Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Το Καθημερινό του πρόγραμμα. ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΥΜΕΝΤΑΚΗΣ.

.

Το Καθημερινό του πρόγραμμα (ὅπως τὸ ἔζησα τὴν τελευταία του δεκαετία)

H ζωὴ ὅλη τοῦ Γέροντα ἦταν ἕνα πρόγραμμα, ἀκόμη καὶ στὰ βαθιά του γεράματα, ὁπότε δὲν λειτουργοῦσε στὸν Ναό, ἀλλὰ στὸν ἔμψυχο ναὸ τῆς ψυχῆς του, καὶ αὐτὸ περνοῦσε καὶ σὲ ἐμᾶς. 


Ξυπνούσαμε συνήθως ἡ ὥρα ἕξη. Στὶς ἐπτὰ κάναμε τὴν προσευχή μας. Κάναμε τὸν ὄρθρο. Ἔπειτα ἀπ' τὸν ὄρθρο κατ' εὐθεῖαν παράκληση. Εναλλάξ την μεγάλη καὶ τὴν μικρή παράκληση. Καὶ μετὰ διαβάζαμε τὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα, παίρναμε ἁγιασμὸ μὲ ἀντίδωρο. Καὶ ἔπειτα πρωϊνό· ἅμα ἦταν οἱ ἡμέρες ἀρτύσιμες, γάλα κατσικίσιο, ὡς πιὸ εὔπεπτο, με παξιμαδάκι. Τὶς ἄλλες μέρες κάποιο αφέψημα, τσάϊ, φασκόμηλο, ὅ,τι εἴχαμε.


Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Γέροντας καθόταν και διάβαζε περιοδικά, στὰ ὁποία ἦταν συνδρομητής. Θυμᾶμαι ὅτι ἦταν συνδρομητής σε 30 περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες ἐκκλησιαστικές. Κάθε χρόνο ἔδινε γι' αὐτὰ πολλὰ χρήματα. Τότε πήγαινα ἐγὼ στὸ ταχυδρομεῖο καὶ πληρώναμε τὶς συνδρομές. Πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ δὲν τὰ διάβαζε, ἀλλὰ τὸ ἔκανε γιὰ νὰ συντηροῦνται αὐτοὶ οἱ ὀργανισμοί καὶ αὐτοὶ οἱ σύλλογοι ποὺ διέδιδαν τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ.

Καὶ μετὰ μοῦ φώναζε καὶ μοῦ ἔλεγε:

Γιά, παιδί μου, διάβασε αὐτό, γιὰ δές το, πῶς

τὸ καταλαβαίνεις;


Τότε ἀρχίζαμε μιὰ ὡραία πνευματικὴ κουβέντα.

Ἔπειτα μαγειρεύαμε. Πάντα τὰ φαγητά του ἦταν λιτά,σὲ κατσαρόλα ὅλα. Ποτέ στο τηγάνι, ποτὲ στὸν φοῦρνο.

Ὅλα τὰ φαγητὰ ἦταν σὲ κατσαρόλα. Ἦταν ἄριστος μάγειρας. Τὰ φαγητά που μαγείρευε ὁ γέροντας ἦταν μὲν νερόβραστα, ἀλλὰ ἦταν τόσο νόστιμα, ὅλα μετριασμένα στο νερό τους, στὸ λάδι τους, στὸ ἐλάχιστο ἁλάτι, στὸ ἐλάχιστο καρύκευμα. Τὸ λάδι πάντα τὸ ἔβαζε στὸ τέλος, δηλαδὴ στὸ πιάτο του, μετρημένο, δυὸ κουταλιὲς τῆς σούπας, καὶ πάντα συνόδευε κάθε γεῦμα μὲ σαλάτα ἢ χόρτα βραστὰ καὶ στὶς ἀρτύσιμες ἡμέρες μὲ τυρί, γραβιέρα Κρήτης, ποὺ τοῦ ἔστελναν, ἢ τὰ παίρναμε ἀπὸ κάποια εἰδικὰ συγκεκριμένα καταστήματα. Ἔτρωγε ἐπίσης γιαούρτι, πάντα πρόβειο, μὲ μέλι, ξηροὺς καρπούς, ἀλεσμένους, φροῦτα πάντα τῆς ἐποχῆς, ὡριμα, ὄχι ἄγουρα.


 Δὲν ἔτρωγε ποτέ γλυκά. Ήταν πολὺ λιτοδίαιτος. Ἔτρωγε, ἂς ποῦμε, τὰ όσπρια, μέχρι 10 κουταλιὲς ποὺ τὶς μέτραγε. Τὸ κρέας ποὺ ἔτρωγε ἦταν ἐλάχιστο. Ψάρι τρώγαμε κάθε Κυριακή. Συκώτι ἔτρωγε, γιατί εἶχε ἀνάγκη, ἀφοῦ εἶχε χαμηλό αἱματοκρίτη. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτρωγε σὲ πολὺ μικρὲς ποσότητες. Πάντοτε κάναμε τὴν προσευχή μας πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητό. 

Ὅταν χτυποῦσε τὸ τηλέφωνο κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ φαγητοῦ ἦταν πολὺ σύντομος. Ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ, ἔλεγε, εἶναι ἱερή, ἀλλά, καὶ ἂν κάποιος ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη, θὰ ἀπαντήσουμε. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη ἔλεγε: «Πάρτε αργότερα». Κάτι ἄλλο, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐγκράτεια.

Ὁ Γέροντας πολλὲς φορὲς δὲν μποροῦσε νὰ νηστεύσει, ἀφοῦ ἦταν ὑπερήλικας. Καὶ ὅταν ἐμεῖς νηστεύαμε ἄλαδο, ἔλεγε:


– Παιδί μου, σὲ ζηλεύω, ποὺ νηστεύεις.

Ὁ Γέροντας ἦταν ἐγκρατής, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἡλικίας δὲν μποροῦσε νὰ κάνει αὐτὰ ποὺ ἤθελε. Γιὰ αὐτὸ μᾶς ἔλεγε:


Τώρα ποὺ εἶστε νέοι, νὰ κάνετε νηστείες, ἀλλὰ

καὶ αὐτὲς μὲ μέτρο πολλές φορές.

Στὸ φαγητό μᾶς ἔλεγε διάφορα νέα, διάφορα γεγονότα. Μετὰ τὸ φαγητὸ καὶ λόγῳ τῆς ἡλικίας του ἤθελε νὰ κοιμηθεῖ μὲ μέτρο. Εἶχε επιβάλει στὸν ἑαυτό του πρόγραμμα, γιὰ νὰ ὑποτάσσεται ή σάρκα στην ψυχή, δηλαδή, στὸ πνεῦμα. Ἤθελε πάντα να νικάει τὸ πνεῦμα, νὰ νικάει τὸ θέλω τῆς ψυχῆς, τὸ θέλω τῆς σαρκός.

Γύρω στις πέντε ἡ ὥρα τὸ ἀπόγευμα σηκωνόταν, ἔπαιρνε ἕνα τσάϊ, φασκόμηλο συνήθως ἢ δυόσμο ή βασιλικό, ὅ,τι ὑπῆρχε. Καὶ μετὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα τίποτα ἄλλο μέχρι τὶς ὀκτὼ ἡ ὥρα πάλι, ποὺ τὸ βραδινό του ἦταν ἕνα αὐγὸ μὲ λίγο τυρὶ καὶ λίγα χόρτα καὶ ἕνα παξιμάδι. Καὶ ὅλα αὐτὰ πολὺ λιτὰ καὶ πολὺ ἁπλά. Κάθε μέρα κάναμε ἑσπερινό. Καὶ τὸ βράδυ τὸ ἀπόδειπνο καὶ τοὺς χαιρετισμούς. Εἰδικὰ ἡ ὥρα τοῦ ἀποδείπνου καὶ τῶν χαιρετισμῶν ἦταν κάτι ἄλλο. Ἦταν θαυμάσια αὐτὴ ἡ στιγμή. Αξέχαστες στιγμές πνευματικῆς ἐμπει ρίας. 


Καὶ εἰδικὰ ὅταν ὁ Γέροντας ἔκανε τὴν μονολόγιστη, τὴν δική του προσωπικὴ προσευχὴ στὸ τέλος, κατέβαζε τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ. Ὅσο ὁ γέροντας ἦταν ἀμίλητος, τόσο μίλαγε στὸν Θεὸ καὶ τοῦ μίλαγε καὶ στὸν πληθυντικό.

Γέροντα, τοῦ λέγαμε, γιατί μιλάτε στὸν Θεό, στὸν πληθυντικό ;

-Ἀπὸ σεβασμό, παιδιά μου, μᾶς ἔλεγε.

Τόσο πολὺ σεβασμό εἶχε στὸν Ἅγιο Θεό.

Τοὺς καλοκαιρινοὺς μῆνες πάντα πηγαίναμε περίπατο τὰ ἀπογεύματα. Περιπατοῦσε μὲ τὴν μαγκουρίτσα του, διότι, ὅπως ξέρουμε, ἦταν καὶ ἀθλητής, πανκρήτιος πρωταθλητὴς στὴν ἐποχὴ τοῦ 1934-1938.


Τοῦ ἄρεσε τὸ περπάτημα.

Τὰ καλοκαίρια πηγαίναμε τὸ ἀπόγευμα μὲ τὴν δροσιὰ καὶ τὸν χειμώνα, ἂν εἶχε καλό καιρό, πηγαίναμε τὸ πρωΐ. Περπατούσαμε γύρω στα 45 λεπτά. Τὸ καλοκαίρι ἀγαποῦσε καὶ τὴν θάλασσα πάρα πολύ καὶ πηγαίναμε τὸ πρωΐ γιὰ μπάνιο, σὲ ἀπόμερα μέρη. Τὸ φοβερὸ εἶναι ὅτι, ὅταν βγαίναμε ἀπὸ τὴν θάλασσα, ὁ γέροντας πάντα κοίταζε πρὸς Ἀνατολάς, ἔλεγε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε» καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ δῶρο ποὺ λέγεται θάλασσα καὶ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ δόθηκαν στὸν ἄνθρωπο. 


Πάντα δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα ὅσα μᾶς ἔδινε ὁ καλὸς Θεὸς σὲ αὐτὴ τὴν γῆ.

Στο πρόγραμμα τῆς ἡμέρας μέχρι τὴν τελευταία του στιγμὴ δὲν σταμάτησε νὰ ἐξομολογεῖ, πρωΐ καὶ ἀπόγευμα. Ἦταν τὸ μόνιμο διακόνημά του, μὲ τὸ αἴσθημα τῆς πνευματικῆς πατρότητος, ποὺ τὸν συνόδευσε μέχρι τὸν τάφο.




Βιβλιογραφία. 
Ο πνευματικός της Ανατολικής Αττικής γέροντας Νικόλαος Κουμεντάκης πρότυπο απλότητας ιεροπρεπειας υπομονής αγκαλιας ανοιχτής. 

Δρ. Χαράλαμπος Μ.Μπούσιας. 

Έκδοση Ι.Μ. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ Όρος Αμώμων Αττικής.


Δεν υπάρχουν σχόλια: