ανάμεσα στους ιερείς,
ποιμένας ακόμη και των ποιμένων· εκείνος που απομακρύνει τους λύκους και
στέκεται στην πρώτη γραμμή για να προστατεύει το ποίμνιο του Χριστού. Εσύ
είσαι το κλήμα που φύτεψε ο Ίδιος ο Θεός μέσα στο πνευματικό αμπέλι της
Εκκλησίας και που με το κήρυγμά σου φέρνεις σε ωριμότητα τους πνευματικούς
καρπούς της[βλ. Ιω. 15,5: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν (:Εγώ είμαι η κληματαριά κι εσείς τα κλαδιά της. Εκείνος που μένει
ενωμένος μαζί μου κι Εγώ μένω μέσα του, αυτός αποδίδει άφθονο και εκλεκτό καρπό)»]. Εσύ είσαι ο
εκλεκτός πρώτος καρπός του αποστολικού έργου του Παύλου, ο εύφορος αγρός που
εκείνος καλλιέργησε και η γη που ποτίστηκε πνευματικά από τη ζωογόνο βροχή των
θείων λόγων.
Και τι άλλο να πω, αγαπητοί
μου, ώστε να αισθανθώ πως το εγκώμιο έφτασε πια στην πληρότητά του και μπορεί
να ολοκληρωθεί; Με ποια λόγια θα μπορούσα άραγε να στεφανώσω την ιερή και
σεβάσμια κεφαλή σου, που για μένα είναι τόσο πολύτιμη και έχει ήδη στεφανωθεί
από τον ίδιο τον Θεό; Δεν διαθέτω τίποτε που να μπορεί να σταθεί
στο ύψος ενός τέτοιου εγκωμίου: ούτε τη δύναμη του λόγου, ούτε τη δεξιοτεχνία
της ρητορικής τέχνης, ούτε την ευρηματικότητα των νοημάτων, ούτε την πείρα των
περίτεχνων ρητορικών μεθόδων· τίποτε, μικρό ή μεγάλο, που θα μπορούσε να
καταστήσει πραγματικά πλήρη αυτόν τον σύντομο επιτάφιο λόγο προς τιμήν του.
Εσείς όμως, σύναξη των ιερέων, εσείς που ως ιερατικό σώμα φέρετε επάνω σας τη
θεία σφραγίδα που σας μεταδόθηκε δια της ιερής χειρός του Τίτου, δεχθείτε με
καθώς επιστρέφω για μία ακόμη φορά με τον λόγο μου στον ίδιο τον άγιο. Είμαι
βέβαιος πως θα με ακολουθήσετε και εσείς σ᾽ αυτό το εγκώμιο και θα μοιραστείτε
την χαρά του· γιατί, όπως λέει ο σοφότατος Σολομών: «Ἐγκωμιαζομένων δικαίων εὐφρανθήσονται λαοί(:Κάθε φορά που επαινούνται οι δίκαιοι, οι
λαοί γεμίζουν από πνευματική ευφροσύνη)»[Παροιμίαι 29,2].
Θεωρώ, λοιπόν, χρέος μου να δανειστώ την
κοινή φωνή όλων σας και, ως ένας ανάμεσά σας που μιλά εκ μέρους όλων, να υψώσω
με το εγκώμιό μου μπροστά σας ένα ζωντανό μνημείο του Τίτου, του μεγάλου
διδασκάλου που έγινε γνωστός στις Εκκλησίες όλης της οικουμένης. Αυτός είναι ο
μέγας Τίτος: ο πιστός συνοδοιπόρος του Παύλου, του «σκεύους τῆς ἐκλογῆς», και ο αφοσιωμένος συνεργάτης του
στη διάδοση του Ευαγγελίου [Πράξ.9,15: «Σκεῦος ἐκλογῆς ἐστίν μοι οὗτος, τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν τε καὶ βασιλέων(:
Είπε τότε ο Κύριος στον Ανανία: ‘’Πήγαινε χωρίς κανέναν φόβο ή δισταγμό, διότι
αυτός είναι όργανό μου εκλεκτό. Τον διάλεξα Εγώ για να βαστάσει και να διαδώσει
το κήρυγμα για το όνομά μου και το ευαγγέλιό μου, και να το μεταφέρει με τις
περιοδείες του ενώπιον εθνικών και βασιλέων και των σημερινών απογόνων του
Ισραήλ)»].
Ο Τίτος, ο μεγάλος πολέμιος
της ειδωλολατρίας και γενναίος υπερασπιστής της θείας διδασκαλίας του Χριστού·
αυτός που έγινε εμπόδιο αξεπέραστο για
εκείνους που λάτρευαν τα λίθινα είδωλα και τους έδειξε στη θέση τους τον
αληθινό Λίθο, τον Χριστό, πάνω στον
Οποίο ως ακρογωνιαίο θεμέλιο
οικοδομείται η Εκκλησία [πρβ. Ησ. 8,14: «Καὶ ἐὰν ἐπ᾿ αὐτῷ πεποιθὼς ἦς, ἔσται σοι εἰς ἁγίασμα καὶ οὐχ ὡς λίθου προσκόμματι συναντήσεσθε αὐτῷ, οὐδὲ ὡς πέτρας πτώματι(: Και αν έχετε στηριγμένη τη ζωή σας σε Αυτόν, ο Κύριος θα είναι για σας
ιερό άσυλο, το οποίο κανείς δεν θα μπορεί να παραβιάσει· και στον δρόμο της
ζωής σας ο Κύριος δεν θα γίνει λίθος για να σκοντάψετε, ούτε πέτρα για να
πέσετε)»· Ρωμ. 9,33: «Καθὼς γέγραπται· Ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον προσκόμματος καὶ πέτραν σκανδάλου, καὶ ὁ πιστεύων ἐπ᾽ αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται (:Και
γίνεται αυτό σύμφωνα με εκείνο που έχει γραφεί στο βιβλίο του Ησαΐα: ‘’Ιδού Εγώ,
ο Θεός, θα θέσω στη Σιών τον Ιησού Χριστό σαν λίθο πολύτιμο και στερεό, στον
οποίο θα σκοντάφτουν πολλοί, και σαν πέτρα, εξαιτίας της οποίας θα πέφτουν κάτω
όσοι θα απιστούν. Κάθε άνθρωπος, όμως, που πιστεύει σε Αυτόν δεν θα ντροπιαστεί’’)»· Α΄ Πέτρ. 2,8: «Καὶ λίθος προσκόμματος καὶ πέτρα σκανδάλου· οἳ προσκόπτουσι τῷ λόγῳ ἀπειθοῦντες, εἰς ὃ καὶ ἐτέθησαν(:Αυτοί σκοντάφτουν στον λόγο του Ευαγγελίου, επειδή απειθαρχούν σε
αυτόν. Για το σκόνταμμα, λοιπόν, και το γκρέμισμα αυτό προορίσθηκαν από τον
Θεό, ο Οποίος προείδε τη διεστραμμένη γνώμη τους και τους εγκαταλείπει στον
καταστροφικό δρόμο της απειθαρχίας που διάλεξαν. Αυτή είναι και η τιμωρία τους)»].
Ο Τίτος, το
ακλόνητο θεμέλιο και ο απόρθητος βράχος της πίστεως, που παίρνει ακόμη και
όσους έχουν σκληρύνει πνευματικά και τους θεμελιώνει σταθερά πάνω στον Χριστό,
την αληθινή Πέτρα. Ο Τίτος, ο θεόκτιστος
προμαχώνας της Εκκλησίας της Κρήτης, ο ασφαλής προστάτης όσων καταφεύγουν σ'
αυτόν με εμπιστοσύνη και η λαμπρή είσοδος από την οποία φανερώθηκε σε εμάς η
θεία φροντίδα· χάρη σε αυτόν γνωρίσαμε την αλήθεια, βρήκαμε τη ζωή, λάβαμε
την αληθινή γνώση και δεχθήκαμε μέσα μας το θείο φως και καταυγαστήκαμε από
αυτό. Ο Τίτος, ο πρώτος ανάμεσα στις
δώδεκα εκκλησιαστικές έδρες της Κρήτης· ο θεόφωτος ουρανός που διέλυσε την
πνευματική μας τύφλωση, ο λαμπρός ήλιος στο στερέωμα της Εκκλησίας και το άστρο
που φωτίζει τους ζωντανούς λύχνους της· αυτός που οδήγησε όσους περιπλανιούνταν
στην πλάνη στους ασφαλείς δρόμους της πίστεως και εξακολουθεί να φωτίζει τα
πάντα με το ακλόνητο φως της αλήθειας.
Ο Τίτος, που έχει την πνευματική
οξύτητα των οφθαλμών των Χερουβίμ [ βλ. Ιεζεκιήλ 10,12: «Καὶ οἱ νῶτοι αὐτῶν καὶ αἱ χεῖρες αὐτῶν καὶ αἱ πτέρυγες αὐτῶν καὶ οἱ τροχοὶ πλήρεις ὀφθαλμῶν κυκλόθεν τοῖς τέσσαρσι τροχοῖς αὐτῶν(:Και τα Χερουβίμ ήσαν γεμάτα με
μάτια, και τα νώτα και τα χέρια και οι πτέρυγές τους ήσαν ολόγυρα γεμάτες με
μάτια. Και οι περιφέρειες των τροχών ήταν ψηλές και επιβλητικές· και καθώς τις
παρατηρούσα, είδα ότι και οι τέσσερις ήταν ολόγυρα γεμάτες μάτια)» και Ιεζεκιήλ
10,20: «Τοῦτο
τὸ ζῷόν ἐστιν ὃ εἶδον ὑποκάτω τοῦ Θεοῦ Ἰσραὴλ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Χοβάρ, καὶ ἔγνων ὅτι Χερουβίμ ἐστίν (:Αυτό είναι το εκπληκτικό και
παράδοξο ζώο που είδα κάτω από τον θρόνο του Θεού του Ισραήλ στο ομοίωμα του
άρματος που μου εμφανίστηκε δίπλα στον ποταμό Χοβάρ, και αναγνώρισα ότι τα όντα
εκείνα ήσαν τα Χερουβίμ)»]
και την θεοϋμνητική φωνή
των Σεραφείμ [πρβ. Ησ. 6,1-3: «Εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ. καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο. καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ,
πλήρης πᾶσα
ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ(:Είδα τον Κύριο να κάθεται επάνω σε
θρόνο υψηλό και υπερυψωμένο, και ο οίκος ήταν γεμάτος από τη δόξα Του. Και
Σεραφείμ στέκονταν ολόγυρά Του· καθένα είχε έξι φτερούγες: με τις δύο σκέπαζαν
το πρόσωπό τους, με τις άλλες δύο σκέπαζαν τα πόδια τους και με τις άλλες δύο
πετούσαν. Και το ένα φώναζε προς το άλλο και έλεγαν: “Άγιος, άγιος, άγιος,
Κύριος Σαβαώθ· ολόκληρη η γη είναι γεμάτη από τη δόξα Του”»]· το άγρυπνο μάτι της
Εκκλησίας, ο ακοίμητος φύλακας που δεν παύει ποτέ να επαγρυπνεί στα θεία.
Ο Τίτος, το ακαταμάχητο όπλο, το αστραφτερό
ξίφος εναντίον των εχθρών, ο πρόμαχος των πνευματικών του τέκνων· η διέξοδος όσων δεν έχουν διέξοδο, η τροφή
των πεινασμένων, η στέγη των αστέγων, η προστατευτική σκέπη των γυμνών, το
ασφαλές λιμάνι που σώζει όσους βρίσκονται στην τρικυμία των κυμάτων· ο πυρσός
της ευσέβειας, η λαμπρή σπίθα των θείων δογμάτων, η έμψυχη λαμπάδα της
Εκκλησίας· η στήλη των αρετών, η ζωντανή εικόνα των ενάρετων κατορθωμάτων· η
εύλαλη λύρα των δογμάτων, ο μελωδικός υμνωδός των θείων ασμάτων, η ασίγητη
φόρμιγγα που με το πλήκτρο των ιερών κρουσμάτων διαμορφώνει τις εσωτερικές
διαθέσεις των ψυχών· η μυστική διόπτρα της πίστεως, που με τις αντανακλώμενες
λάμψεις των ακτίνων της θαμπώνει τα μάτια των αντιπάλων.
Ο Τίτος, ο γενναίος υπερασπιστής των ευσεβών και η πανοπλία των πιστών·
αυτός που συντρίβει τους εχθρούς, διορθώνει όσους έχουν πλανημένο φρόνημα και
στερεώνει στη νέα τους ομολογία όσους επιστρέφουν στην πίστη· γιατρός των
ασθενών, ανάπαυση των κουρασμένων, ανακούφιση των φυλακισμένων, σωτηρία των
ανθρώπων που βρίσκονται σε ανάγκη και παρηγοριά των θλιβομένων· πατέρας των
ορφανών, προστάτης των χηρών, ελευθερωτής των αιχμαλώτων, οδηγός των
ξενιτεμένων, φροντιστής των φυλακισμένων και βοηθός όσων δοκιμάζονται.
Ο Τίτος γινόταν τα πάντα για χάρη όλων· καθένας μπορούσε εύκολα να τον
πλησιάσει και καθένας που τον ικέτευε έβρισκε πρόθυμη ανταπόκριση. Ήταν φιλικός
και σεμνός, σεβάσμιος και συμπαραστατικός, καταδεκτικός, πράος και φιλάνθρωπος,
γλυκύς και επιεικής, ικανός διδάσκαλος, ήπιος, συνετός και αληθινός. Γι'
αυτό και πολύ σωστά ο Παύλος, θέλοντας να στολίσει με τον έπαινό του τον γνήσιο
ιερέα του Χριστού, τον εξαίρει όπως του αξίζει: τον παρουσιάζει όσιο, άδολο και σταθερά αφοσιωμένο σε κάθε
αρετή.
Τέτοιος, λοιπόν, αναδεικνύεται
ενώπιόν μας ο σεβάσμιος Τίτος: συγκέντρωσε
μέσα στην ύπαρξή του κάθε θεάρεστη αρετή και κάθε πνευματικό κατόρθωμα και
παραδόθηκε ολοκληρωτικά στο Άγιο Πνεύμα, παραμερίζοντας κάθε μέριμνα για το
σώμα. Γι’ αυτό από μέσα του
αναβλύζει λόγος που οδηγεί στη σωτηρία και ξεχύνεται ένας απέραντος χείμαρρος
σοφίας, πιο άφθονος κι από τους κόκκους της άμμου. Από αυτόν θα μαζέψω τώρα
τα ωραιότερα, σαν άνθη, και με αυτά θα πλέξω το στεφάνι που θα επιστέψει τον
λόγο μου. Έφθασε, λοιπόν, πια η ώρα να εκπληρώσω όσα υποσχέθηκα και να οδηγήσω
αρμονικά τον λόγο μου στον επίλογό του.
Παραχωρώ, λοιπόν, τώρα τη φωνή και τον λόγο μου στον Τίτο και γίνομαι
εγώ, ο μικρός, μεσολαβητής ενός πολύ μεγαλύτερου μηνύματος, για να ακουστεί
μέσα από μένα ο δικός του πνευματικός λόγος. Και δεν θα τον αποδώσω με εξεζητημένες εκφράσεις και
επιτηδευμένη ρητορεία, αλλά με μόνη την
αλήθεια και την ανόθευτη διδασκαλία· και όταν έρθει η στιγμή, θα υψώσω τη
φωνή μου για να την εξαγγείλω. Σήμερα,
λοιπόν, ο Τίτος μιλά με τη δική μου γλώσσα και ακούγεται μέσα από τη δική μας
φωνή, απευθυνόμενος στα πνευματικά
του παιδιά:
«Τεκνία, οὓς πάλιν ὠδίνω, μέχρι οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν (:Παιδάκια μου, που σας αναγέννησα πνευματικώς
και που ξαναδοκιμάζω τώρα πόνους και ωδίνες για την αναγέννησή σας, μέχρι να
σχηματισθεί μέσα σας ο χαρακτήρας και η μορφή του Χριστού!)» [Γαλ.4,19], ώσπου, δηλαδή, να φθάσετε στην τελείωση με την έμπρακτη άσκηση της
χριστιανικής αρετής. «Μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε (:Σας
προτρέπω να μην συμπεριφέρεστε σαν να είστε ακόμη παιδιά στο μυαλό, ανίκανοι να
σκεφτείτε σοφρά και συνετά, αλλά να γίνεστε μόνο ως προς την κακία σαν τα
νήπια, απονήρευτοι και αθώοι)»[Α΄Κορ.14,20]. Μην αφήσετε καμιά ρίζα
κακού να φυτρώσει μέσα σας, να υψωθεί και να σκοτίσει την ορθή σας κρίση· ούτε
να αφήσετε κανένα βλαστάρι αμαρτίας να ξεπηδήσει μέσα στις καρδιές σας[πρβ. Εβρ.12,15: «μή τις ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα ἐνοχλῇ
καὶ
διὰ ταύτης μιανθῶσι
πολλοί (:Προσέχετε μήπως φυτρώσει καμιά πικρή ρίζα
διεφθαρμένη ζωής και πλανεμένης διδασκαλίας, που μπορεί να δηλητηριάσει το
εκκλησιαστικό πλήρωμα, και προξενήσει ενοχλήσεις κι έτσι μολυνθούν και βλαβούν
πολλοί απ’ αυτήν)»]. Μην αφήσετε να
ωριμάσει μέσα σας κανένας πικρός καρπός, γιατί από έναν τέτοιο καρπό παράγεται
κρασί φαρμακερό, σαν το δηλητήριο των φιδιών και των ασπίδων [πρβ. Δευτ. 32,32–33: «Ἐκ γὰρ ἀμπέλου Σοδόμων ἡ ἄμπελος αὐτῶν, καὶ ἡ κληματὶς αὐτῶν ἐκ Γομόρρας· ἡ σταφυλὴ αὐτῶν σταφυλὴ χολῆς, βότρυς πικρίας αὐτοῖς· θυμὸς δρακόντων ὁ οἶνος αὐτῶν, καὶ θυμὸς ἀσπίδων ἀνίατος (:Γιατί το αμπέλι τους προέρχεται
από το αμπέλι των Σοδόμων και η κληματόβεργά τους από τα Γόμορρα· το σταφύλι
τους είναι σταφύλι χολής, ο βότρυς τους είναι βότρυς πικρίας· το κρασί τους
είναι δηλητήριο δρακόντων και ανίατο δηλητήριο ασπίδων)»]. Κανείς σας ας μην περιφρονεί τις
εντολές του Δεσπότη Χριστού, ούτε ας κλείνει τα αυτιά του σαν το φίδι που
αρνείται να ακούσει τη φωνή Του [Ψαλμ.57,5-6: «Θυμὸς αὐτοῖς κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τοῦ ὄφεως, ὡσεὶ ἀσπίδος κωφῆς καὶ βυούσης τὰ ὦτα αὐτῆς, ἥτις οὐκ εἰσακούσεται φωνὴν ἐπᾳδόντων (:Χύνουν το θανατηφόρο δηλητήριό
τους με τόση μανία, όπως ακριβώς το φίδι·και με τόση επίμονη κακία, σαν αυτή
που έχει η κόμπρα η κουφή, που κλείνει τα αυτιά της και ασυγκράτητη ορμά να
χύσει το δηλητήριό της. Η κόμπρα αυτή δεν θέλει να ακούσει τη φωνή των μάγων
που με μαγικά τραγούδια προσπαθούν να τη γοητεύσουν και να την αποκοιμίσουν. Ακόμη
και ο πιο σοφός και πεπειραμένος γόης μάταια προσπαθεί να την κατευνάσει με τα
μαγικά του τραγούδια)»].
Κανείς, ενώ έχει την δυνατότητα να επιλέξει την αρετή και να ζήσει ήδη
εδώ στη γη με τρόπο που αρμόζει στην ουράνια ζωή [Φιλ.3,20: «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει(:Διότι η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά
μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς)»], ας μην επιλέγει την
κακία· ούτε, παρασυρμένος από την ολέθρια ραθυμία όσων είναι προσκολλημένοι στα
επίγεια, να φτάνει δυστυχώς στο σημείο να προτιμά αυτή την πρόσκαιρη ζωή από
την αιώνια και άφθαρτη. «Παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστίν (:Παιδιά μου, τελευταία και κρίσιμη
είναι η σημερινή εποχή)»[ Α΄ Ιω.
2,18]· γι’ αυτό πρέπει να ετοιμαζόμαστε για την αναχώρησή μας από αυτή τη ζωή
και να φροντίζουμε ακόμη και για όσα είναι αναγκαία για την ταφή μας. Κανείς ας
μην είναι τόσο νωθρός και παραδομένος στις απολαύσεις, ώστε να προτιμά την
πρόσδεση και την παραμονή του μέσα σε αυτό το πήλινο σώμα από την αναχώρησή του
για να βρεθεί κοντά στον Χριστό [
πρβ. Φιλ. 1,23: «Τὴν ἐπιθυμίαν ἔχων εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι (:Υπερισχύει μέσα μου η επιθυμία να φύγω απ’ τη ζωή
αυτή και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Διότι αυτό είναι ασυγκρίτως καλύτερο για
μένα)»]. Ας φροντίσουμε, λοιπόν, ακόμη περισσότερο και για τη δική μας ταφή.
Ο Χριστός μάς προσκαλεί να εισέλθουμε στην Βασιλεία την ουράνια. Η εντολή προέρχεται από τον ίδιο τον Κύριο·
ας οπλιστούμε, λοιπόν, με γενναίο φρόνημα, με ψυχική και πνευματική ανδρεία.
Πανίσχυρος είναι Εκείνος που μας καλεί· ας
μη μικροψυχούμε, λοιπόν, μπροστά στον ασύλληπτο πλούτο που μας προσφέρει και ας
μην αφήνουμε τον νου μας με μικροπρεπείς λογισμούς να περιορίζεται στα
πρόσκαιρα και ορατά πράγματα. Γιατί μένουμε προσκολλημένοι στα επίγεια και
ορατά; Γιατί λησμονούμε την αληθινή
πατρική μας εστία; Η αληθινή πόλη και πατρίδα μας είναι η άνω Σιών, η μητρόπολη
των αγίων και η κατοικία των Πατριαρχών· εκεί δεν υπάρχει πια το φίδι που
ενεδρεύει στον δρόμο, πληγώνει τη φτέρνα του ανθρώπου και του φράζει την είσοδο[ βλ. Γέν.
49,17: «Ὂφις ἐφ᾽ ὁδοῦ ἐγκαθήμενος ἐπὶ τρίβου, δάκνων πτέρναν
ἵππου καὶ πεσεῖται ὁ ἱππεὺς εἰς τὰ ὀπίσω (:Φίδι, που είναι κρυμμένο στον
δρόμο· φίδι φαρμακερό, το οποίο παραμονεύει στο μονοπάτι για να χτυπήσει με
πανουργία την φτέρνα του αλόγου, ώστε να ανατραπεί ο αναβάτης του και να πέσει
προς τα πίσω)»]. Η Σιών, που οι πύργοι της είναι
στερεωμένοι στα χέρια του Κυρίου και οι πύλες της είναι περίτεχνα έργα,
ανοίγοντας σε όσους περνούν από αυτές τον δρόμο προς την ουράνια μακαριότητα·
τη μορφή και την ασύγκριτη ομορφιά της γνωρίζει μόνο ο Θεός που τη δημιούργησε.
Ο αληθινός πλούτος των πιστών είναι η
ζωή που δεν γνωρίζει γήρας, το ανέκφραστο φως, η αθάνατη βασιλεία και όλα τα
αγαθά που φυλάσσονται ως ανταμοιβή για τους αξίους· αγαθά που μάτι δεν
μπορεί να δει και ανθρώπινη καρδιά δεν μπορεί να συλλάβει, και τα οποία ο Θεός
έχει ετοιμάσει για όσους τον αγαπούν [πρβ.
Α΄Κορ. 2,9: «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδεν καὶ οὖς οὐκ ἤκουσεν καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν(:αυτά που ετοίμασε ο Θεός για
αυτούς που Τον αγαπούν, μάτι δεν τα είδε και αυτί δεν τα άκουσε και ανθρώπινος
νους δεν μπόρεσε ποτέ να συλλάβει)»].
Ας μην
εγκαταλείψουμε και χάσουμε, λοιπόν, αυτήν την ευλογημένη κληρονομιά εμείς που,
με το βάπτισμα που μας οδηγεί στη θέωση, αναγεννηθήκαμε και γίναμε παιδιά του
Θεού. Του Θεού, που μας αγάπησε τόσο, ώστε έδωσε ως λύτρο για όλους μας τον
ίδιο τον μονογενή Υιό Του, που έχει την ίδια θεία φύση και μετέχει στον ίδιο
θρόνο και στην ίδια δόξα με τον Πατέρα. Ας μην αφήνουμε να πάει χαμένο το
μεγάλο δώρο που μας χάρισε ο Θεός, να γίνουμε παιδιά Του. Αφού έχουμε
ελευθερωθεί πνευματικά, ας μην υποδουλώσουμε ξανά τον εαυτό μας στην αμαρτία [πρβ. Ρωμ.
6,18: «ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ(:αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι
στην αρετή)»].
Ας μην υποδουλωθούμε στις
απολαύσεις της γαστέρας και ας μην αφήνουμε την υπερβολή και τον κορεσμό να μας
οδηγούν στην ασυδοσία. Ας μην ανοίξουμε την πόρτα στα πάθη, γιατί από αυτήν την
είσοδο ξεχύνονται μέσα μας σαν ορμητικό κύμα όσα μας οδηγούν στον θάνατο.
Ας μην σταματήσουμε ποτέ την πορεία μας προς τα εμπρός, αλλά ας συνεχίσουμε
αδιάκοπα τον πνευματικό μας αγώνα, με σκοπό να φθάσουμε στο βραβείο της
ουράνιας κλήσης του Θεού [βλ.
Φιλ. 3,13-14: «Τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος, τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος, κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ (:Λησμονώ τα όσα έγιναν στο παρελθόν και τα έχω
αφήσει πίσω μου, και επεκτείνομαι διαρκώς και τρέχω βιαστικά προς εκείνα που
είναι μπροστά μου, και τα οποία μένουν ακόμη ανεκτέλεστα και πρέπει να τα
εκπληρώσω. Κι έτσι προχωρώ κατευθείαν προς το σκοπό που επιδιώκω, και τρέχω
βιαστικά για να πάρω το βραβείο που μας επιφυλάσσει ο Θεός με την πρόσκληση που
μας κάνει προς τον ουρανό μέσω του Ιησού Χριστού)»].
Είναι καλό και ωφέλιμο να αφήνουμε πίσω μας όσα ανήκουν στο
παρελθόν και να προχωρούμε με όλη μας τη δύναμη προς όσα βρίσκονται μπροστά
μας. Είναι καλό να ακούμε τον Χριστό να
μας λέει: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι (:Εάν
κάποιος θέλει να με ακολουθήσει ως μαθητής μου, ας διακόψει κάθε σχέση με τον
διεφθαρμένο από την αμαρτία εαυτό του κι ας πάρει τη σταθερή απόφαση να υποστεί
ακόμη και θάνατο σταυρικό και βίαιο. Και ας με ακολουθήσει μιμούμενος σε όλα το
παράδειγμά μου· και μη διστάσει να προβεί στις αποφάσεις και τις θυσίες αυτές)»[Ματθ.16,24]. Είναι καλό να
ακολουθούμε τον Χριστό καθώς πορεύεται μέσα στον κόσμο και καλεί τους ανθρώπους
κοντά Του: «Δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς (:Ελάτε σε Εμένα όλοι όσοι είστε κουρασμένοι
και φορτωμένοι από το βάρος της αμαρτίας και των θλίψεων. Ελάτε σε Εμένα, κι Εγώ
θα σας ξεκουράσω)». Ο Χριστός μάς καλεί και μας
προστάζει· ας μην αντιστεκόμαστε στο θέλημά Του.
Είναι ο Ίδιος ο Χριστός που μας καλεί· ποιος, λοιπόν, θα μπορούσε να μην
ανταποκριθεί στο κάλεσμά Του; Είναι η ίδια η φωνή του Θεού που μας διδάσκει: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί, οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς (:Εγώ είμαι το φως όλου του κόσμου. Εκείνος που
με ακολουθεί με πλήρη εμπιστοσύνη και ελπίδα και με πρόθυμη υπακοή στα λόγια
μου, δεν θα περπατήσει ούτε θα βρεθεί ποτέ στο σκοτάδι της πλάνης και της
αμαρτίας, αλλά θα έχει μέσα του το ζωηφόρο και πνευματικό φως, που προέρχεται
από την αληθινή ζωή, τον Θεό)»[Ιω.8,12]. Και ακόμη: «Ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ» (:Εγώ ήλθα στον κόσμο ως φως πνευματικό για να
τον φωτίζω, έτσι ώστε να μη μείνει στο σκοτάδι της αμαρτίας και της πλάνης
κανείς από εκείνους που πιστεύουν σε μένα)»[Ιω.12,46]. Και τι θα
μπορούσε, άραγε, να είναι περισσότερο συγγενικό μας και πιο κοντά στην ύπαρξή
μας από αυτό το φως; Γιατί όποιος εγκαταλείπει το σκοτάδι και ενώνεται με το
φως, γίνεται πραγματικά παιδί του φωτός [
βλ. Α΄ Θεσ. 5,5: «Πάντες γὰρ ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας(:Όλοι εσείς είστε παιδιά του φωτός και παιδιά της
ημέρας, και συνεπώς, όποτε κι αν έλθει η ημέρα του Κυρίου, θα σας βρει να
επιτελείτε έργα αρετής φωτεινά. Δεν είμαστε παιδιά της νύχτας ούτε του σκότους)»]. Και πώς θα μπορούσαμε να γίνουμε παιδιά του φωτός, αν δεν αποστραφούμε
κάθε σκοτεινή αμαρτία, που παραμονεύει μέσα στο βαθύ σκοτάδι και μας χτυπά με
τα βέλη της;
Και ποιο πιο παραστατικό σημάδι θα μπορούσε να υπάρχει ότι κάποιος
σηκώνει τον σταυρό του και ακολουθεί τον Χριστό, από το να νεκρώνεται καθημερινά ως προς την αμαρτία, παίρνοντας δύναμη από την ελπίδα των αγαθών
που τον περιμένουν ή συγκλονιζόμενος από τον φόβο των τιμωριών που έχουν
προαναγγελθεί; Ο κατεξοχήν σταυρός, αγαπητέ, να εννοήσεις ότι είναι ο θάνατος για χάρη του Χριστού· κι αν η
θεία Πρόνοια επιτρέψει να κληθούμε να τον υποστούμε, ας μην κάνουμε πίσω.
Γιατί, αν καθημερινά αγωνιζόμαστε με τη θέλησή μας να νεκρωνόμαστε απέναντι
στην αμαρτία, ενώ μια ζωή υποδουλωμένη σε αυτήν θα ήταν στην πραγματικότητα
ένας αξιοθρήνητος θάνατος, πόσο πιο μακάριοι θα ήμασταν αν επιλέγαμε ακόμη και
τον ίδιο τον θάνατο για χάρη του Χριστού;
Ας νεκρωθούμε, λοιπόν, ως προς την αμαρτία, για να αποκτήσουμε την
αληθινή ζωή. Είναι καλό να πεθάνουμε μαζί με τον Χριστό ως προς την παλαιά ζωή,
ώστε να ζήσουμε μαζί Του την καινούργια ζωή [Β΄Τιμ.2,11:
«Πιστὸς ὁ λόγος· Εἰ γὰρ συναπεθάνομεν, καὶ συζήσομεν (: Το ότι οι πιστοί θα απολαύσουν
αιώνια και ένδοξη σωτηρία είναι λόγος αξιόπιστος.Διότι, αν πεθάναμε μαζί με τον
Χριστό με το άγιο βάπτισμα και τις θλίψεις που υποφέρομε γι’ Αυτόν, μαζί Του
και θα ζήσουμε στη μέλλουσα ζωή)»]. Και πώς πεθαίνει
κανείς μαζί με τον Χριστό; Ξεπερνώντας
τα πάθη και ελευθερώνοντας τον εαυτό του από την κυριαρχία τους, χωρίς να
προδίδει την αλήθεια από φόβο και χωρίς, από δισταγμό μήπως δυσαρεστήσει τους
ανθρώπους με τους οποίους συνδέεται, να απεμπολεί αξιοθρήνητα το θάρρος της
ομολογίας του προς τον Θεό. Με αυτόν τον τρόπο αγωνίζεται κανείς για χάρη
του Χριστού. Έτσι συμμετέχει κανείς στον θάνατο του Χριστού, Εκείνου που πρώτος
πέθανε για χάρη μας.
Και πώς κληρονομεί κανείς τα ουράνια αγαθά; Αφήνοντας στη γη όσα ανήκουν στη γη· όλα εκείνα που για λίγο γοητεύουν
τα μάτια, αλλά στη συνέχεια γίνονται αιτία πολύ πιο μακρόχρονης οδύνης. Ας
αφήσουμε, λοιπόν, τις πρόσκαιρες
απολαύσεις αυτού του κόσμου, για να κληρονομήσουμε στην άλλη ζωή την αιώνια
δόξα. Ας αφιερώσουμε και στον Θεό ένα μέρος από τον χρόνο και τη ζωή μας. Ας αφήσουμε τον Θεό να γίνει συμμέτοχος σε
ολόκληρη τη ζωή μας. Έχουμε ήδη διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας.
Αφού ζήσαμε τόσα χρόνια για τις ανάγκες της σάρκας, ας αφιερώσουμε τώρα τη ζωή
μας και στο πνεύμα. Ας αξιοποιήσουμε αυτό το λίγο διάστημα της επίγειας ζωής
που μας απομένει, για να εξασφαλίσουμε για τον εαυτό μας την αιώνια ζωή. Αυτά
που αφήνουμε πίσω μας είναι ελάχιστα μπροστά στα πολύ μεγαλύτερα αγαθά που
προσδοκούμε να λάβουμε. Ό,τι κι αν
προσφέρουμε εμείς, δεν μπορεί να συγκριθεί με όσα μας χαρίζει ο Θεός».
Αυτά
μας διδάσκει ο ιερός, αυτός, εκφραστής της φωνής του Αγίου Πνεύματος. Αυτά
μας διδάσκει ο Τίτος, η μεγάλη σάλπιγγα της Εκκλησίας, που η φωνή της αντηχεί
ως τα πέρατα της οικουμένης· το θεοκίνητο όργανο, η φωνή που βροντά παντού· αυτός που άνοιξε για μας τους καταρράκτες
του θείου ελέους, ώστε τα άφθονα νερά του να σκεπάζουν σαν κατακλυσμός τις
καθημερινές επιθέσεις των πνευματικών εχθρών. Αυτά εξακολουθεί να μας
διδάσκει ο Τίτος ακόμη και από τον τάφο, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος,
αφήνοντας τη φωνή του να ακουστεί μέσα από εμάς τους ταπεινούς σαν μέσα από ένα
μουσικό όργανο. Ας γνωρίσουμε και ας
κάνουμε κτήμα μας, λοιπόν, τις διδασκαλίες του διδασκάλου μας. Ας δεχθούμε να
γίνουμε αληθινοί μαθητές και ας μην απορρίψουμε την πνευματική δωρεά που μας
προσφέρεται. Ας δεχθούμε με προθυμία τη διδασκαλία του και ας μη φανούμε ανυπάκουοι
σε εκείνον που μας διδάσκει. Ας δεχθούμε με βαθύ σεβασμό και ευλάβεια τον
λόγο που μας διδάσκει. Ας μην υποδεχόμαστε τη διδασκαλία του με υποκριτικούς ψιθυρισμούς και
κρυφές αντιδράσεις· αντίθετα, με πρόσωπο ακάλυπτο και βλέμμα καθαρό, ας
στρέφουμε σταθερά το βλέμμα μας στο φως που εκπέμπουν τα λόγια του.
Ας
μυηθούμε στην αληθινή σοφία, που παραμένει κρυμμένη από καταβολής των αιώνων
και την οποία κανείς από τους άρχοντες αυτού του κόσμου δεν μπόρεσε να
γνωρίσει, αφού δεν έφθασε σ᾽ αυτήν μέσα από την πνευματική άνοδο και τη μετοχή στη θεία γνώση [βλ.
Α΄Κορ.2,7-8: «Λαλοῦμεν
Θεοῦ σοφίαν ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν, ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν(:Διδάσκουμε και αναπτύσσουμε
σοφία, της οποίας χορηγός είναι ο Θεός· σοφία μυστηριώδη που δεν μπορεί να
ανακαλύψει ένας πεπερασμένος νους από μόνος του· σοφία η οποία ακόμα και τώρα
που αποκαλύφθηκε από τον Θεό, μένει κρυμμένοι σε όσους είναι αφώτιστοι και
μακριά από τον Χριστό. Αυτή την σοφία πριν ακόμα δημιουργηθούν τα κτίσματα που
έγιναν μέσα στον χρόνο, προαποφάσισε και προκαθόρισε ο Θεός να μας την αποκαλύψει,
με σκοπό να μας δοξάσει με αυτή· την σοφία αυτήν κανένας από τους άρχοντες του
πρόσκαιρου αυτού κόσμου δεν την έχει γνωρίσει. Διότι εάν την είχαν γνωρίσει δεν
θα κάρφωναν στον σταυρό της ατιμίας τον Κύριο, που είναι χορηγός της δόξας)»]. Και, για να τα συνοψίσουμε όλα σε
λίγα λόγια, ας ανήκουμε ολοκληρωτικά
στον Θεό που μας δημιούργησε, χωρίς να αφήσουμε μέσα μας ούτε το παραμικρό
κατάλοιπο από το παλιό και δύσοσμο προζύμι της αμαρτίας.
Και πώς θα το κατορθώσουμε αυτό; Αν αγαπούμε ο ένας τον άλλον. Αν
ανταποδίδουμε με καλό το μίσος εκείνων που μας μισούν και αρνούμαστε να
απαντήσουμε στο κακό με κακό. Αν δεν απαντούμε στο κακό με κακό, πιστεύοντας
πως έτσι θα το διορθώσουμε. Αν συγχωρούμε ο ένας τον άλλον για όσα σφάλματα
έχουμε κάνει μεταξύ μας. Αν καθαρίσουμε την καρδιά μας από κάθε ίχνος δόλου και
πονηρής πρόθεσης. Αν κλείσουμε μέσα μας κάθε δίοδο από την οποία μπορεί να
περάσει ο φθόνος και ξεριζώσουμε κάθε ροπή προς τη ζηλοφθονία. Αν δεν αφήσουμε
τον θυμό να βράζει μέσα μας ούτε την οργή να ριζώνει και να γίνεται μνησικακία.
Αν δεν αφήσουμε τις εμπαθείς απολαύσεις
και τις άλογες επιθυμίες να βρουν είσοδο μέσα μας και να φέρουν μαζί τους τον
θάνατο. Αν ανοίγουμε το σπίτι μας
και προσφέρουμε φιλοξενία σε κάθε ξένο που έχει ανάγκη. Αν απλώνουμε πρόθυμα το
χέρι μας για να βοηθήσουμε όποιον έχει ανάγκη. Αν μοιραζόμαστε το ψωμί μας με
όσους πεινούν. Αν ανοίξουμε το σπίτι μας σε όσους στερούνται στέγη και τα
αναγκαία για να ζήσουν. Αν προσφέρουμε ζεστασιά και φροντίδα στους αδελφούς μας
που υποφέρουν από το κρύο. Αν δεν κλείνουμε τα μάτια στον φτωχό που μας φωνάζει
ζητώντας τη βοήθειά μας. Αν δεν περνούμε αδιάφορα δίπλα από εκείνον που έχει
ανάγκη από τη βοήθειά μας. Αν ερχόμαστε πρόθυμα στους ναούς με ευλαβικό φόβο
και θερμό πόθο για τον Θεό.
Αν
προσφέρουμε στον Θεό το πρώτο και εκλεκτότερο μέρος από τους καρπούς του μόχθου
μας. Αν προσφέρουμε στον Θεό τέτοιες θυσίες και προσευχές που Τον ευαρεστούν
πραγματικά [πρβ. Εβρ. 13,16: «Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· Τοιαύταις
γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός
(:Επιπλέον μη λησμονείτε να κάνετε αγαθοεργίες και να μοιράζεστε και με τους
άλλους τα αγαθά σας. Μην τα λησμονείτε αυτά, διότι ο Θεός με τέτοιες θυσίες
ευχαριστείται και όχι με θυσίες άλογων ζώων»].
Αν δεν επιβουλευόμαστε τους αδελφούς μας και δεν τους
στήνουμε παγίδες. Αν δεν αφήνουμε την ημέρα να τελειώνει ενώ κρατούμε ακόμη
θυμό μέσα μας[Εφ. 4,26: «Ὁ ἥλιος μὴ ἐπιδυέτω ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ὑμῶν(:Κι αν συμβεί να οργισθείτε και να έρθετε σε ρήξη
μεταξύ σας, σπεύδετε να συνδιαλλαγείτε, ώστε να μη σας προφθάσει η δύση του
ήλιου, αλλά να συμφιλιώνεστε προτού έλθει η
νύχτα)»], αλλά ας φροντίζουμε να
συμφιλιωνόμαστε πριν τελειώσει η ημέρα με εκείνους που μας πλήγωσαν ή μας
αδίκησαν.
Αν αγαπούμε ο ένας τον άλλον
όπως μας αγάπησε ο Χριστός, που πρόσφερε τον ίδιο Του τον εαυτό και δέχθηκε τον
θάνατο για χάρη μας, χωρίς να λογαριάσει την ατίμωση του Σταυρού. Αν ζήσουμε με
σωφροσύνη και εγκράτεια και νεκρώσουμε μέσα μας όλα τα πάθη που μας κρατούν
δεμένους στη γη — την πορνεία, την ακαθαρσία, την πλεονεξία, κάθε εμπαθή ηδονή
και την καταστροφική υπερηφάνεια. Αν αποστραφούμε τη φιλαργυρία, αυτήν την
γεννήτρια που φέρνει στον κόσμο τόσα κακά.
«Τίς σοφὸς καὶ συνήσει τοῦτο;(:Ποιος είναι σοφός και θα καταλάβει το νόημα αυτών των λόγων;)» [Ωσ. 14,10]. Και ποιος δεν θα αρκεστεί μόνο στην κατανόηση, αλλά θα τα εφαρμόσει
κιόλας, για να απολαύσει τον καρπό που γεννιέται από την τήρησή τους; Αυτός
είναι αληθινά μακάριος, όχι μόνο
κατά τη δική μου κρίση, αλλά και για κάθε άνθρωπο που σκέφτεται σωστά. Ποιος θα
μπορούσε να βλάψει έναν άνθρωπο που έχει ατσαλώσει τον νου του στην αμετακίνητη προσήλωση στο καλό και τον
έχει περιφρουρήσει σαν καλά οχυρωμένη πόλη με τα τείχη των αρετών;
Αλλά εσείς, παιδιά που μόλις
γεννηθήκατε πνευματικά από τον μακάριο Τίτο! Αυτή η πνευματική μήτρα μάς γέννησε ξανά μέσα από τη δύναμη του
Ευαγγελίου. Σταθείτε ακλόνητοι
απέναντι σε κάθε αόρατο εχθρό, έχοντας
ως πλήρη πνευματικό οπλισμό τη διδασκαλία του αγίου Αποστόλου Τίτου. «Ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾽ ὑμῶν (:Αντισταθείτε στο διάβολο που σας πειράζει με
τις ηδονές του κόσμου, κι αυτός θα φύγει νικημένος και ντροπιασμένος μακριά
σας)»[Ιάκ.4,7]. Να αντιμετωπίζετε με
θάρρος την βδελυρή και αποτρόπαιη παράταξη του Σατανά και να θεωρείτε τα
χτυπήματά του τόσο ανίσχυρα, σαν να ήταν βέλη στα χέρια μικρών παιδιών.
Σταθείτε έτοιμοι για τον πνευματικό αγώνα, ζωσμένοι με την αλήθεια [πρβ.
Εφ.6,14: «Στῆτε
οὖν περιζωσάμενοι τὴν ὀσφὺν ὑμῶν ἐν ἀληθείᾳ (:Σταθείτε,
λοιπόν, στην παράταξη του αγώνα. Ζωσθείτε την αλήθεια σαν ζώνη, ώστε ο φωτισμός
της αλήθειας να σας δίνει πνευματική δύναμη και ευκινησία)»], προστατευμένοι σαν με θώρακα και
κρατώντας το ξίφος του Πνεύματος, δηλαδή τον λόγο του Θεού [πρβ.
Εφ. 6,17: «τὴν
μάχαιραν τοῦ
Πνεύματος, ὅ
ἐστι ῥῆμα Θεοῦ (:Πάρτε
και το μαχαίρι που δίνει το Άγιο Πνεύμα, και το οποίο είναι ο λόγος του Θεού)»], ενώ στηρίζεστε διαρκώς στην προσευχή και τη δέηση [πρβ.
Εφ.6,18: «διὰ
πάσης προσευχῆς
καὶ δεήσεως»]. Ας
οπλιστούμε για τον αγώνα μας με τα θεόπνευστα λόγια του Τίτου, του μύστη των
θείων μυστηρίων, έχοντάς τα σαν τόξο, βέλη και φαρέτρα. Ας θεωρούμε τις
μεσιτευτικές προσευχές του ποιμένα μας προς τον Θεό ως ισχυρά όπλα για την
προστασία μας — σαν ρόπαλο, δόρυ και ξίφος.
Αυτός θα σταθεί μπροστά για
χάρη μας και θα αναλάβει την υπεράσπισή μας. Αυτός θα πάρει θέση στη μάχη και
θα αγωνιστεί για χάρη μας. Αυτός θα συντρίψει κάθε επίθεση και κάθε πόλεμο που
ξεσηκώνεται εναντίον σας. Αυτός θα συντρίψει την υπεροψία και την επιθετική
έπαρση των εχθρών. Αυτός θα σταθεί για
χάρη μας ως μεσίτης και θα παρακαλέσει τον Κύριο, ώστε να απομακρυνθεί από εμάς
η οργή Του. Και αφού απομακρύνει από εμάς όλη την απειλή της θείας οργής —
το ποτήριο της τιμωρίας, το κύπελλο της πτώσης και ως και το πικρό κατακάθι της
οργής — είθε να τη στρέψει ολόκληρη εναντίον των εχθρών.
Και την βίαιη ορμή της θύελλας θα την
μεταβάλει σε απαλή αύρα και θα καταπαύσει την καταιγίδα, φέρνοντας ξανά γαλήνη
και καθαρό ουρανό. Και ακόμη, αυτό το
μεγάλο πλοίο, την Εκκλησία, θα το οδηγήσει με ασφάλεια στο λιμάνι του θελήματος
του Θεού, μακριά από κάθε ταραχή και θαλασσοκλυδωνισμό, ώστε να συνεχίσει
ολόκληρη την πορεία της μέσα σε ειρήνη. Ποιος ξέρει μήπως ο Θεός στραφεί με
έλεος προς εμάς και απομακρύνει τις συμφορές που μας απειλούν;[πρβ. Ιων.
3,9: «Τίς
οἶδεν εἰ μετανοήσει ὁ Θεὸς καὶ ἀποστρέψει ἐξ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ; (: Ποιος ξέρει μήπως μετανοήσει ο
Θεός και απομακρύνει τη μεγάλη Του οργή και δεν χαθούμε;)»]. Γιατί ο Θεός δεν θέλει τον θάνατό μας· θέλει να επιστρέψουμε
κοντά Του και να ζήσουμε [Ιεζ. 33,11: «Οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς, ὡς τὸ ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καὶ ζῆν αὐτόν (:Δεν θέλω να πεθάνει αμετανόητος ο
ασεβής, αλλά ποθώ να μετανοήσει, να απομακρύνει ο ασεβής από τον δρόμο στον
οποίο περιπατεί, και να ζει ευτυχής με τον Νόμο μου)»].
Θα περιποιηθεί, θα επουλώσει τις πληγές μας και θα μας θεραπεύσει· τότε
κανείς δεν θα μπορεί να μας κακοποιήσει ή να μας πλήξει, ούτε να μας αποσπάσει
από την προστατευτική Του δύναμη. Κι αν ακόμη κάποιος εχθρός τολμήσει να
επιτεθεί εναντίον μας, η επίθεσή του δεν θα μείνει αναπάντητη· θα
λιθοβοληθεί. Κι αν ακόμη υψώσει το δόρυ του και ξεσπάσει απειλητικά εναντίον
μας, η ίδια του η ορμή θα καταλήξει στη συντριβή της αλαζονικής του μανίας. Κι
αν ακόμη σηκώσει τα όπλα του εναντίον μας, το ίδιο του το ξίφος θα στραφεί
εναντίον του και θα διαπεράσει την καρδιά του, ενώ το τόξο του θα συντριβεί στα
ίδια του τα χέρια [βλ. Ψαλμ.36,15: «Ἡ ῥομφαία αὐτῶν εἰσέλθοι εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν, καὶ τὰ τόξα αὐτῶν συντριβείη (:Το σπαθί τους όμως ας βυθισθεί
στις δικές τους καρδιές, και ας συντριβούν τα τόξα τους. Ας ματαιωθούν οι
επιβουλές τους και ας πέσουν αυτοί στον λάκκο που έσκαψαν για να παγιδεύσουν
τον δίκαιο)»].
Γιατί ο Ίδιος ο Κύριος θα αναλάβει τον
αγώνα και θα πολεμήσει για μας. «Αὐτὸς ἥξει καὶ σώσει ἡμᾶς· ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ
(: Ο Ίδιος θα έρθει να μας σώσει και
δεν θα αργήσει να έρθει)»[Εβρ. 10,37]. Και τότε όλοι οι εχθροί, σαν άλλοι
Αιγύπτιοι, θα δουν τη μεγάλη και κραταιά δύναμη του Θεού και θα πουν: «Φύγωμεν
ἀπὸ προσώπου Κυρίου τῶν Χριστιανῶν, ὅτι Κύριος πολεμεῖ ὑπὲρ αὐτῶν τὸν Αἰγύπτιον Ἀμαλήκ (: Ας φύγουμε από μπροστά από τον Κύριο των Χριστιανών, γιατί ο Ίδιος
πολεμά για χάρη τους εναντίον του Αιγυπτίου Αμαλήκ)»[Έξ.14,25].
Και θα αφανίσει ολοκληρωτικά το γένος της Άγαρ, εκείνους δηλαδή που ο
συγγραφέας ταυτίζει με «τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια (: αυτούς που με τη σαρκική ζωή τους αποδεικνύονται εχθροί
του Σταυρού του Χριστού, ο οποίος είναι σύμβολο αυτοθυσίας και πόνου. Το τέλος
των ανθρώπων αυτών θα είναι η ψυχική τους απώλεια, διότι θα καταλήξουν στην
αιώνια κόλαση)» [Φιλ.3,18-19].
Η άβυσσος θα τους καταπιεί στα βάθη της θάλασσας και, την ώρα που θα επιχειρούν
να ναυμαχήσουν, τα κύματα θα τους κλείσουν μέσα στην αγκαλιά τους.
Αυτός
είναι ο Θεός μας· με τη δύναμή Του ακόμη κι ένας μόνο θα καταδιώκει μυριάδες
εχθρών και θα τους τρέπει σε φυγή· και, αφού τους συντρίψει, θα τους παραδώσει
ως λάφυρα στους Ρωμαίους [Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, όταν μιλά
για τους Χριστιανούς της αυτοκρατορίας, τους αποκαλεί όλους Ρωμαίους. Ο
όρος «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» είναι μεταγενέστερος ιστοριογραφικός όρος, καθώς
οι ίδιοι οι κάτοικοί της θεωρούσαν το κράτος τους —όπως άλλωστε και ήταν τόσο
από θεσμική, όσο και από ιστορική άποψη—
συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αυτοαποκαλούνταν ως Ῥωμαῖοι.
Κατά συνέπεια, ο όρος “Βυζαντινοί” δεν αποτελούσε σύγχρονο αυτοπροσδιορισμό
τους, αλλά καθιερώθηκε πολύ αργότερα στη δυτική ιστοριογραφία].
Αυτός είναι ο Θεός μας· είθε να χαρίζει
νίκες στους βασιλείς που μοιράζονται το στέμμα και τον θρόνο και να διαφυλάσσει
την εξουσία τους για πολλά χρόνια[Οι «ὁμοστεφεῖς καὶ σύνθρονοι βασιλεῖς» στους οποίους αναφέρεται εδώ ο
άγιος πιθανότατα είναι ο Λέων Γ΄ και ο νεαρός τότε συναυτοκράτορας Κωνσταντίνος
Ε΄. Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης έζησε
περίπου στο 660–740 μ.Χ. και η αρχιερατεία του στην Κρήτη τοποθετείται στις
αρχές του 8ου αιώνα, πριν από την εκδήλωση της εικονομαχικής πολιτικής των
Ισαύρων]. Είθε
ο Θεός να θέσει υπό την εξουσία τους όλους τους βαρβαρικούς και αιμοχαρείς
λαούς [Στην
εποχή του Λέοντος Γ΄ το Βυζάντιο αντιμετώπιζε ιδιαίτερα τους Άραβες, και η
πρώτη περίοδος της βασιλείας του είχε σημαδευτεί από τη μεγάλη αραβική
πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως (717–718). Η σχετική βιβλιογραφία για τον άγιο
Ανδρέα πράγματι συνδέει τις αναφορές του σε εχθρικούς λαούς με το ιστορικό
περιβάλλον Αράβων και Βουλγάρων]. Γιατί ο Τίτος, αναθρεμμένος από τον θείο λόγο, θα σταθεί
από εκεί, από τον ουρανό, ως ευμενής μεσίτης και υπερασπιστής μας. Μαζί του θα σταθούν ως μεσίτες και οι
αξιοΰμνητοι Δέκα Μάρτυρες που τιμάτε στον τόπο σας· με το ίδιο τους το μαρτύριο
θα επικαλεστούν την ευμένεια του Κυρίου, που έχει τη δύναμη να μας λυτρώσει από
τον θάνατο, ώστε να εκπληρωθούν όλα όσα υπηρετούν τη σωτηρία μας και τη δόξα
της θείας Του μεγαλειότητας.
Και μακάρι όλα όσα ευχηθήκαμε να
πραγματοποιηθούν χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση, να έχουν πλήρη και αγαθή
έκβαση και να γίνουν σύντομα πραγματικότητα! Γιατί τότε η ζωή μας θα
ακολουθήσει ομαλό δρόμο· κάθε μας λόγος, κάθε πράξη και κάθε σκέψη θα διαμορφώνεται
σύμφωνα με τους θείους νόμους του Αγίου Πνεύματος, και θα μπορέσουμε να
περάσουμε τη ζωή μας μακριά από ταραχές και μάταιες μέριμνες, με ησυχία και
γαλήνη. Και όταν λίγο αργότερα τελειώσει
αυτή η ζωή, όσοι έχουν προοδεύσει έτσι στον πνευματικό τους βίο, με την αρετή
και τη θεωρία, θα λάβουν ως κληρονομία τη συμμετοχή στη μέλλουσα δόξα και στη
βασιλεία του Θεού.
Αυτά είναι τα δικά μας δώρα
προς εσένα, πάτερ μας και προστάτη όσων σε ικετεύουν· από εμάς που, αν και
διάδοχοί σου, είμαστε ανάξιοι να ονομαζόμαστε έτσι. Αυτή είναι η ταπεινή
προσφορά της φτωχής μου γλώσσας και διάνοιας προς εσένα, που σε αγαπά και σε
περιβάλλει με τιμή ξεχωριστή. Αυτά είναι
η προσφορά η δική μου, εμένα που είμαι ο ελάχιστος ανάμεσα στους ποιμένες και
που, χωρίς να γνωρίζω πώς, αξιώθηκα να υπηρετώ από αυτόν εδώ τον ιερό
επισκοπικό θρόνο και βήμα. Κι αν τα λόγια αυτά είναι λίγα και βρίσκονται
πολύ πιο κάτω απ’ ό,τι πραγματικά σου αξίζει, η αγάπη όμως και η αφοσίωση με
την οποία σου τα προσφέρω δεν είναι καθόλου μικρές. Γιατί είμαι βέβαιος πως θα
δεχθείς με καλοσύνη αυτή την ταπεινή προσφορά μου, σαν ένα μικρό εγκώμιο
αφιερωμένο στη μνήμη σου. Τον αληθινά
τέλειο και πολύ ενδοξότερο έπαινο, όμως, θα τον λάβεις από τον ίδιο τον Κύριο,
προς τον Οποίο ήταν σε όλη σου τη ζωή αδιάκοπα στραμμένος ο ζήλος και ο πόθος
της ψυχής σου.
Τώρα, λοιπόν, ιερή και θεία
κεφαλή, είθε να μας επιβλέπεις από τον ουρανό, συμμετέχοντας πνευματικά στην
ουράνια χορεία γύρω από τον Άγιο Τριαδικό Θεό, καθώς στέκεσαι με τη χάρη Του
ενώπιον του θρόνου της θείας χάριτος και η ψυχή σου καταυγάζεται από το θείο φως
[Εβρ. 4,16: «Προσερχώμεθα
οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος(:Αφού,
λοιπόν, τέτοιος είναι ο αρχιερέας μας, ας πλησιάζουμε με θάρρος και άφοβη
εμπιστοσύνη στον βασιλικό Του θρόνο, από τον οποίο πηγάζει η χάρις)»]. Πρέσβευε για εμάς,
ώστε με τη μεσιτεία σου να γλιτώσουμε από τη θεία οργή που επικρέμαται πάνω σε
ανθρώπους πνευματικά αμελείς σαν εμένα, από τα πάθη που καθημερινά ξεσηκώνονται
μέσα μας, αλλά και από κάθε κακόβουλο εχθρό που μας πολεμά, φανερά ή αόρατα.
Και τη θύελλα που μας χτυπά είθε να την κατασιγάσεις, ώσπου να γίνει απαλή πνοή
και γαλήνια αύρα. Και είθε να αξιωθούμε
κι εμείς την ουράνια μακαριότητα, ώστε ακόμη και τότε, κάτω από την προστασία
των δικών σου πτερύγων, να κατοικήσουμε μαζί σου στις ουράνιες σκηνές όπου τώρα
αναπαύεσαι. Και, καθαροί πλέον, είθε να αξιωθούμε να αντικρίσουμε με καθαρό
βλέμμα το θείο φως από το οποίο τώρα εσύ καταυγάζεσαι. Με την χάρη Εκείνου που
μας κάλεσε με την αγία Του κλήση στο θαυμαστό Του φως· σ’ Αυτόν ανήκει κάθε
δόξα, τιμή και εξουσία, τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.
1 [Ο πανηγυρικός, αυτός, λόγος εκφωνήθηκε από
τον Άγιο Ανδρέα, Αρχιεπίσκοπο Κρήτης με μητροπολιτική έδρα την Γόρτυνα, κατά την περίοδο της
αρχιερατείας του, στις πρώτες δεκαετίες του 8ου αιώνα, μεταξύ
711-740 μ.Χ. Πιθανότατα εκφωνήθηκε στην παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγίου
Τίτου στη Γόρτυνα στις 25 Αυγούστου, χωρίς ωστόσο να είναι γνωστή η ακριβής
χρονολογία της εκφώνησής του].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
μετάφραση, σχόλια και επιμέλεια κειμένου:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ
·
Ἀνδρέας Κρήτης, «Εἰς τὸν ἅγιον καὶ μακάριον καὶ πανεύφημον ἀπόστολον τοῦ Χριστοῦ Τίτον», Λόγος ΙΣΤ΄, Patrologia Graeca 97, στ. 1141–1169, J.-P. Migne, Paris 1860[Andreas Cretensis, Homilia in apostolum Titum, CPG 8185, J.-P. Migne (ed.), Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca, t. 97, Parisiis, cols. 1141–1169].
·
https://www.biblindex.org/en/work-editions/homilia-in-apostolum
titum/patrologia-graeca-97?utm
·
https://orthodoxcrete.com/el/places/archdiocese-of-crete
·
https://www.pemptousia.gr/2014/08/o-agios-apostolos-titos
·
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
·
Π.
Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη
ερμηνεία (απόδοση στην κοινή
νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη,
Αθήνα 2014.
·
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και
ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση
τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
·
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους
εβδομήκοντα,
Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις
αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
·
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου
Ερμηνείας,
Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
·
Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα
2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου