Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Μητροπολίτης Κονίτσης Ἀνδρέας γιὰ τὰ καρναβάλια


Θέμα: Καρναβάλι καὶ σοβαρότητα λόγω τῶν κρισίμων καιρῶν.

Ἀγαπητοί μου ἀδερφοί,

Μὲ πολλὴ θλίψη πληροφορήθηκα ὅτι κάποιοι ἑτοιμάζουν καρναβαλικὲς ἐκδηλώσεις στὴν μικρή μας πόλη....


Μὲ ἔθλιψε καὶ μὲ θλίβει ὄχι μόνο τὸ γεγονός, πὼς τὰ καρναβάλια εἶναι ἀπομεινάρια εἰδωλολατρικά, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι σὲ καιρούς, ποὺ ἡ οἰκονομικὴ κρίση ἔχει πλήξει ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ ἐνῶ «παίζονται» θέματα ἐπιβιώσεως ὁλόκληρής της ἀκριτικῆς μας Ἐπαρχίας, κάποιοι μοιάζουν νὰ ζοῦν σὲ ἄλλο πλανήτη!

Ἐρωτῶ τοὺς ἁρμοδίους: Ποιὸς θὰ χορηγήσει τὰ χρηματικὰ ποσά που θὰ ἀπαιτήσουν οἱ καρναβαλικὲς - βακχικὲς ἐκδηλώσεις; Σὲ τέτοιους κρίσιμους καιροὺς ἐπιτρέπονται τέτοιου εἴδους σπατάλες καὶ ξεφαντώματα; Νομίζω ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς νὰ σοβαρευτοῦμε. Και νὰ δοῦμε ὅλοι μαζὶ τί πρέπει νὰ πράξουμε γιὰ τὴν σωτηρία αὐτοῦ του... τόπου ἀπὸ ὅσα καταλυτικὰ σχεδιάζει ἡ Πολιτεία.

Διαφορετικά, θὰ εἴμαστε ἄξιοί της τύχης μας. Καὶ γιὰ ὅσα τυχὸν δεινὰ θὰ ἐπακολουθήσουν θὰ φταῖμε ἀποκλειστικὰ ἐμεῖς.

Ἐλπίζω νὰ ἀκούσετε τὴν ἀγωνιώδη φωνὴ τοῦ Ἐπισκόπου σας, ὁ ὁποίος παντοτε ἔχει σταθεῖ στὸ πλευρό σας. Οι καιροὶ εἶναι κρίσιμοι. Στῶμεν καλῶς.
Διαπυρὸς πρὸς Χριστὸν εὐχέτης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+Ο Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανὴς καὶ Κονίτσης Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ
(Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως)

ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ.



ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ ΑΝΤΩΝΙΟΣ(ΒLOOM)

Ό αρχιμανδρίτης Συμφωριανός (1892-1981)

Τα παιδικά του χρόνια

Από τον δήμο Ίλομάντσι , από το χωριό Μελάσελα. μετατέθηκε προς το τέλος του ΙΘ' αιώνα ό χωρικός Νικήτας Ματφέϊεφ στην Πετρούπολη με την ελπίδα να βρει εκεί καλύτερες συνθήκες ζωής. Μέλη τής ίδιας οικογένειας κατοικούν ακόμη και σήμερα στο Ίλομάντσι με το επώνυμο Ματβέϊνεν . Στην Πετρούπολη ό Νικήτας Ματφέϊεφ νυμφεύθηκε την Μαρία Μιχαήλοβνα από το Άουνους τής Καρέλιας. Απέκτησαν τρία παιδιά: τον Πέτρο, την Μαρία και τον Ευγένιο. Ό Πέτρος έγινε αργότερα μοναχός στο Βαλαάμ, ό π. Συμφωριανός.

Ή ζωή τού Νικήτα Ματφέϊεφ στην Πετρούπολη δεν ήταν εύκολη. Μια φορά μέσα στην νοσταλγία του πήγε στο σιδηροδρομικό σταθμό για να αγοράσει εισιτήριο για την Φινλανδία.

Άλλα μπροστά στο εκδοτήριο εισιτηρίων ανακάλυψε προς μεγάλη του έκπληξη, πώς τα χρόνια πού έζησε στην Ρωσία είχε τελείως ξεχάσει την φινλανδική γλώσσα. Ή επιστροφή στην πατρίδα και στο Ίλομάντσι έγινε απραγματοποίητη και γι` αυτόν τον λόγο.

Ή Μαρία Μιχαήλοβνα μεγάλωσε τα παιδιά της με χριστιανικές αρχές και σωστές κατευθύνσεις στην ζωή. Ό Νικήτας Ματφέϊεφ δεν ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας. Αργότερα, σύμφωνα με τις αναπολήσεις τού π. Συμφωριανού, ή θρησκευτικότητα τού πατέρα περιορίστηκε στο ότι πήγαινε το Μεγάλο Σάββατο στην τελετή της ευλογίας των πασχαλινών φαγητών . Ή Μαρία Μιχαήλοβνα ήταν το κεντρικό πρόσωπο της οικογένειας και πολλές φορές την συντηρούσε κιόλας. Τα εισοδήματα τού Νικήτα Ματφέϊεφ από την δουλειά του ως άμαξας πήγαιναν συχνά στην κοντινή ταβέρνα. Ή μητέρα της οικογένειας πήγαινε ως καθαρίστρια στα σπίτια των πιο εύπορων, ξενόπλενε και έκανε και άλλες δουλειές. Έτσι τα έβγαζε πέρα με τα παιδιά της. Τελικά ή συντήρηση της οικογένειας έπεσε εξ ολοκλήρου στους ώμους της, όταν ό σύζυγος της αρρώστησε και έφυγε από τις ταλαιπωρίες της ζωής.

Ήταν άνοιξη κάποτε στις αρχές τού Κ' αιώνα και περίοδος τού Πάσχα, «Ραντόνιτσα» ή το «Πάσχα των Κεκοιμημένων». Ή Μαρία πήγε να κάνει τρισάγιο στους δικούς της, στο Κοιμητήριο τού Σμόλενσκ. Πήρε μαζί του και τον Πέτρο. Στο δρόμο ένα κτίριο σαν εκκλησία προκάλεσε το ενδιαφέρον του Πέτρου. Ή μητέρα εξήγησε, πώς ήταν το σπίτι των μοναχών τού Βαλαάμ.

Τώρα ή μητέρα έπρεπε να απαντήσει σε ένα πλήθος ερωτήσεων του παιδιού σχετικά με το μοναστήρι. Υποσχέθηκε να πάρει τον Πέτρο μαζί της την επόμενη φορά που θα πήγαινε για προσκύνημα. Αυτόν έγινε την Πεντηκοστή, στις 2 Ιουνίου τού 1906.

Στο Βαλαάμ

Όλα στο μοναστήρι άρεσαν στον Πέτρο και ξύπνησαν το ενδιαφέρον του σε τέτοιο βαθμό, πού ζήτησε από την μητέρα του να τον αφήσει για περισσότερο καιρό. Ό ηγούμενος ευλόγησε την παραμονή τού παιδιού στο μοναστήρι. Προηγουμένως τον ρώτησε: «Έχεις κουράγιο να σηκώνεσαι το πρωί στις 2 για το Μεσονυκτικό;». Ό 14χρονος Πέτρος απάντησε καταφατικά και αυτήν την υπόσχεση του την τηρούσε μέχρι τον θάνατο του. Έτσι ή μητέρα ταξίδεψε πίσω στην Πετρούπολη, ενώ το παιδί έμεινε.

Στην αρχή ό νεαρός, σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια, στάλθηκε στα λεγόμενα κοινά διακονήματα. Έμαθε να οδηγεί άλογο και να κάνει αγροτικές εργασίες, πού για ένα παιδί από την πόλη ήταν άγνωστες. Πνευματικός οδηγός του ορίστηκε ό π. Βασσιανός. Ό γέροντας είχε και άλλους μαθητές. Οι νεαροί δόκιμοι πήγαιναν να δουν τον γέροντά τους τις Κυριακές τα απογεύματα. Κάθονταν στο πάτωμα τού κελιού και άκουγαν τις συμβουλές τού καθοδηγητού τους. Μετά πήγαιναν στην είσοδο και γύριζαν ένας-ένας στο κελί τού γέροντα για να ξαλαφρώσουν την συνείδησή τους. Συν τω χρόνω ό π. Βασσιανός και ό Πέτρος σύναψαν μία δυνατή πνευματική φιλία.

Μετά από ένα χρόνο στο Μοναστήρι ό ηγούμενος Παφνούτιος έστειλε τον Πέτρο σε καινούργιο διακόνημα, στο αγιογραφικό εργαστήριο τής Μονής. Ό Πέτρος είχε πει στον ηγούμενος πώς στο σπίτι του τα βράδια σκάλιζε από ξύλο διάφορα αντικείμενα και αυτόν έγινε αφορμή να σταλεί στο αγιογραφείο. Εκεί εργαζόταν με υπομονή και επιμέλεια, αν και δεν είχε κανένα ειδικό ταλέντο ζωγραφικής. Αργότερα λόγω ελλείψεως εργατικού δυναμικού, πού δημιουργήθηκε εξαιτίας τού Α' Παγκοσμίου Πολέμου, το αγιογραφικό εργαστήριο έκλεισε. Οι αδελφοί πού εργάζονταν εκεί στάλθηκαν στους σταύλους να φροντίζουν τις αγελάδες.

Κατά τις παραμονές τής Ρωσικής Επανάστασης το 1917 ορίστηκε να πάει στην Μόσχα να υπηρετεί εκεί στο μετόχι τού μοναστηριού. Εκεί ό τότε μητροπολίτης τού Βλάδιμηρ Σέργιος - αργότερα Πατριάρχης της Μόσχας και πάσης Ρωσίας - τον έκειρε μοναχό με το όνομα Συμφωριανός. Από την Μόσχα δεν μπόρεσε να γυρίσει στην Φινλανδία πριν από το 1923. Τότε τελικά τού το επέτρεψαν. επειδή ό πατέρας του και επομένως και ό ίδιος και τα αδέλφια του ήταν Φινλανδοί πολίτες.

Ή επιστροφή στο Βαλαάμ δεν ήταν και τόσο ευχάριστη. Το μοναστήρι σπάραζε από τις αναταραχές τής ημερολογιακής έριδας. Ό π. Συμφωριανός έγινε ακράδαντος υποστηρικτής τού Παλαιού Ημερολογίου. Γι' αυτόν τον λόγο το εκκλησιαστικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε αποσχηματισμό: δεν τού επιτρεπόταν να φορά πλέον μοναχικά ενδύματα και μανδύα και τον έστειλαν στην μακρινή Σκήτη της Παναγίας τής Τίχβινας για «μετάνοια». Εκεί πιο νωρίς είχε σταλεί και ό γέροντάς του. π. Βασσιανός. «Εξαιτίας των ημερολογιακών ερίδων πολλά υπέφερα στην ζωή μου. Μια φορά βρισκόμουν ακόμη και σε θανάσιμο κίνδυνο, αλλά ό Θεός με φύλαξε και με έσωσε», μνημόνευε αργότερα. Όταν οι μάχες περί τού ημερολογίου άρχισαν να κοπάζουν, επιτρεπόταν σιγά-σιγά στους εξόριστους των Σκητών να επιστρέψουν στην κύρια Μονή. Στο μοναστήρι έγινε βοηθός τού οικονόμου στο γραφείο του. Σαν προσεκτικός και επιμελής πού ήταν, ήταν πραγματικά πολύ κατάλληλο πρόσωπο γι' αυτήν την εργασία.

Ό π. Συμφωριανός εκκλησιαζόταν πολύ τακτικά.

Αγαπούσε τις ακολουθίες και κατείχε καλά το τυπικό.

Ασκούσε και το διακόνημα τού τυπικαρίου.

Έτσι έγινε σιγά-σιγά ακριβής γνώστης των ακολουθιών.

Τις Κυριακές παρευρισκόταν και στην πρώτη και την δεύτερη Λειτουργία. «Δεν μού έμενε χρόνος να κάνω περιπάτους στο νησί», έλεγε αργότερα. Έκτος από την επίσημη εκκλησία περνούσε συχνά και από την ξύλινη παράγκα, το πρώην εργαστήριο των πήλινων σκευών, πού τώρα χρησίμευε ως «κρυφός» ναός των παλαιοημερολογιτών μοναχών.

Ό τελευταίος Βαλααμίτης

Τον καιρό που ή αδελφότητα του Βαλαάμ μεταφέρθηκε στο Χεϊνάβεσι της κεντρικής Φινλανδίας, ό π. Συμφωριανός ήταν περίπου 50 ετών. Ήταν πολύ νεώτερος από τους περισσότερους μοναχούς και έτσι τού έπεφταν συχνά οι πιο βαριές αγροτικές εργασίες. Και καλά τις κατάφερνε, αν και ή κατάσταση των ποδιών του ήταν άσχημη. Πριν από χρόνια ό ιατρός είχε διαπιστώσει ότι τα πόδια του ήταν αγιάτρευτα. Λόγω της υπερβολικής ορθοστασίας και επειδή επί το πλείστον αναγκαζόταν να φορά ακατάλληλα παπούτσια, είχαν πρηστεί και παραμορφωθεί. Συν τω χρόνω γέμισαν πληγές.

Μεταπολεμικώς όταν το μοναστήρι μετατέθηκε στην δικαιοδοσία τού Πατριαρχείου της Μόσχας ό π. Συμφωριανός άρχισε να ανεβαίνει στην ιεραρχία τής Μονής. Το 1952 στην θέση τού αποβιώσαντος ηγουμένου Ιερωνύμου εξελέγη ηγούμενος ό π. Νέστωρ. Όταν ταξίδεψε στο Λένινγκραντ για να ενθρονιστεί, πήρε μαζί του και τον π. Συμφωριανό. ό όποιος χειροτονήθηκε διάκονος και μετά ιερέας στον Καθεδρικό Ναό τού Αγίου Νικολάου στο Λένινγκραντ. Ό ηγούμενος Νέστωρ και ό π. Συμφωριανός πήγαν ακόμη και στην Μόσχα και επισκέφτηκαν την Λαύρα τού Οσίου Σεργίου στο Ζαγκόρσκ. Στην Λαύρα στους επισκέπτες δόθηκε ευκαιρία να γνωρίσουν τούς χώρους τής Πνευματικής Ακαδημίας και να παρακολουθήσουν τα μαθήματα σε τρεις διαλέξεις.

Στο Νέο Βαλαάμ τα καθήκοντα τού π. Συμφωριανού πλήθυναν όλο και περισσότερο. Οι γεροντότεροι πατέρες και αδελφοί έφυγαν ένας-ένας για την αιώνια ανάπαυση και τα καθήκοντα συγκεντρώθηκαν σε όλο και λιγότερα άτομα. Μετά την κοίμηση τού ηγουμένου Νέστορος το Σεπτέμβριο τού 1967, όλη ή ευθύνη για την συνέχιση τής πνευματικής παράδοσης τού Βαλαάμ έπεσε σ' αυτόν. Ό Αρχιεπίσκοπος Παύλος τον ανέβασε στην θέση τού αφηγουμένου και στις 10 Ιουνίου τού 1969 τού έδωσε ως τιμητικό αξίωμα τον τίτλο τού ηγουμένου.

Με μία πιστότητα στο καθήκον, βαθιά συγκινητική, τηρούσε τώρα τον καθημερινό κύκλο των ακολουθιών τής Μονής. Συχνά ήταν αναγκασμένος να τελεί τις ακολουθίες τελείως μόνος του. Νύχτα-νύχτα ό γέροντας ξεκινούσε από το κελί του, στηριζόμενος στο μπαστούνι, προς το ναό. Το βάδισμα τού προξενούσε πολύ πόνο στην κατάσταση πού βρίσκονταν τα πόδια του. Στην εκκλησία ό γέροντας άναβε τα καντήλια και άρχιζε το Μεσονυκτικό, μετά τον Όρθρο και την Λειτουργία. Και αυτό από μέρα σε μέρα. από μήνα σε μήνα, από χρόνο σε χρόνο. Τού πρότειναν, με λεπτότητα, να αποτραβηχτεί στο γηροκομείο τής περιοχής λόγω τής μεγάλης ηλικίας και τής ασθενικής καταστάσεώς του. Αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ήθελε να στέκεται πιστός στην σκοπιά, έως ότου να έχει έστω και λίγες δυνάμεις και χρόνο ζωής. Γενικά βασίλευε ή γνώμη, πώς το μοναστήρι θα σβήσει σύντομα.

Αλλά ή πίστη τού γέροντα βραβεύθηκε. Οι πολυάριθμοι φίλοι τού Βαλαάμ προχωρούσαν σε έργα, για να σώσουν το μοναστήρι και να μεταδώσουν την παράδοση και σε μετερχόμενες γενεές. Έγινε έρανος για να κτιστεί καινούργιος ναός. Ό παλαιός ναός ήταν πολύ κρύος και εξόριστους αρχής είχε κτιστεί μόνον για προσωρινή χρήση. Ό καινούργιος ναός υψώθηκε γρήγορα σε ατμόσφαιρα μεγάλου ενθουσιασμού. Τα εγκαίνια έγιναν στις 5 Ιουνίου τού 1977. Ό π. Συμφωριανός ήταν ό μόνος από τούς μοναχούς τού Παλαιού Βαλαάμ, ό όποιος αξιώθηκε να δει τον ναό έτοιμο και να προσεύχεται σε αυτόν. Εκείνος με την δική του παρουσία και το παράδειγμα συνέδεσε την ευκτική παράδοση του Παλαιού Βαλαάμ με τον Ναό τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού στο Νέο.

Μετά το κτίσιμο τού καινούργιου ναού ήλθαν στο μοναστήρι και νέοι αδελφοί. Ό π. Συμφωριανός ήταν γι' αυτούς ένα ζωντανό παράδειγμα προσευχόμενου μοναχού. «Οι ιερές ακολουθίες είναι ή μόνη μου παρηγοριά», έλεγε στους φίλους του. Επί πολλά χρόνια ό γέροντας κοινωνούσε κάθε ημέρα.

Τώρα ήταν πια καιρός να αναπαυτεί στα γεράματά του. Ό Αρχιεπίσκοπος Παύλος τον χειροθέτησε αρχιμανδρίτη στις 25 Μαρτίου τού 1979 και τού έδωσε ευλογίας να αποσυρθεί στην γεροντική ανάπαυση. Αλλά σχεδόν δύο χρόνια ακόμη ερχόταν στην εκκλησία, ανακάλυψε και όχι πια σαν λειτουργός, απολαμβάνοντας τον σεβασμό τής αδελφότητας και των προσκυνητών.

Ό ηλικιωμένος π. Συμφωριανός αρρώστησε την τελευταία ημέρα τού έτους 1980. Έλαβε μέρος στην αγρυπνία τού νέου έτους, αλλά δεν μπόρεσε πια να έρθει στην Λειτουργία το πρωί. Μεταφέρθηκε στο τοπικό υγειονομικό κέντρο. Εκεί ό τελευταίος μοναχός, πού είχε αγωνιστεί και στο Παλαιό Βαλαάμ, αποδήμησε από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, στις 9 Ιανουαρίου τού 1981.

Ό Αρχιεπίσκοπος Παύλος τέλεσε την νεκρώσιμη ακολουθία στον Ναό τής Μονής μαζί με δεκάδες ιερέων και πλήθος λαού. Στον επικήδειο λόγο του ό Σεβασμιότατος είπε:

«Στην ζωή τού Άρχιμανδρίτου Συμφωριανού επαληθεύθηκαν τα λόγια πού συχνά βλέπουμε στα απολυτίκια των οσίων: «Εκεί νεότητος Χριστόν αγαπήσας». Γνωρίζουμε πώς σχεδόν από την παιδική του ηλικίας μέχρι τα γεράματά του έζησε την ζωή πού άπαξ διάλεξε. Είναι για μάς τύπος και υπόδειγμα πιστότητας. Δεν κοίταξε πίσω του, δεν παραπονέθηκε ποτέ για το ολιγάριθμο τής αδελφότητας, ανακάλυψε και είχε δει το Βαλαάμ με χίλιους μοναχούς. Ούτε και τότε πού έμεινε ό μόνος ιερομόναχος κυριεύθηκε από μελαγχολία, αλλά παραδόθηκε με εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού. Και έτσι ό Θεός δημιούργησε γύρω του νέο φυτώριο να μεγαλώνει και να συνεχίζει την παράδοση.

Ό Απόστολος προτρέπει: "Μνημονεύετε των ηγουμένων ημών, ων αναθεωρούντες την έκβασιν τής αναστροφής μιμείσθε την πίστιν" . Αυτήν ή προτροπή άφορα τώρα τους αδελφούς τής Μονής καθώς και όλους μας».

Ή Τρίτη της εβδομάδας του Θωμά. Τότε, κατά την ρωσική παράδοση, μνημονεύονται οι αποβιώσαντες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΗΝ ΜΟΝΗΣ ΒΑΛΑΑΜ

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Έμαθε να διαβάζει υπερφυσικά.



Η αδελφή μου», διηγήθηκε ή ευλαβέστατη Ειρήνη Μπεντενιώτου από τον Πόρο, μακαρίτισσα πλέον, «είχε χάσει ένα παιδάκι. Τον βράδυ μετά την κηδεία πήγα και εγώ με ένα από τα μικρά μου παιδιά να την συλλυπηθώ. Σε λίγο ήρθε και ό αδελφός μου και έστρωσαν τραπέζι να φάμε. Μας λέγει ό αδελφός μου:

-Τί είναι αυτά πού κάνετε; Τί ψυχές; Αυτά είναι λόγια.

-Λόγια είναι; του λέγω. Δεν ντρέπεσαι; Τί κουβέντες είναι αυτές που ήρθες να μας πής;

-Έτσι μας είχαν πει, λέει.

-Και επειδή σου τον είπε ένας πού πολεμά τον Χριστό, εσύ τον πίστεψες και ήρθες να τον διαδώσεις και σε μας, να μας φέρεις και μας σε απιστία;

»Τόσο πόνεσε ή ψυχή μου και αγανάκτησα πού πήρα τον παιδάκι μου και έφυγα, δεν κάθισα στο τραπέζι. Έβαλα τον παιδί να κοιμηθεί και πήγα, γονάτισα και προσευχήθηκα πολύ λυπημένη με πολύ πόνο. "Χριστέ μου", είπα, "λυπήθηκα πολύ σήμερα και σκανδαλίστηκα με αυτά πού είπε ό αδελφός μου, συγχώρεσε τον".

«Ύστερα έπεσα να κοιμηθώ και είδα στον ύπνο μου ότι βρέθηκα στην Εκκλησία. Εκεί αντίκρισα στην Ωραία Πύλη τον Εσταυρωμένο ολοζώντανο σε φυσικό μέγεθος. Με έπιασε μεγάλος φόβος. Βλέπω να έρχεται κοντά μου ένας Δεσπότης με άμφια και πατερίτσα, κρατούσε ένα Χρυσό Ευαγγέλιο και άστραφτε ολόκληρος. Μου έδωσε τον Ευαγγέλιο και μου είπε:

-Πάρε τον Ευαγγέλιο και να κάνης ότι γράφει τον Ευαγγέλιο. Εκεί πάνω θα βαδίσεις και μην ακούς τα λόγια του αδελφού σου. Ότι σου λέω βάλτο στην καρδιά σου και ότι γράφει αυτό θα κάνεις. Του λέω:

-Πάτερ μου, δεν ξέρω γράμματα ή κακομοίρα.

-Θα μάθεις, μου είπε, και έβαλε τον Ευαγγέλιο στον κόρφο μου.

»Τον πρωί αντί να πάω στη δουλειά πήγα στον παπά-Γιώργη και του είπα ότι μου συνέβη. Μου απάντησε: "Είδες, παιδί μου, ό ίδιος ό Θεός φανερώθηκε για να μη σε χάση. Αυτός που είδες, ό Δεσπότης, ήταν ό 'ίδιος ό Χριστός, επειδή ό αδελφός σου σε σκανδάλισε και έβαλε αμφιβολία στην ψυχή σου".

»Την άλλη μέρα έδωσα σε μια γνωστή μου πέντε δραχμές να μου αγοράσει ένα Ευαγγέλιο. Αυτή χαμογέλασε και μου είπε:

-Θα σου τον φέρω, αλλά δεν ξέρεις να διαβάζεις. Θα τον έχεις μόνο να τον βλέπεις.

-Θα τον βλέπω, θα τον ασπάζομαι αλλά και θα τον διαβάζω, της είπα- δεν της εξήγησα τίποτε.

»Μου τον έφερε και αγόρασα και μια Σύνοψη. Μετά από λίγες μέρες, την Μ. Εβδομάδα, όταν γυρνούσα από την δουλειά, διάβαζα τα τροπάρια από την Σύνοψη και τον Ευαγγέλιο και έκλαιγα. Ή μάννα μου με ρώτησε:

-Τί κάνεις εκεί;

-Καλέ μητέρα, διαβάζω, της λέω.

-Είσαι στα καλά σου; μου λέει. Έκανε τον σταυρό της και πήγε τον είπε στον αδελφός της.

-Ά, της λέει, επειδή πάει στην Εκκλησία, τα έχει μάθει από' έξω.

-Αφού διαβάζει και γυρνάει τα φύλλα!

»Από τότε έμαθα να διαβάζω και διαβάζω τα πάντα. Ήταν θέλημα Θεού, αλλά να γράφω δεν έμαθα».

ΒΙΒΛ. ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ.


Ασπάσθηκε τα πόδια του Χριστού.


Διήγηση ευλαβούς χριστιανού: «Όταν ήμουν μικρός ορφάνεψα από πατέρα. Ή μάννα μου ξαναπαντρεύτηκε και εμένα με έβαλαν σε ορφανοτροφείο. Αργότερα που μεγάλωσα με πήραν μαζί τους. Ό πατριός μου με έστελνε να πουλώ λαχεία, έπαιρνε τα χρήματα που κέρδιζα, με κακομεταχειριζόταν και με χτυπούσε πολύ. Κάποια φορά απελπίστηκα και είπα: "Δεν υπάρχει Θεός για μένα;". Πήγα στην Εκκλησία να προσευχηθώ και ασπάστηκα τα πόδια του Εσταυρωμένου. Αλλά, το λέω και ανατριχιάζω, ένιωσα να ασπάζομαι πραγματικά πόδια, σάρκες!».

ΒΙΒΛ. ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ.

H ΑΘΗΝΑ ME TIS 45.000 ΨΥΧΕΣ ΤΟ 1857



Άποψη της σύγχρονης πόλης - Τα Ανάκτορα - Το Πανεπιστήμιο - Τα κοινωφελή ιδρύματα - Η ύπαιθρος

Κάθε άλλο παρά συγχαρητήρια αξίζουν στους Βαυαρούς για την επιλογή της θέσης της σημερινής πόλης. Αντί να προστατέψουν αυτήν πίσω από την Ακρόπολη προς τη μεριά της θάλασσας, την εξέθεσαν στους δυνατούς βοριάδες αντί να μιμηθούν το σεβασμό του Αδριανού προς την πόλη του Θησέα, έχτισαν βαριά οικοδομήματα πάνω στα αρχαία ερείπια.

Στο λεκανοπέδιο της Αττικής δεν υπάρχει ούτε μια παλάμη γης που να μην έχει ξεχωριστή σημασία. Αν και η τέχνη ξεκίνησε από την Αίγυπτο ή την Ασσυρία, μόνο εδώ έφθασε στο απόγειο της αυτή η μεγαλειώδης έκφραση ευφυΐας, που σχεδόν εξισώνει τον άνθρωπο με το θεό. Εδώ βρίσκεται ο αληθινός ναός της κι έπρεπε να τη σεβαστούν. Δεν είμαι απ' αυτούς που μεμψιμοιρούν, κάθε φορά που οι άνθρωποι, ακολουθώντας μια νέα τάξη ιδεών, ανατρέπουν τα έργα των προγενεστέρων τους. Σε μια χώρα όμως, που όλα χτίζονταν απ' την αρχή, ποιος τους εξανάγκασε να βάλουν τα θεμέλια της νέας πόλης πάνω στα αρχαία ερείπια;

Οι Γερμανοί πίστεψαν πως ήταν Αθηναίοι, επειδή πατούσαν τη γη της Αθήνας. Και, για να δείξουν την αρχαιοπρέπειά τους, οικοδόμησαν όχι μακριά από την Ακρόπολη ένα θεόρατο παλάτι από πεντελικό μάρμαρο, δείχνοντας έτσι με ακρίβεια τη διαφορά αντιλήψεων ανάμεσα σ' έναν Έλληνα καλλιτέχνη και σ' ενώ αρχιτέκτονα από το Μόναχο.

Το τοπίο της πόλης θυμίζει πίτα, κομμένη σε τέσσερα, περίπου ίσα κομμάτια. Οι δύο εντομές είναι οι οδοί Ερμού και Αιόλου . Κέντρο της πίτας είναι τα Ανάκτορα, για τα οποία σας μίλησα προηγουμένως και τα οποία στοίχισαν στο έθνος τουλάχιστον οκτώ εκατομμύρια φράγκα. Αν εξαιρέσουμε αυτούς τους δύο κύριους δρόμους, όλα τα άλλα είναι φτιαγμένα στην τύχη κουτσά στραβά, προς μεγάλη απελπισία εκείνων που θεωρούν την ορθογώνια διάταξη ως άκρον άωτον της αστικής τελειότητας και προς μεγάλη αγαλλίαση εκείνων που ελπίζουν ότι θα δουν κάποτε τη θαμμένη πόλη ν' αναδύεται και να παραμερίζει τις σαρακοφαγωμένες παράγκες. Εδώ και λίγα χρόνια, η ευαισθησία που διαθέτουν οι Έλληνες (και πρέπει την εξυμνήσουμε), απομακρύνει τα σπίτια από την Ακρόπολη και κατασκευάζει από την πλευρά του Λυκαβηττού μια καινούρια συνοικία, τη Νεάπολη. Η νέα συνοικία διαθέτει το πλεονέκτημα να έχει καλύτερο σχέδιο και μεταξύ των δημοσίων οικοδομημάτων της να συγκαταλέγεται ένα αξιοσημείωτο έργο, το Πανεπιστήμιο. Αυτό αποτελεί την πρώτη προσπάθεια πολυχρωμικής αρχιτεκτονικής, που επιχειρήθηκε από το Δανό αρχιτέκτονα Χάνσεν. Παρακινώ τους επιστήμονές που δεν μπόρεσαν ν' ανακαλύψουν στον Παρθενώνα το βαθυκύανο χρώμα, να δουν αυτό το μνημείο. Σίγουρα δε θα υιοθετήσουν την πολυχρωμία (οι επιστήμονες δεν προσηλυτίζονται εύκολα), αλλά θα αντιμετωπίζουν κάπως σοβαρότερα τους αντιπάλους τους.

Για τα άλλα κτίρια δεν έχω να αναφέρω και πολλά πράγματα. Το Οφθαλμιατρείο, η Σχολή για τα Ορφανά, η Ιερατική Σχολή, το Αμαλίειο είναι περισσότερο φιλανθρωπικά έργα παρά μνημειώδη οικοδομήματα. Πρέπει επίσης να κατονομάσουμε και να τιμήσουμε περισσότερο από τους αρχιτέκτονες τους ιδρυτές τους, τους κ.κ. Αρσάκη, Βερναρδάκη, Σίνα, κλπ.

Όλα τα μνημεία της πόλης μαρτυρούν την αγάπη των Ελλήνων προς την πατρίδα τους. Δε θα δείτε όμως ούτε ένα μνημείο που να δείχνει την κυβερνητική μέριμνα. Ο πατριωτισμός των Ελλήνων είναι μεγάλος και μόνο η αδράνεια εκείνων που, ωστόσο, δέχτηκαν την αποστολή να οδηγήσουν τη χώρα στο δρόμο του πολιτισμού, τον συναγωνίζεται.

Υπάρχουν σημαντικά ποσά για την ίδρυση μιας Ακαδημίας που μόλις άρχισε, και ενός Μουσείου, για το οποίο δεν έχει γίνει τίποτε ακόμη. Όσο βρισκόμουν στην Αθήνα, μπήκε η πρώτη πέτρα της Ναυτικής Σχολής (ο Βαράκης από τα Ψαρά είχε αφήσει κληροδότημα από το 1823). Από μια έμπνευση σύμφυτη με την αστυφιλία της εποχής, έχτισαν τη Ναυτική Σχολή μακριά από τη θάλασσα, στο κέντρο της Αθήνας.

Με λίγα λόγια, αφού γυρίσαμε ολόκληρη τη σύγχρονη Αθήνα και είδαμε όλες τις όψεις της, από το Λυκαβηττό μέχρι τα βράχια του Αρείου Πάγου, από τον Υμηττό έως την Πεντέλη, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα με τις 45.000 ψυχές, είναι ένα συνηθισμένο μεγάλο χωριό, χωρίς προσωπικότητα. Το παράπονο του JOCRISSE ότι δεν έβλεπε την πόλη εξαιτίας των σπιτιών, που του έκοβαν τη θέα, δε φαίνεται τόσο ανόητο. Και συμφωνούμε πως, αν οι Έλληνες δεν είχαν άλλους εξαιρετικούς λόγους να θέλουν τους Τούρκους έξω από την Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αρκετή και μόνη η επιθυμία τους να χτίσουν εκ θεμελίων την πρωτεύουσά τους!

Αυτό το γερμανικό κεφαλοχώρι με τις μεγάλες διαστάσεις είναι η μόνη νότα παραφωνίας μέσα στην αρμονία της φύσης. Δεν ξέρω τίποτα πιο όμορφο απ' αυτήν την άγονη και άνυδρη Αττική που μοιάζει με καθαρόαιμο άλογο, του οποίου διαγράφονται έντονα οι φλέβες και οι μυώνες. Πρώτα απ' όλα μας εκπλήσσει αυτή η φαλακρότητα, μια και στη Γαλλία συμβαίνει το αντίθετο ακριβώς. Δεν αργούμε όμως ν' ανακαλύψουμε σ' αυτήν την εξαίσια απλότητα μια γοητεία που μεταβάλλεται ακατάπαυστα, κι ένα γούστο πολύ πιο εκλεπτυσμένο από αυτό των αντιθέσεών μας. Σ' αυτή τη γραμμική γοητεία πρέπει να προσθέσουμε το μαγικό αποτέλεσμα της διαύγειας και της λαμπρότητας του φωτός, το οποίο και την αναδεικνύει. Ο καθαρός ουρανός της Νεάπολης στην Ιταλία, παρέχει μια αμυδρή μόνο ιδέα. Κανένας αχνός δεν παραβιάζει την ευθύτητα του σχεδίου ακόμα κι από πολύ μακριά. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει σύγχυση μεταξύ ουρανού και γης, όπως συμβαίνει στο Βορρά δεν έχουμε μετάβαση από τη σκιά στο φως μόνο μια απερίγραπτη γλύκα και αρμονία.

«Ευτυχισμένα παιδιά, εσείς που περπατάτε σ' έναν καθαρό, απαλό και διαυγέστατο αέρα!»

Ένα βράδυ είχα ανέβει παρέα μ' έναν Γερμανό επιστήμονα στον Άρειο Πάγο από εκεί θαύμαζα τον ήλιο που φώτιζε ακόμα και την ώρα της δύσης του τις πιο μικρές πτυχές της Αίγινας.

«Αυτή η διαύγεια που σας εκπλήσσει», μου είπε ο σύντροφος μου, «οφείλεται σε φυσικά αίτια. Η καθαρότητα της ατμόσφαιρας οφείλεται στην απουσία βλάστησης. Ο αέρας που τη συνιστά, περιλαμβάνει ελάχιστα μόρια ετερογενών ουσιών. Σημειώστε ότι τα ελαστικά υγρά...»

Η επιστήμη, με την ψυχρή της ανάλυση, είναι σκληρή. Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε να γκρεμίσω τον επιστήμονα στην άβυσσο που έχασκε μπροστά μας, βαθιά κι απόκρημνη. Θαυμάζοντας όμως το πανόραμα που ξετυλιγόταν στα πόδια μας, απέβαλα αυτήν την άσχημη σκέψη. Η θάλασσα λειτουργούσε σαν φόντο του πίνακα. Αριστερά βρίσκονταν τα σκαμμένα πλευρά του Υμηττού και δεξιά ο Κορυδαλλός πίσω μας η Πεντέλη κι η Πάρνηθα. Και στα τελευταία πλάνα τα βουνά της Πελοποννήσου με υψωμένες τις μυτερές κορφές τους.

Η Ελλάδα, όπως φαίνεται, θέλει να βλέπει από παντού την Αθήνα. Κι αν η Κόρινθος σωριάστηκε πρόσφατα σε ερείπια από το σεισμό ίσως οφείλεται αυτό στο ότι το Αστεροσκοπείο που χτίστηκε τόσο αδέξια στο λόφο των Νυμφών, την εμπόδιζε να βλέπει την Αθήνα.

A. PRUST ΕΝΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ 1857.

Συγκέντρωση τροφίμων για ορφανά παιδιά.

Συγκέντρωση τροφίμων για ορφανά παιδιά στη Σερβία‏

Συγκλονιστική συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό της Πειραϊκής Εκκλησίας! Ακούστε το δράμα που ζούνε οι αδελφοί μας Σέρβοι εν έτη 2010!!!!

http://misha.pblogs.gr/2010/05/sygkentrwsh-trofimw...

Υπάρχει μεγάλη ανάγκη και όποιος μπορεί ας βοηθήσει, με τον τρόπο του!

Όποιος θέλει να επικοινωνήσει με την κυρία Κυριακή Παναγιωτίδη:
κινητό:
6944587885
σταθερό:
2109842477

Ευχαριστώ.

ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΣΤΟ ΣΟΦΙΚΟ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ.













Αγία Melangell, Παρθένος, Ηγουμένη στην Ουαλία († 641)


ΟΙ ΔΑΔΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΩΝΑ.

ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ.

ΑΠΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ



.....Ακούσας δε τούτο Νέρων εξεπλάγη, και πρόσταξε να κρεμάσουν τους Αγίους, και να τους ξαίνουν αλύπητα σε όλο τους το κορμί, και να τους καίνε με λαμπάδες αναμμένες. Και όσο περισσότερο βασανίζοντο οι Άγιοι, τόσο περισσότερο δυναμώνοντο από την θεία χάρη, και δόξαζαν τον Θεό.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΚΕΛΛΑΚΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΜΑΚΡΗ (1911-2006)









ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΣΤΟ ΣΟΦΙΚΟ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ.

Ο ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΗΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ (ΜΠΕΤ ΣΑΧΟΥΡ) ΧΑΛΙΛ ΑΜΠΟΥΦΑΡΧΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ.


Μία Συγκλονιστική Ουράνια Θεία Λειτουργία

Εκ των Θαυμάτων στο Προσκύνημα των Ποιμένων πλησίον της Βηθλεέμ

Η ΤΟΠΙΚΗ ευσέβεια έχει διασώσει θαυμαστές ιστορίες και περιστατικά, πού συνέβησαν στο Προσκύνημα των Ποιμένων μεταξύ των ετών 1900-1971.

Ό Ελληνορθόδοξος άραβας και ευσεβής κάτοικος του χωριού των Ποιμένων (Μπέτ Σαχούρ) Χαλιλ Άμπουφάρχα ήτο πρόγονος του εφημερίου Ιερέως του χωριού και διηγιόταν το έξης γεγονός, πού έζησε γύρω στα 1903, πριν από περίπου πέντε-έξι γενιές.

Είχε λάβει το κλειδί του Σπηλαίου (όπου ό υπόγειος Ναός του Αγίου Γεωργίου) να πάει ενωρίς να ανάψει τα καντήλια για τον Όρθρο. Νομίζοντας ότι ήταν πέντε ή ώρα το πρωί, επειδή ήταν πανσέληνος εκείνο το βράδυ, έφθασε στο Σπήλαιο στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, πολύ ενωρίτερα.

Όταν έφθασε στον υπόγειο Ναό, άκουσε από' έξω ψαλμωδία, άλλα δίστασε να μπει μέσα επειδή οι φωνές του φάνηκαν άγνωστες. Αναρωτήθηκε ποιός άραγε να είχε ανοίξει τον Ναό, και αφού πήρε θάρρος μπήκε μέσα στην Εκκλησία.

Βρέθηκε λοιπόν σε Ουράνια Θεία Λειτουργία Αγγέλων. Παρατήρησε τότε μια Κυρία, πού στεκόταν κοντά στην Ωραία Πύλη, περιτριγυρισμένη από φωτοστέφανο. Στάθηκε ακίνητος ακούοντας με έκπληξη, θαυμασμό και απορία την ουράνια υμνωδία, διερωτώμενος πώς άραγε ήξιώθη να βρεθεί σε Ακολουθία Αγγέλων, και ποία να ήταν αυτή ή θαυμαστή Γυναίκα.

Ξαφνικά άκουσε να έρχεται από πάνω από την πόρτα του Σπηλαίου, θόρυβος βημάτων άλογου, καλπασμός άλογου και ένας νεαρός Καβαλάρης έφθασε έξω από το Σπήλαιο. Μόλις μπήκε μέσα τρέχοντας, πλησίασε την Κυρία, ή Οποία τον ρώτησε με δυνατή φωνή:

«Που ήσουνα Άγιε Γεώργιε και άργησες να έλθεις, εσύ που δέχεσαι τα περισσότερα δώρα από τους πιστούς;».

Και Αυτός απήντησε:

«Μητέρα του Θεού, Κυρία Θεοτόκε, μια βάρκα βυθιζότανε στο πέλαγος και ήμουν υποχρεωμένος να τρέξω να βοηθήσω τους ανθρώπους πού επικαλέστηκαν την βοήθεια μου».

Λέγοντας αυτά τίναξε τον μανδύα του πού ήτο βρεγμένος, και πιτσίλισε το πρόσωπο και τα ενδύματα του Χαλιλ Λμπουφάρχα πού ήταν παρών.

Όταν τελείωσε ή Ουράνια αυτή Θεία Λειτουργία, έλαβε Αντίδωρο από τα χέρια τής Παναγίας και όταν εξαφανίστηκαν οι Άγγελοι, ή Παναγία και ό Άγιος Γεώργιος, αυτός παρέμεινε με πειστήριον στα χέρια του το Αντίδωρο και τις σταγόνες στα ρούχα του από τον μανδύα του Αγίου Γεωργίου, προς πίστωσιν αληθινή των κατοίκων του χωριού και του Ιερέως, πού έφθασαν κατόπιν για τον Όρθρο, και τούς εξήγησε τα όσα θαυμαστώς είδε και άκουσε στο Σπήλαιο των Ποιμένων.

Απορία Φυλλάδιο του Ηγουμένου της 'Ιεράς Μονής των Ποιμένων 'Αρχιμ. Ιγνατίου του Σεπτ. 2007.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Η ΜΟΝΑΧΗ ΣΕΡΑΦΕΙΜΑ ΜΠΟΝΛΓΚΑΚΟΒΑ.


- Μ. Μ.: Γερόντισσα, πότε ήλθε στο μοναστήρι ή αδελφή Σεραφείμα Μπονλγκάκοβα;

-μ. Μ.: Το 1924. Θυμάμαι, είχε μεγάλη αδυναμία. Από τον υποσιτισμό είχε φουσκάλες σ' όλο τον σώμα. Έβαζε λαδάκι από τον καντήλι των λειψάνων του αγίου Σεραφείμ. Μολαταύτα συνεχιζόταν τον πρόβλημά της. Πήγε στη Μαρία Ίβάνοβνα και τη ρώτησε τί να κάνει. Της είπε: «Το λαδάκι να μη τον βάζεις όπως- όπως, αλλά να κάνεις σταυρό και γύρω από τον σταυρό ένα κύκλο». Άρχισε να βάζει έτσι τον λάδι κι έφυγαν όλες οι φουσκάλες και οι πληγές!

-

- Μ. Μ.: Μιλήστε μας, Γερόντισσα Μαργαρίτα, για την εποχή των μεγάλων διωγμών τότε που βασανίζονταν οι άνθρωποι για την πίστη τους, τότε που λεηλατούσαν μοναστήρια και ναούς.

-μ. Μ.: Χμ! Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο. Όταν έκλεισαν τον μοναστήρι, πολλές εικόνες τις έβαλαν στο ναΐσκο τής Γεννήσεως τής Θεοτόκου, για να τις πάρουν αργότερα. Ό Εσταυρωμένος τής άγιας τραπέζης ήταν μεγάλος και δεν χωρούσε να περάσει από την πόρτα του ναΐσκου. Αποφάσισαν να... κόψουν με τον πριόνι τον χέρι του Εσταυρωμένου -με τον αντίστοιχο τμήμα του σταυρού-για την μεταφορά! Στην άγια τράπεζα του άλλου ναού, του άγιου Αλεξάνδρου Νέφσκι, ήδη λειτουργούσε λέσχη εργατών! Κάποιοι καθεστωτικοί, πήγαν Μεγάλη Πέμπτη να πάρουν τον σταυρό. Καθώς έκοβαν τον χέρι του Κυρίου με τον πριόνι, άρχισαν να στάζουν ρανίδες αίματος!!! Πάγωσαν. Το θαύμα διαδόθηκε αστραπιαία. Το πρωί και τον βράδυ τής Μεγ. Παρασκευής, πλήθη κόσμου έτρεξαν στο ναό, για να δουν τον θαύμα.

Το χειμώνα του 1937, ήσαν πολλές μοναχές στη φυλακή Αρζαμάς, κοντά στο Ντιβέγεβο. Μετά τον κλείσιμο τής Μονής -σύμφωνα με πληροφορίες του διευθυντού των φυλακών Άρζαμάς, του κ. Άντρέγιεφ- εκεί ζούσαν 2.000 μοναχές, από δύο κυρίως μοναστήρια τής περιοχής, του άγιου Νικολάου και του άγιου Αλεξίου μαζί και ή ηγουμένη του καθενός. Υπήρχαν επίσης αρκετές μοναχές από τον Ντιβέγεβο, αλλά και από άλλα μοναστήρια. Αυτές πού έβγαλαν τον ράσο και παντρεύτηκαν, ήσαν ελάχιστες. Ή συντριπτική πλειονότητα οδηγήθηκε στη φυλακή. Ανάμεσα τους ή Σεραφείμα Μπουλγκάκοβα. Μια νύχτα, κάποια αδελφή ξύπνησε και είπε στις άλλες ότι είδε τον άγιο Σεραφείμ να περπατά στην αυλή τής φυλακής μαζί με δύο μοναχές και να λέει: «Να, εγώ οδηγώ στη φυλακή τις αγαπημένες μου αδελφές»! Αμέσως έτρεξαν στο παράθυρο πού έβλεπε στην αυλή. Είδαν να περπατούν δύο νεοφερμένες μοναχές, ή Μαριάμ και ή Πελαγία. Την ίδια εποχή, ή Βέρα Τσιτσαγκόβα έλεγε ότι κι αυτή έβλεπε στον ύπνο της ανάλογα. Συγκεκριμένα, τις μοναχές του Ντιβέγεβο να κάθονται σ' ένα μεγάλο τραπέζι. Δίπλα τους να στέκεται ή Παναγία και να δείχνει ποιές από' αυτές θα μπουν στη φυλακή!

Αιωνία ή μνήμη τής Μαρίας Ίβάνοβνα. Είχε προείπει όλες τις δυσκολίες, τις θλίψεις και τις ταλαιπωρίες...

Αργότερα αποφυλακίστηκε ή αδελφή Σεραφείμα. Ένα βράδυ, είδε στον ύπνο της ότι βρισκόταν στο ναό του Ντιβέγεβο κι έψελνε. Απότομα σταμάτησε. Είδε τούς ιερείς, κάτι να συζητούν μεταξύ τους. Βγήκε στην πύλη του ναού και είδε να μπαίνουν δύο αρχιερείς. Τον ένα τον γνώριζε. Ήταν ό Πέτρος. Πέφτει στα πόδια του. Εκείνος τη σήκωσε, κράτησε τον κεφάλι και τής είπε: «Ναι, δούλη του Θεού, φυλακισμένη είσαι»! «Όχι, δέσποτα, δεν είμαι φυλακισμένη απελευθερώθηκα» του απάντησε. «Όχι, πρέπει να πάς κι άλλο», συμπλήρωσε. «Δεν θέλω ήμουν αρκετά στη φυλακή» είπε ή Σεραφείμα με παράπονο. «Κι όμως, αυτό χρειάζεται να γίνει» επέμεινε ό επίσκοπος. Βγήκε έξω από τον ναό. Είδε την ηγουμένη. Φίλησε τον χέρι της, λέγοντας: «Γερόντισσα, ό δεσπότης μου είπε ότι πρέπει να ξαναμπώ στη φυλακή». Σ' αυτό το σημείο ξύπνησε. Τής φάνηκε πώς ήταν στην πραγματικότητα. Τότε ήταν ή περίοδος 1936-38. Πολλές από τις μοναχές πού είχαν απολύσει από τις φυλακές, ζητούσαν αφορμή για να τις φυλακίσουν πάλι!

Ό διευθυντής των σιδηροδρόμων του Καζάν, είχε πάρει μυστική εντολή να αφήσει να συγκρουστούν δύο στρατιωτικά τραίνα, πού μετέφεραν πολεμικό υλικό. Δεν ήξερε τί να κάνει. Βρισκόταν σε απόγνωση. Είτε επέτρεπε τη δολιοφθορά, είτε όχι, θα τον τιμωρούσαν... Τελικά, έγινε ή σύγκρουση. Διέδωσαν στις εφημερίδες ότι υπεύθυνοι ήσαν μοναχοί, μοναχές, τσιγγάνοι και διάφοροι άλλοι άστεγοι! Βγήκε αμέσως απόφαση να συλληφθούν όλοι και να οδηγηθούν στη φυλακή. Νομίζω, εκτελέστηκε ό διευθυντής των σιδηροδρόμων. Μάλιστα...

Ξέραμε ότι ό κάθε αστυνομικός πού έπιανε μια μοναχή ή κρυπτομοναχή ή κάποιον άλλο άνθρωπο τής Εκκλησίας, πληρωνόταν πέντε ρούβλια το... κεφάλι! Την περίοδο εκείνη ή αδελφή Σεραφείμα εργαζόταν στους σιδηροδρόμους, γι' αυτό γνώριζε αυτές τις λεπτομέρειες. Μόλις βγήκε ή διαταγή τής συλλήψεως, πήγε στην πόλη Μούρομ. Δεν γινόταν να μείνει άλλο στην εργασία της. Πήγε κρυφά στον σπίτι όπου έμενε ή ηγουμένη. Ήταν βασανιστικό να περιμένεις να σε βρουν, να σε συλλάβουν. Προσευχόταν θερμά, λέγοντας: «Κύριε, κάνε να με πιάσουν σύντομα, για να μη βασανίζομαι περιμένοντας». Ό άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, έλεγε ότι «στις μοναχές δεν περνούν απαρατήρητα τέτοια λόγια». Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα. Μια φωνή άγρια ρώτησε: «Ποιόν έχετε φιλοξενούμενο»; Μάλλον την είχαν παρακολουθήσει. Είχε παρατηρήσει ότι από το σταθμό, ακολουθούσε κάποιος περίεργος τύπος.

Άνοιξαν την πόρτα ή ηγουμένη και ή οικοδέσποινα πού ήταν πνευματική της κόρη, ψυχίατρος (αργότερα κι αυτή έγινε μοναχή). Συνέλαβαν την Σεραφείμα και την αδελφή Ραφαηλία πού βρισκόταν επίσης εκεί. Ό επικεφαλής διέταξε να μαζέψουν τα πράγματά τους και να τούς ακολουθούσουν. Τούς απάντησαν θαρρετά: «Δεν ερχόμαστε τώρα, μέσα στη νύχτα, με τρεις άντρες. Αν θέλετε, ελάτε το πρωί. Θα σάς περιμένουμε!». Ανεξήγητα, συμφώνησαν! Κράτησαν το διαβατήριο και την ταυτότητα και είπαν στην οικοδέσποινα να τις πάει στον αστυνομικός τμήμα, το πρωί. Έτσι, είχαν τη δυνατότητα να συνομιλήσουν αρκετά με τη Γερόντισσα και να την αποχαιρετήσουν. Τούς είπε επίσκοπος λέξει: «Θα σάς καταδικάσουν πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδο. Εσύ, Σεραφείμα, θα δουλεύεις εκεί σαν λογίστρια. Να προσεύχεσαι στην Παναγία, να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σου. Όταν σε συγχωρήσει, τότε θ' απελευθερωθείς!». Το πρωί τις φόρτωσαν όλες, όπως- όπως σ' ένα μεγάλο φορτηγό. Μαζί με τις μοναχές, τσιγγάνοι, μικροκλέφτες και κάποιοι άλλοι. Ήταν όρθιοι, κολλημένοι σαν σαρδέλες.

Τούς οδήγησαν σε γραφείο, όπου τους περίμενε ή περιβόητη τρόικα- δηλαδή τρία άτομα πού «δίκαζαν» και καταδίκαζαν. Σε τρεις ώρες, δίκασαν τριακόσια άτομα! Κανείς δεν ερευνούσε ουσιαστικά. Μερικές φορές, ούτε πού κοίταζαν τον υποψήφιο κατάδικο... Την Σεραφείμα καταδίκασαν -ως κοινωνικά βλαβερό στοιχείο- πέντε χρόνια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως!.. Ή πρώτη εξορία πού είχε, ήταν με την παράγραφο 58: άντιεπαναστατική οργάνωση, επειδή υπηρετούσε στον ναό! Μόλις, λοιπόν, την καταδίκασαν, πήγε σε στρατόπεδο γενικού τύπου, με τούς εγκληματίες και τούς άλλους κακοποιούς στον νότο. Δούλευε -όπως τής είχε πει ή Γερόντισσα- στον λογιστήριο. Στη συνέχεια την έστειλαν σε στρατόπεδο στην Άπω Ανατολή! Ή πορεία ήταν φοβερή.

Τούς έβαλαν να φτιάξουν το λιμάνι Ναχότκα. Τούς οδήγησαν σε μια γυμνή ακτή. Έπρεπε πρώτα να χτίσουν τα μπλοκ, στα όποια θα έμεναν. Ή Σεραφείμα βρέθηκε στον στρατόπεδο με τούς άνδρες. Έγραψε αμέσως γράμμα στην ηγουμένη: «Γερόντισσα, προσευχηθείτε για μένα- βρίσκομαι στον στρατόπεδο των ανδρών...». Ό Κύριος τής έδωσε δύναμη και νεκρώθηκαν όλες οι αισθήσεις και τα αισθήματα, παρόλο πού ήταν 35 μόλις ετών. Δούλευε και δεν έδινε σημασία σε κανένα. Κι εκεί ήταν λογίστρια. Αργότερα την έστειλαν στον φαρμακείο. Το διηύθυνε ή σύζυγος του διευθυντή του στρατοπέδου και ζητούσε βοηθό πού να μη κλέβει! Την είχε πάρει με καλό μάτι. Δούλευε στον φαρμακείο αποφυλακίστηκε' τις 9 το πρωί ως τις 5 το απόγευμα και στη συνέχεια πήγαινε στον σπίτι τής κυρίας της και εργαζόταν μέχρι τις 10 το βράδυ.

Το ζευγάρι είχε δύο παιδιά και ή μοναχή τούς βοηθούσε. Αργά το βράδυ, πήγαινε στον στρατόπεδο για ύπνο. Ήταν μόνο τριάντα γυναίκες στον μπλοκ και μερικές χιλιάδες ανδρών. Δεν έδινε δικαιώματα σε κανένα και δεν φοβόταν. Μια μέρα ρώτησε έναν εγκληματία ανάλογα πρέπει να φοβάται κι αυτός τής απάντησε: «Όχι. Μέσα στον μπλοκ να μη φοβάσαι τίποτα. Έξω, στον κόσμο να μάς φοβάσαι». Φοβόταν μόνο τα σκυλιά πού άφηναν ελεύθερα τη νύχτα στον στρατόπεδο. Στη συνέχεια την έβαλαν και πάλι στον λογιστήριο- παράλληλα είχε την ευθύνη για το μαγειρείο του νοσοκομείου. Εκεί ανακάλυψε λαθροχειρίες από το μάγειρα. Τον πρόδωσε κάποιος κι ό μάγειρας πήγε σε άλλη φυλακή τέσσερα χρόνια. Όταν αποφυλακίστηκε, σκότωσε αυτόν πού τον πρόδωσε και ξαναφυλακίστηκε, για δέκα χρόνια, αυτή τη φορά!

Στη συνέχεια, την έστειλαν στον Βλαδιβοστόκ. Καθόταν στον κατάστρωμα του φέρυ μπόουτ. Είχε φουρτούνα. Έβρεχε κιόλας. Τούς είχαν δώσει ένα ύφασμα, για να προστατεύονται στοιχειωδώς. Σ' όλο το ταξίδι διάβαζε το ψαλτήρι. Έπλεαν ανάμεσα σε νάρκες και τορπίλες. Το καράβι κινδύνευε κάθε στιγμή ν' ανατιναχθεί. Πέρασαν δίπλα από ένα νησάκι, όπου είχαν αποβιβάσει μοναχές, για να μη τις πειράζουν οι άλλοι κρατούμενοι. Μπροστά στα μάτια τους, τα κύματα ξέβρασαν στην ακτή μια τορπίλη, πού ανατινάχθηκε. Μολονότι οι μοναχές βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από την έκρηξη, καμιά δεν έπαθε το παραμικρό.

Με τα πολλά έφθασαν στον Βλαδιβοστόκ. Αυτή ήταν ή χειρότερη περίοδος τής ζωής της. Ήταν φυλακισμένη μαζί με τούς εγκληματίες. Οι συνθήκες άθλιες. Είχαν ελάχιστο νερό. Κάθε άτομο δικαιούχο ένα μόνο ποτήρι ημερησίως! Αυτό και για να πιουν και για να πλυθούν! Στον διάδρομο υπήρχε ένα μεγάλο βαρέλι, όπου έβαζαν όλες τις ακαθαρσίες. Τη νύχτα, το χρησιμοποιούσαν οι άνδρες για τουαλέτα. Από κει, κάποιες φορές έπαιρναν νερό κι έπλεναν το πάτωμα... Καταλαβαίνετε, ή δυσοσμία ήταν αφόρητη. Το μπλοκ είχε το γυναικείο και το ανδρικό τμήμα. Τα χώριζε ένας λεπτός τοίχος από ξύλο. Μερικοί άνδρες είχαν μαχαίρια. Όλοι γύρω της είχαν πέσει χαμηλά... Ή μοναχή αγωνιζόταν να φυλάξει την καθαρότητα τής ψυχής της. Ή διπλανή της, τής είπε για έναν από τούς κακούργους, ότι είχε σκοτώσει ένα μωρό και είχε πιει το αίμα του... Αυτοί ήσαν οι συγκροτούμενοι της! Όλη την ώρα, κάθε νύχτα ξυπνούσαν από κραυγές. Κάποιον χτυπούσαν, κάποιον βασάνιζαν, κάποιον σκότωναν... Πώς άντεξαν τα νεύρα της; Σε χωριστό μπλοκ έμεναν οι κατάδικοι πού έπασχαν από φοβερά αφροδίσια νοσήματα.

Ένα βράδυ, έφτασε πολυάριθμη ομάδα καινούργιων καταδίκων κι επειδή δεν υπήρχαν κενά κρεβάτια, ό διευθυντής διέταξε να τούς βάλουν στον χώρο των ασθενών και τούς ασθενείς να τούς φέρουν στον μπλοκ τής Σεραφείμας! Οι άρρωστοι δεν ήθελαν να φύγουν από το μπλοκ τους, αφού στον άλλο οι θέσεις ήσαν πιασμένες. Τούς είπαν να μπουν και να τούς βγάλουν από τα κρεβάτια τους! Έτσι, μετά τα μεσάνυχτα ακούστηκαν άγριες φωνές ουρλιαχτά, κραυγές. Μπήκε αλαλάζοντας στον μπλοκ, όλο το λεφούσι των ασθενών. Οι πληγές τους έτρεχαν αδιάκοπα αίμα και πύον. Αγριεμένα τα πρόσωπα -πολλά αποφυλακίστηκε' αυτά παραμορφωμένα- σκαμμένα από την αρρώστια και την ταλαιπωρία. Άρχισαν να τραβούν τούς άλλους από τα κρεβάτια και να μπαίνουν ανάμεσα τους. Έτσι, αναγκάστηκαν να «συμβιώσουν». Έπιναν από τα ίδια κύπελλα. Πήγαιναν στον ίδιο «αποχωρητήριο». Παρόλα ταύτα, ό Θεός τη φύλαξε -προσευχόταν συνεχώς- και δεν έπαθε τίποτα σοβαρό. Τούς πήγανε κάποτε και στα δημόσια λουτρά, όλους μαζί. Οι τελευταίοι δεν πρόλαβαν να πλυθούν, γιατί τελείωσε το λιγοστό νερό! Μ' αυτές τις γυναίκες-εγκληματίες, ή Σεραφείμα απέκτησε καλές σχέσεις.

Μάλιστα σταμάτησαν να βρίζουν όταν ήταν εκείνη μπροστά! Ήταν, ή καημένη, πολύ αδύνατη. Την είχαν σε γενικές εργασίες, σ' ένα κολχόζ. Δεν προλάβαινε να κάνει τη νόρμα της, τής ημέρας. Κάποτε πού ήταν ή επέτειος θανάτου τής μητέρας της, έλεγε: «μανούλα μου, ανάλογα έχεις παρρησία στον Θεό, προσευχήσου για μένα, γιατί δεν αντέχω άλλο θα πεθάνω έδώ». Σε λίγο έγινε το θαύμα. Άλλαξε ή δουλειά της. Δούλευε πιο ελαφρά. Εκείνη την εποχή αρρώστησε. Έπεφταν τα δόντια της. Συνέπεσε ή επέτειος θανάτου του πατέρα της. Τον παρακάλεσε κι εκείνον να πρεσβεύει. Την ίδια μέρα -ω του θαύματος- άλλαξαν το αντικείμενο τής εργασίας της. Την τοποθέτησαν στη φάρμα, να καταγράφει πόσο γάλα έδιναν οι αγελάδες του κολχόζ.

Ένα μήνα πού εργαζόταν εκεί, έπινε γάλα και συνήλθε. Στον στρατόπεδο, τα δύο τελευταία χρόνια δεν πήρε γράμμα από την οικογένεια της. Το τελευταίο ήταν από την αδελφή της, πριν τον πόλεμο. Δεν ήξερε ανάλογα και ποιοι ζουν. Όταν ήλθε ή γιορτή του άγιου Σεραφείμ του Σάρωφ, μπήκε στην αποθήκη λαχανικών για να προσευχηθεί με την ησυχία της! «Πάτερ Σεραφείμ», του έλεγε, «εσύ δεν με ξέχασες. Έτσι δεν είναι; Δεν έχω, έδώ και δύο χρόνια γράμμα από το σπίτι μου. Κάνε κάτι να επικοινωνήσω με τούς δικούς μου». Γύρισε στον μπλοκ και τής έδωσαν γράμμα πού... μόλις είχε φτάσει, από την αδελφή της! Όλοι το στρατόπεδο έτρεξε να δει το γράμμα, γιατί επίσκοπος δύο χρόνια κανείς δεν είχε λάβει κι αυτό ήταν το πρώτο!

Επιτέλους, έφτασε και ή ώρα τής απελευθερώσεως της. Θυμήθηκε τα λόγια τής ηγουμένης: «Να προσεύχεσαι στην Παναγία, να συγχωρήσει τις αμαρτίες σου. Κι όταν σου τις συγχωρήσει, τότε θ' απελευθερωθείς». Την αποφυλάκισαν! Για να φτάσει στον σπίτι, χρειάστηκαν δυόμιση χρόνια... Για ένα διάστημα τούς έβαλαν σε σπίτια, στον Βλαδιβοστόκ, μαζί με τούς άλλους απελευθερωμένους εγκληματίες. Δεν είχε δικό της δωμάτιο. Ήσαν μαζί τέσσερις γυναίκες. Κάθε βράδυ έρχονταν άνδρες και γλεντούσαν. Αυτή πήγαινε στην κουζίνα και προσευχόταν. Όταν κουραζόταν εκεί, πήγαινε στον δωμάτιο, όπου γινόταν μεγάλη φασαρία. Έβαζε την κουβέρτα στον κεφάλι και λέγοντας «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, έλέησόν με την αμαρτωλή», προσπαθούσε να κοιμηθεί.

Ας πάμε όμως και άλλου. Στη Μονή Δανιήλ έγκαταβίωναν οι επίσκοποι Θεόδωρος και Γουρίας. Τούς φυλάκισαν κι εκείνους -για τέσσερα χρόνια- στη φυλακή Ταγκάνσκαγια τής Μόσχας. Ό διευθυντής ήταν κουνιάδος του Τζερζίνσκι, πού ήταν μέλος τής κυβερνήσεως των μπολσεβίκων. Ήταν καλός άνθρωπος ό διευθυντής. Όταν πήρε εντολή να ετοιμάσει κελί για τον πατριάρχη Τύχωνα, με μεγάλο κίνδυνο τής ζωής του πήγε νύχτα στον άγιώτατο. Ζήτησε την ευχή του και στη συνέχεια του εξιστόρησε τα καθέκαστα.

Ό πατριάρχης τον άκουσε ήρεμα και του είπε: «'Αφού έχετε τέτοια εντολή, να ετοιμάσετε το κελί». Τελικά, τότε περιόρισαν τον πατριάρχη στη Μονή Ντονσκόι. Όμως στον κελί αυτό, έβαλαν δώδεκα αρχιερείς μαζί! Λειτουργούσαν εκεί και μη έχοντας διάκονο, με τη σειρά εκτελούσαν τα χρέη του. Μερικοί δεσμοφύλακες ήσαν καλοί. Έδιναν στους ιεράρχες τα πρόσφορα πού έστελναν ευσεβείς γυναίκες. Εκείνη την περίοδο, στη φυλακή Ταγκάνσκαγια κρατείτο ό επίσκοπος Πέτρος Ζβέρεφ, ό όποιος συχνά έλεγε στα πνευματικά παιδιά του: «Αν μπορούσα να σάς δείξω την καρδιά μου, θα βλέπατε ότι το μαρτύριο την καθαρίζει»! Δύσκολα χρόνια. Όμορφα χρόνια! Χρόνια πνευματικής ανατάσεως...

Την εποχή του Χρούτσεφ, ξανάρχισαν οι διωγμοί. Ήταν άκρως επικίνδυνο να συγκεντρωνόμαστε για να προσευχηθούμε. Ό Κύριος και πάλι δεν μάς άφησε. Εκείνο τον καιρό ζούσε ή τελευταία διά Χριστόν σαλή του Ντιβέγεβο, ή οσία Άννα Μπόκοβα. Πολύ μάς στήριξε. Οι μεγαλύτερες αδελφές κοιμήθηκαν και ήλθαν νέες. Ούτε για μια μέρα δεν σταμάτησε ή προσευχή στον Ντιβέγεβο. Είδα ότι πραγματοποιήθηκαν όλες οι προφητείες του άγιου Σεραφείμ, για το μοναστήρι.

Το 1989 βγήκε ή άδεια για τα εγκαίνια του ναού. Ό άγιος πριν εκατόν εξήντα περίπου χρόνια, είχε πει: «Θα 'ρθει ό καιρός και χωρίς καμία δυσκολία, θα σάς πουν ότι ανοίγει το μοναστήρι. Και τότε, μην αρνηθείτε!». Τέλος του 1989, ό πρόεδρος του σοβιέτ του Ντιβέγεβο συνάντησε στον δρόμο μια από τις πιστές γυναίκες πού ζούσαν τη μοναστική ζωή και τής είπε: «Σεις πού ζείτε σαν μία κοινότητα, να ετοιμασθείτε να πάρετε πίσω το ναό τής Μονής». Στις 30 Απριλίου 1989 εγκαινιάστηκε ό ναός τής άγιας Τριάδος από τον αρχιεπίσκοπο Νίζνι Νόβγκοροντ και Άρζαμάς Νικόλαο.

Ό Θεός χαιρέτησε και πάλι την ταλαίπωρη Ρωσία, πού απομακρύνθηκε για ένα μεγάλο διάστημα από την πίστη των πατέρων και πρόδωσε την Ορθοδοξία. Έγινε το ουράνιο δικαστήριο και θανατώθηκαν όχι πλέον 14.000 αθώα βρέφη -όπως επίσκοπος Ήρώδου- αλλά ογδόντα εκατομμύρια τέκνα τής πατρίδας αυτής!.. Και αυτοί πού έμειναν ζωντανοί, φορώντας χειροπέδες σήκωσαν το βαρύ σταυρό του μαρτυρίου...

- Μ. Μ.: Γερόντισσα Μαργαρίτα, πώς αισθάνεστε σήμερα ύστερα αποφυλακίστηκε όσα έχετε , ζήσει και αντιμετωπίσει- πού μπορείτε ελεύθερα να λατρεύετε τον Θεό;

- μ. Μ.: Συγκινούμαι πολύ πού βλέπω την Εκκλησία μας ελεύθερη, απαλλαγμένη από περιπέτειες. Όπως ό Ιωνάς μετά τις τρεις ή μέρες και τις τρεις νύχτες στην κοιλιά του κήτους. Δοξάζω κι ευχαριστώ τον Θεό πού πέρασε ή δυστυχία τής Ρωσίας μας. Τον ευχαριστώ επίσης πού δέχθηκε -σαν θυσία- το τίμιο αίμα των μαρτύρων μας. Σημασία, βεβαίως, έχει εμείς τί κάνουμε- εννοώ πνευματικά. Πρέπει ό καθένας μας να προσπαθεί συνεχώς. Οφείλουμε κι εμείς -σε κάθε επίπεδο- να δίνουμε τη μαρτυρία μας, κηρύσσοντας «Ίησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον»! Έτσι θα νιώθουμε συνεχώς πνευματική χαρά. Τη χαρά πού αισθανόταν ό άγιος Σεραφείμ, την όποια ασφαλώς απέκτησε με πολύ κόπο. Προσευχόταν πάνω στον στύλο, χίλιες μέρες και νύχτες! Ό άγιος είχε πει ότι κάποτε θα ψάλει το Πάσχα σε περίοδο καλοκαιριού, εννοώντας ότι θα βρίσκονταν τότε τα λείψανα του. Οι εχθροί τής πίστεως ήθελαν να εμφανίζουν -όλ' αυτά τα χρόνια- την Εκκλησία ως ανύπαρκτη. Προσπαθούσαν μάλιστα να υποβαθμίζουν την πόλη Σάρωφ, στις διάφορες αναφορές. Την αποσιωπούσαν. Ό ιερός αυτός τόπος, έγινε κέντρο παραγωγής ατομικών όπλων! Το μοναστήρι μας, παλαιότερα διέθετε έξηνταέξι κτίρια. Τα τελευταία χρόνια απέμεινε μόνο ένα!.. Το καθολικό κτίσθηκε με δαπάνη του Μοσχοβίτη Θεοδώρου Βασίλιεβιτς Ντολγκίντσεφ. Το είχε τάξει. Οι μοναχές, παλαιότερα ήσαν ογδόντα. Ασχολούνταν με διάφορα διακονήματα. Πάμπολλες γυναίκες ήθελαν ν' σπασθούν το αγγελικό Σχήμα, αλλά ήταν φύσει αδύνατο, λόγω τής καταστάσεως. Τουλάχιστον, πριν πεθάνουν τις έκαναν μοναχές!

Πόσα και πόσα έχουν δει τα μάτια μου, 97 ολόκληρα χρόνια -έναν αιώνα- πού με αξίωσε ό Θεός να ζω, δίνοντάς μου τόσο πολύ χρόνο για να μετανοήσω...

Ή αδελφή Σεραφείμα Μπουλγκάκοβα κοιμήθηκε εντολή Κυρίω στις 4 Μαρτίου 1991, σε ηλικία 88 ετών. Να 'χουμε την ευχή της!

Συνεχώς παρακαλώ τον Θεό να με συγχωρήσει και να με βάλει σε μια γωνίτσα του Παραδείσου! Για τη Ρωσία μας, εύχομαι ό αιώνας πού σηματοδοτεί την έναρξη τής νέας χιλιετίας, να είναι περίοδος δόξης τής Ορθοδοξίας, πού τόσο ταλαιπωρήθηκε στα εβδομήντα αυτά χρόνια, αλλά και πού τόσο μεγαλούργησε! Σ' εσάς και τούς αγαπητούς αναγνώστες σας, εύχομαι να έχετε την ευλογία του άγιου Σεραφείμ και τις πρεσβείες του προς τον Κύριο. Ό Θεός μαζί σας!

ΒΙΒΛ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ. ΑΝΘΗ ΑΓΙΑΣ ΡΩΣΙΑΣ

Ραπίζεις Ερυθράν, καί δεικνύεις ισχύν τού Θεού, τή ράβδω σου ώ θεόπτα, καί χαράττεις εν ταύτη, Σταυρού τήν θείαν δύναμιν.

Τώ τήν άβατον, κυμαινομένην θάλασσαν, θείω αυτού προστάγματι, αναξηράναντι, καί πεζεύσαι δι' αυτής, τόν Ισραηλί την λαόν καθοδηγήσαντι, Κυρίω άσωμεν, ενδόξως γάρ δεδόξασται.


Ως παράδοξος η κλήσίς σου ώ θεόπτα, ως φοβερά τά έργα τών σών
τεραστίων! ώπται γάρ ο ών σοι Θεός, καί δόξη υψώσας σε,, Ισραήλ Σωτήρα
απέστειλε.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΤΕΙ ΕΝΑ ΣΤΑΥΡΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΛΟΦΟΥΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ


Ο Απόστολος Ανδρέας μετά την πεντηκοστή κήρυξε κατά την παράδοση στην Συρία, Βιθυνία, Πόντο και μετά στην Σκυθία, την νότιο δηλαδή Ρωσία, και έφθασε μέχρι του Δνείπερου ποταμού και του τόπου που σήμερα είναι κτισμένο το Κίεβο. Το Κίεβο είναι ιερή πόλη για τους Ρώσους, γιατί από κει ήρθε ο χριστιανισμός σ’ αυτούς. Το δε όνομα Ανδρέας είναι πολύ συνηθισμένο και διαδεδομένο σ’ αυτούς.

Από τη Σκυθία κατέβηκε στο Βυζάντιο και ίδρυσε την πρώτη εκκλησία με επίσκοπο τον Στάχυ. Γι’ αυτό τιμάται ιδιαιτέρως από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Κι από κει κατέβηκε στην νότιο Ελλάδα και στην Πάτρα δέχθηκε το μαρτύριο χάριν του Χριστού και του ευαγγελίου του.

ΠΩΣ ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΕΠΗΡΕΑΣΤΗΚΑΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ;



Πατήρ Δανιήλ Ψωίνος, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.



ΠΙΝΑΚΙΔΑ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΑΘΩΝΟΣ.

ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ . ΞΕΨΥΧΗΣΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ – ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ.


Μ. Μ.: Γερόντισσα, ένα μεγάλο κεφάλαιο της ρωσικής Ορθοδοξίας, είναι οι διά Χριστόν σαλοί. .Άνδρες και γυναίκες που είχαν επιλέξει τον επώδυνο αυτό δρόμο και τρόπο για να λατρεύουν τον Θεό. Από' όσο γνωρίζω, στην περιοχή της Μονής σας ζούσαν τέτοιες ευλογημένες υπάρξεις. Παρακαλώ μιλήστε μας σχετικά.

- μ. Μ.: Ήσαν αρκετές οι ευλογημένες αυτές υπάρξεις. Στην αρχή του διωγμού μας, πού ζούσαμε ακόμη κοντά στο Ντιβέγεβο, έμενε μαζί μας ή όσια Μαρία Ίβάνοβνα ή διά Χριστόν σαλή. Ξεψύχησε στα χέρια μου. Στα τελευταία της την φρόντιζα εγώ. Θυμάμαι, την ρωτούσα: «Γερόντισσα, πότε θα γυρίσουμε στο μοναστήρι μας;». Καλοκάγαθα μου απαντούσε: «Να είσαι βεβαία, ότι θα έχετε κάποτε και πάλι το μοναστήρι σας. Μάλιστα, μαζί με την ηγουμένη σας, από κει ψηλά πού θα είμαστε, θ' αρχίσουμε να σας καλούμε να επιστρέψετε στο μοναστήρι. Μόνο πού θα σας καλούμε με αριθμούς κι όχι με τα ονόματα σας. Εσένα, Φρόσω, θα σε καλέσουμε με το 338». Το κράτησα στο μυαλό μου. Όταν αργότερα με φυλάκισαν, είδα ότι εκεί δεν μας αναγνώριζαν με τα ονόματα μας, αλλά με αριθμούς. Εμένα μου έδωσαν το 338!!! Προσευχήθηκα θερμά, ευχαριστώντας τον Θεό πού συνεχώς έδειχνε την παρουσία Του. Αργότερα μας πήγαν με το τραίνο στην Τασκένδη. Ό στρατιώτης πού συνόδευε το βαγόνι, μας ζήτησε να τραγουδήσουμε μερικά ζωηρά τραγούδια. Εμείς αρχίσαμε να ψέλνουμε το «ευλογητός ει Χριστέ...» και άλλους ύμνους τής Εκκλησίας μας! Μόλις φτάσαμε στην Τασκένδη, μας πέρασαν από έλεγχο. Διέταξαν και βγάλαμε όλα τα ρούχα. Όταν μας έβγαλαν το σταυρό πού φορούσαμε, τότε νιώσαμε την αίσθηση τής γύμνιας... Με ξυλαράκια φτιάξαμε πρόχειρους σταυρούς.

Όταν τελείωσε ή φυλάκιση μας, οι μοναχές άρχισαν να βρίσκουν δουλειά κοντά στο μοναστήρι μας.

Πολλές επίσης μοναχές και κοσμικές γυναίκες πήγαιναν και ζητούσαν την συμβουλή της όσιας Μαρίας, για διάφορα ζητήματα. Τότε, τα χρόνια ήσαν από κάθε άποψη δύσκολα. Κάποτε, μια γυναίκα πήγε στο σπίτι της Μαρίας Ίβάνοβνα. Μάς διηγείται ή ιδία: «Πήγα στο Σάρωφ, στο σπίτι της Μαρίας Ίβάνοβνα, Ήρθα να την ρωτήσω αναγνώρισαν θα έχω, όπως λένε, στον ήλιο μοίρα. Περνούσα πολύ δύσκολα... Πλησίασα στο σπιτάκι της. Από το παράθυρο την είδα να κάθεται στο κρεβάτι και κάνοντας το σημείο του σταυρού, έλεγε δυνατά: "Στείλε τους. Κύριε, τον ευεργέτη στείλε τους τον ευεργέτη "! Δεν μίλησα. Έφυγα, για να μη διακόψω την προσευχή της. Όταν έφτασα στο Σάρωφ, γνωρίστηκα με κάποιους, οι όποιοι άρχισαν να με βοηθούν με τρόφιμα. Κι όχι μόνον αυτό μου βρήκαν δουλειά κι έτσι επιβίωσε ή οικογένεια μου!»

- Μ. Μ.: Μία μοναχή, για την οποία πολλά έχω ακούσει, είναι -ήταν, Ακριβέστερα- ή Σεραφείμα Μπουλγκάκοβα. Μιλήστε μας γι' αυτήν.

-μ. Μ.: Ευλογημένη ψυχή! Άνθρωπος αρετής και μαρτυρίου. Το 1945, θυμάμαι, δούλευε σ' ένα κολχόζ. Οι συνθήκες άθλιες. Δεν υπήρχε στην περιοχή ναός κι αυτό την πονούσε πολύ. Δεν μπορούσε επίσκοπος χρόνια να δει τούς δικούς της. Μια νύχτα, την εβδομάδα τής Τυρινής, είδε την Μαρία Ίβάνοβνα στ' όνειρο- Την σταύρωσε και τής είπε: «Αυτό είναι για το δρόμο»! Στην συνέχεια την σταύρωσε από την αριστερή πλευρά, λέγοντας: «Αυτό είναι για τα κακά πού θα σου συμβούν»! Το πρωί έλαβε το χαρτί πού επέτρεπε την επιστροφή της! Όλα θα ήσαν ασυγκρίτως δυσκολότερα -από' ότι έλεγε- αναγνώρισαν δεν είχε τις προσευχές τής Μαρίας Ίβάνοβνα. Δίχως την πνευματική βοήθειά της, δεν θα έφτανε στην πατρίδα. Από την εξορία έφυγε στις 25 Μαρτίου. Ή θερμοκρασία ήταν 30° υπό το μηδέν! Από την χαρά της ξέχασε να πάρει φεύγοντας το χοντρό πανωφόρι και πάγωσε! Σ' ένα από τα τραίνα σκότωσαν τον μηχανοδηγό και είχαν δυσκολίες, καθυστερήσεις κ.λπ. Εκείνη όμως γνώριζε από την Μαρία Ίβάνοβνα ότι θα φτάσει τελικά στον προορισμό της. Όπως και έγινε.

Κάποτε, στην Μονή ήλθαν τρεις φίλες μου. Μπήκα στο δωμάτιο τής Μαρίας Ίβάνοβνα, με την πρώτη. Ή διά Χριστόν σαλή, δεν θέλησε να τής μιλήσει, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Όχι, όχι αύτη»! Μπήκα με την δεύτερη. Ή Μ. Ίβάνοβνα είπε το ίδιο Μπήκα και με την τρίτη. Τότε ή οσία Μαρία είπε: «Ναι, αυτή είναι! Λοιπόν, παιδί μου, έχεις τυφλή την μητέρα σου και πρέπει γρήγορα να φύγεις, τώρα αμέσως, γιατί μπορεί να πεθάνει και δεν θα προλάβεις να την δεις!». Ή φίλη μου έχοντας κοσμική νοοτροπία, δεν έδωσε σημασία στα λόγια τής Γερόντισσας. Έμεινε. Σύντομα έμαθε ότι ή μητέρα της είναι βαριά άρρωστη. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι τους, ήταν νεκρή...

Μια μέρα ήλθε στο μοναστήρι μας ένας πολύ σεμνός νέος. Όταν τον είδε ή Μαρία Ίβάνοβνα του είπε ολόκληρη την προηγούμενη ζωή του! Μόλις, την έμαθαν οι συνοδοί του, ό νέος εγκατέλειψε την ιδέα να γίνει κληρικός. Είχε ουσιαστικά κωλύματα... Ή Γερόντισσα το έκανε αυτό μπροστά στους άλλους, για να προλάβει ακριβώς την χειροτονία πού εκείνος σχεδίαζε!

Κάποια φίλη μου, με παρεκάλεσε να μάθω από την Μαρία Ίβάνοβνα, γιατί ό γιός της δεν ήθελε να παντρευτεί, γιατί το καθυστερούσε. Ή μάνα, όπως ήταν φυσικό, ανησυχούσε. Ή οσία είπε: «Μην τον αναγκάζετε. Αφήστε τον. Είναι ασκητής και μάρτυρας!». Ή μητέρα του θύμωσε από την απάντηση. Όμως σε λίγο διάστημα, τον συνέλαβαν. Στην φυλακή αρρώστησε βαριά και όντως πέθανε σαν μάρτυρας, εκεί στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως...

Κάποια φορά πού μπήκα στο κελί τής Μαρίας Ίβάνοβνα, αντίκρισα μια νέα γυναίκα πού τής είχαν κάνει μάγια. Είχε δαιμονιστεί. Ή Γερόντισσα είπε ότι τα μάγια τα είχε κάνει ή κουνιάδα της! Αμέσως μετά, είπε στον διάβολο επιτιμητικά: «Βγες έξω»! Το δαιμόνιο δεν υπάκουσε. «Βάλτε στο λαιμό της το κομποσκοίνι», ζήτησε ή Μαρία Ίβάνοβνα. Το δαιμόνιο δεν έλεγε να βγει. Μια φούσκωνε το χέρι τής κοπέλας, μια το πόδι της, μια ή κοιλιά της. Όταν βάλαμε το κομποσκοίνι στο λαιμό της, φούσκωσε κι ό λαιμός! Άρχισε να πνίγεται. Ή Μαρία Ίβάνοβνα φώναξε αυστηρά στο πονηρό πνεύμα: «Βγες, βγες αμέσως». Τότε από την κοπέλα ακούστηκε μια βαριά φωνή πού έλεγε: «Θα βγω στην πηγή». Ή Γερόντισσα κατάλαβε. Είπε να οδηγήσουν την δαιμονισμένη στο άγιασμα του άγιου Σεραφείμ, στο Σάρωφ. Την πήγαν απόγευμα. Το άλλο πρωί, μόλις ξύπνησε ή Μαρία Ίβάνοβνα χτύπησε τις παλάμες της και φώναξε: «Να, να τρέχει! Τρέχει!». Το βράδυ γύρισαν από το Σάρωφ οι γυναίκες και είπαν ότι ή δαιμονισμένη απαλλάχτηκε το πρωί, στο άγιασμα, όπου είχε πιει και σταυρωθεί με το νερό. Ή Μαρία Ίβάντανα από το Ντιβέγεβο μακριά, τα «έβλεπε» όλα και χαιρόταν.

ΒΙΒΛ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ. ΑΝΘΗ ΑΓΙΑΣ ΡΩΣΙΑΣ

Μοναχή Μαργαρίτα: Ι.Μ. ΝΤΙΒΕΓΕΒΟ - Ο ευλογημένος κρίκος!


Ενώνει δύο εποχές! Την εποχή πριν κλείσουν την Μονή, με την σημερινή. Σχεδόν αιωνόβια ή μεγαλόσχημη Γερόντισσα Μαργαρίτα, κάνει μια γόνιμη αναδρομή στα ενενηνταεπτά χρόνια της.

- Μανώλης Μελινός: Γερόντισσα, εύχεσθε. Με μεγάλη χαρά και ζωηρή συγκίνηση επικοινωνούμε μαζί σας. Γνωρίζουμε ότι στο πρόσωπο σας ενώνονται δύο περίοδοι της Μονής δύο εποχές- δύο τμήματα της Ιστορίας. Παρακαλώ πολύ, πείτε μας ότι σεις κρίνετε, για να τις προσεγγίσουμε σωστά.

- Μοναχή Μαργαρίτα: Να έχετε την ευχή του άγιου και της ηγουμένης μας!

Μετά την κοίμηση του άγ. Σεραφείμ, στο Ντιβέγεβο έμεινε ή ιστορία ότι στην εορτή των Γενεθλίων της Θεοτόκου, ό όσιος είχε πει: "Θα 'ρθει καιρός πού οι ορφανές μοναχές μου θα φύγουν από την πύλη της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Σαν ρεβύθια θα σκορπιστούν". Οι αδελφές αναρωτιόνταν, τί πύλη εννοούσε ό Γέροντας... Το 1927, στην εορτή των Γενεθλίων της Θεοτόκου -πού πανηγυρίζει ή Μονή- άρχισε στις 2 ό μικρός εσπερινός. Εγώ είχα τότε διακόνημα να χτυπώ τις καμπάνες. Πήγα, όπως πάντα, στο καμπαναριό. Το βρήκα κλειδωμένο. Βρήκα το κλειδί και πήγα ν' ανοίξω. Κάποιος μ' έπιασε από το χέρι, λέγοντάς μου αυστηρά: «Που πάς; Απαγορεύεται!». Ήταν αστυνομικός. Μου είπε ότι οι καμπάνες απαγορεύτηκαν. Οι μοναχές, πηγαίνοντας στον εσπερινός, ρωτούσαν ή μία την άλλη γιατί δεν σήμανε; Παρακαλέσαμε να μας αφήσουν να σημάνουμε για τελευταία φορά. Αντί απαντήσεως, άρχισαν οι συλλήψεις! Δίπλα στην Μονή ζούσαν εξόριστοι δύο αρχιερείς.

Ό Ταμπώφ Ζηνόβιος και ό Ντμίτροφσκι Σεραφείμ. Την νύχτα έγινε ή τελευταία λειτουργία. Ή συγκίνηση ήταν ζωηρή. Προέστη ό επίσκοπος Σεραφείμ, ό όποιος είπε στο κήρυγμα του: «Αυτά τα χρόνια, σε καθένα από μας δίνεται το πικρό ποτήρι. Από μας εξαρτάται πώς θα το δεχθούμε. Μερικοί μόνο θα το ακουμπήσουν στα χείλη άλλοι θα πιουν ένα τέταρτο μόνο άλλοι το μισό. Θα υπάρχουν όμως κι αυτοί πού θα το πιουν ως το τέλος! Εσείς, Γερόντισσες, ως τώρα μοιάζατε σαν μεγάλη λαμπάδα, καθώς ήσασταν ενωμένες. Από δώ κι έπειτα, θα γίνετε πολλά μικρά κεράκια. Θα πρέπει να φωτίζετε, ή καθεμία ξεχωριστά, όπου πάτε». Την επομένη νύκτα, οι δύο αυτοί αρχιερείς συνελήφθησαν... Συνέλαβαν και την ηγουμένη μας. Την ανέβασαν σ' ένα καμιόνι. Δίπλα της καθόταν ό Μητροπολίτης Σεραφείμ, απέναντι της ή μοναχή Μαριάμ. Εμείς παρακαλούσαμε να μας αφήσουν να την αποχαιρετίσουμε. «Όχι», απάντησαν οι αστυνομικού, «έτσι πού κλαίτε όλες μαζί, δεν θα σας επιτρέψουμε να την δείτε». Εμείς με μια φωνή είπαμε: «Όχι, όχι, δεν θα κλαίμε, δεν θα κλαίμε. Επιτρέψτε μας...». Με τα πολλά, μας άφησαν. Τρέξαμε όλες κοντά της και της φιλούσαμε τα χέρια. Και λες και δόθηκε ένα αόρατο σύνθημα, αρχίσαμε όλες να κλαίμε με λυγμούς!.. Μέσα στ' αναφιλητά μας, λέγαμε «μας παίρνουν την ηγουμένη, την μητέρα μας...». Οι αστυνομικού άρχισαν να μας χτυπούν, φωνάζοντας και βρίζοντας. Διέκοψαν τον αποχαιρετισμό και μας απομάκρυναν.

Σε μια βδομάδα όλες είχαμε φύγει. Το μοναστήρι μας το έκλεισαν. Θυμάμαι, τότε έβρεχε ασταμάτητα. Και οι άνθρωποι και τα στοιχεία της φύσεως εναντίον μας. Τότε πολλές αδελφές θυμήθηκαν πού ό άγιος έλεγε ότι «οι μοναχές μου θα φύγουν από την πύλη της Γεννήσεως της Θεοτόκου». Οι Αρχές μάς είπαν: «Αν θέλετε, μπορείτε να παραμείνετε, αλλά δεν θα φοράτε ράσο. Θα είσθε όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι. Εκεί πού εργάζεστε, θα βγάλετε τις εικόνες και θα βάλετε την φωτογραφία του συντρόφου Λένιν». Φυσικά, αρνηθήκαμε. Έτσι, μείναμε δίχως στέγη, δίχως δουλειά. Βέβαια, δεν σκορπιστήκαμε αμέσως. Μερικές έμειναν στο χωριό Ντιβέγεβο, άλλες στο χωριό Βερτιάνοβο, άλλες αλλού. Δύο ιερείς λειτουργούσαν με κίνδυνο της ζωής τους σ' ένα μικρό εκκλησάκι, πού είχε κτίσει ή πρώτη ηγουμένη, Αλεξάνδρα. Εκεί μνημόνευαν τα ονόματα όσων μαρτύρησαν. Μια ώρα ό ιερεύς μνημόνευε τα ονόματα...

Κάποιος επίσκοπος βρήκε τρόπο και επικοινώνησε κρυφά με αρκετές από μας και μας στήριξε, λέγοντας: «Από το μοναστήρι σας έδιωξαν, αλλά το μοναχικό Σχήμα δεν μπορούν να σας αφαιρέσουν. Παρόλο πού ζείτε στον κόσμο, να τηρείτε τις μοναστικές υποσχέσεις σας». Οι αδελφές, ζούσαμε ή μία κοντά στην άλλη. Συγκεντρωνόμασταν κρυφά και κάναμε ακολουθίες, τον κανόνα μας. Κάποτε-κάποτε έρχονταν μυστικά εξόριστοι κληρικοί και λειτουργούσαν στα σπίτια κι έτσι κοινωνούσαμε! Συνήθως λειτουργούσε ό π. Πάβελ, ό όποιος εκτελέστηκε το 1938 στις φυλακές του Άρζαμάς. Προηγουμένως τον είχαν ρωτήσει: «Είσαι ποιμένας ή μισθωτός»; «Ποιμένας είμαι και προσφέρω ότι προσφέρω χωρίς αμοιβή!» τούς απάντησε. Ό άλλος ιερεύς, ό π. Συμεών, προερχόταν από οικογένεια εργατών. Την δεκαετία του '30 δεν άντεξε την βία και την καταπίεση και έβγαλε το ράσο. Συμφώνησε να δουλεύει σαν απλός εργάτης σ' ένα εργοστάσιο κατασκευής όπλων στην πόλη Βιάτκα. Πέθανε κοντά στο μηχάνημα του, στα χρόνια του Β' παγκοσμίου πολέμου...


Κάποτε πού είχε άδεια από το εργοστάσιο, πήγε κρυφά στο Ντιβέγεβο, να το δει. Κάποιοι τον αναγνώρισαν στο σταθμό και τον πήραν με το αυτοκίνητο τους μέχρι το ναό. Σ' όλη την διαδρομή, όπως μας είπαν αργότερα, ό ταλαίπωρος έκλαιγε με λυγμούς... Ό διάκονος πού υπηρετούσε στο ναό τής Μονής, ό π. Μιχαήλ, ταλαιπωρήθηκε κι αυτός από τον πειρασμό να εγκαταλείψει το Σχήμα του. Άντεξε όμως, με την βοήθεια του Θεού. Φυλακίσθηκε στο Αρζαμάς κι εξέπνευσε εκεί. μαζί με τον π. Πάβελ.


Οι κρυφές αυτές συναντήσεις -με λειτουργικό σκοπό- γίνονταν κυρίως ως το 1937. Τότε δραστηριοποιήθηκε ή περιβόητη τρόικα- Το πρόχειρο δικαστήριο με τα ισάριθμα μέλη, πού χωρίς λόγο μας καταδίκαζαν. Αν λέγαμε ότι πιστεύουμε, ότι εκκλησιαζόμαστε, μας έκλειναν στην φυλακή! Από τρία ως δέκα χρόνια...


Το μοναστήρι του Σάρωφ το έκλεισαν το 1926, ένα χρόνο νωρίτερα από μας. Αφήρεσαν τις εικόνες και τα βιβλία. Πήραν και την κυπαρισσένια λάρνακα, όπου αναπαυόταν τα λείψανα του αγίου Σεραφείμ. Έβγαλαν τα λείψανα και τα έβαλαν σε πρόχειρο ξύλινο κιβώτιο, μαζί με τα άμφιά του. Έκαψαν διάφορα ιερά είδη. Άλλα τα πήραν μαζί τους. Τα φόρτωσαν σε καρότσια και τα πήγαν στην πόλη Άρζαμάς και από κει στην Μόσχα. Εκεί λειτουργούσε ειδική επιτροπή πού... εξέταζε τα λείψανα των άγιων! Αν έβρισκαν κάτι πού για οποιοδήποτε λόγο τούς ενδιέφερε, το κρατούσαν. Τα ιερά λείψανα μεταφέρονταν σωρηδόν εκεί... Όταν έφτασε το κιβώτιο στην Μόσχα (αυτό πού περιείχε τα λείψανα του αγίου Σεραφείμ) και το άνοιξαν, δεν τα βρήκαν μέσα! Τα ιερά λείψανα -ώ του θαύματος- βρέθηκαν στις 11 Ιανουαρίου 1991, στο ναό της Παναγίας του Καζάν στην Αγία Πετρούπολη και μεταφέρθηκαν στο Ντιβέγεβο. Πρέπει να πούμε ότι, πρώτη φορά -παλαιά- βρέθηκαν παραμονές του κακού πού έγινε στην πατρίδα μας το 1905 και το 1917.

ΒΙΒΛ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ. ΑΝΘΗ ΑΓΙΑΣ ΡΩΣΙΑΣ