«Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΕΙΠΕ...
Μαρτυρία π. Ιωακείμ ἱερομονάχου, Ἱ. Κ. Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, Ἱ. Μ. Σιµωνόπετρας, Ἅγιον Ὄρος
(Ὁ ἐνάρετος Γέροντας Ἰωακείμ ἀπό νέος, μόλις 18 ἐτῶν, ἀφιέρωσε τή ζωή του στόν Θεό. Ἐγκαταβίωσε στήν Ἱ. Μονή Γενέθλιο τῆς Θεοτόκου καί 84 χρόνια µετά, στίς 8 Σεπτεµβρίου 2019 (νέο ἡμερολόγιο), ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, σάν γνήσιο παιδί της, τόν παρέλαβε ἡ Θεοτόκος κοντά της. Κοιμήθηκε µέσα στό περιβόλι της, στό Ἅγιον Ὄρος, στό Ἱ. Κελλί Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου.)
Σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν πῆγα στήν Ἱ. Μ. Κατερινούς (Γενέθλιο τῆς Θεοτόκου) στή Γαβαλού χωρίς νά γνωρίζω τίποτα περί μοναχισμοῦ. Δέν εἶχα ούτε βιβλία, οὔτε ἕναν ἄνθρωπο νά μοῦ πεῖ κάποιο πνευματικό λόγο. Στό Μοναστήρι πού πῆγα ἥμουν ἐγώ καί ὁ Γέροντάς µου, ὁ π. Χρυσόστομος, πού µέ ἔκανε ἀμέσως μοναχό.
Ἀπό κάποια παρεξήγηση ἔφυγα καί τόν κατηγοροῦσα χωρίς νά γνωρίζω τήν ἁμαρτία τῆς κατάκρισης. Λίγο ἀργότερα ἐπέστρεψα, ἀλλά ἤδη οἱ κομμουνιστές εἶχαν σκοτώσει 144 ἀνθρώπους καί εἶχαν συλλάβει τόν Γέροντά µου. Ἀναστατωμένος ἐγκατέλειψα τή Μονή καί ἔγινα παπάς στὀ Ἀγρίνιο.
Ἕνα βράδυ, πρίν κοιμηθῶ, µία µεγάλη φλόγα κατέβηκε καί μπῆκε µέσα στό στῆθος µου, καί χωρίς νά καταλάβω πῶς γίνεται αὐτό, ἄρχισα νά λέω τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν µε..!». Μέχρι ἐκείνη τή στιγµή, ὄχι µόνο δέν γνώριζα ὅτι ὑπάρχει τέτοια εὐχή, ἀλλά δέν ἤξερα οὔτε καί νά προσεύχοµαι σωστά. Μία φωνή µέσα στήν καρδιά µου, ἀνεξάρτητη ἀπό΄᾽µένα, ἐπαναλάμβανε ἀσταμάτητα, ἀκόμη καί τή νύχτα πού κοιµόμουν: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...!» καί ἄρχισα νά περιφρονῶ ὅλες τς µάταιες Κοσμικές µέρινες.
Απο τοτε ποθοῦσα τήν ἀπομόνωση καὶ ἀπέφευγα τούς ἀνθρώποις
Κάποιος μοῦ δώρισε τό βιβλίο “Γεροντικό” καὶ έφριξα καθώς τὸ διάβαζα γιά πρώτη φορά, Καὶ µονολογούσα «Παναγιά µου... πῶς ζούσανε αὐτοί καὶ τί κάνω ἐγώ», με αὐτὸ τὸ βιβλίο κοιμόµουνα καὶ με αὐτό ξυπνοῦσα, Τό εἶχα δίπλα στό μαξιλάρι µου καί μοῦ ἦρθε ἕνας μεγάλος ζῆλος να ἀσκητέψω. Ἔκανα ἕνα πρόχειρο καλυβάκι στό δάσος καί ὅλη τήν ἡμέρα ήμουν µόνο μέ τήν εὐχή,
Μόλις ἔμαθα πώς ὁ Γέροντάς µου π.Χρύσοστομος µόναζε στήν Ἰ. Μ. Παναγίας Βαρνάκοβας, ἀμέσως τοῦ ἔγραψα γράμµα καὶ τοῦ ζήτησα ἐκ βάθους καρδίας νά μέ συγχωρέσει πού τόν κατηγόρησα τόσο ἄσχημα. Ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε: «Αά εἶσαι συγχωρεμένος µέ ΟΛΗ µου τήν καρδιά» Τήν ἑπόμενη ἡμέρα τό πρωί πέθανε!!!!
Ὁ καλός θεός φρόντισε νά λάβω τή συγχώρεση τοῦ Γεροντά µου, ἔστω καί τήν τελευταία στιγµή. Βγῆκα νωρίς στή σύνταξη καὶ ἐγκαταστάθηκα στήν Ἱ. Μ. Ἁγ. Γεωργίου στή Σιβίστα, γιά νά ζήσω ἐπιτέλους ἠσυχαστικά, Ἄρχισα νά ἔρχομαι συχνά στό Ἅγιον Ὄρος καὶ τότε πρωτογνώρισα τόν Ἅγιο. Οταν τό 1967 (ἦμουν πιά ἱερομόναχος) καί, καθώς ταξίδευα µέ τό λεωφορεῖο γιά τό Ἅγιον Ὄρος, δίπλα µου κάθισε ὁ Ἅγ. Πορφύριος. Κατά τί διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ, μοῦ ἔλεγε ὅτι μποροῦσε νά βλέπει κάτω ἀπό τή γῆ, µέσα στά βουνά... καὶ ἄλλα παράξενα κο πρωτόγνωρα, γιά ἐμένα, πράγματα. Ἐκείνη τήν ἐποχή δέ εἶχα διαβάσει, οὔτε εἶχα ἀκούσει ποτέ, οὔτε καί ειχε φανταστεῖ ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι µέ τέτοια µεγάλα χαρισματα ἀπό τόν Θεο.
Ὅλα αὐτά µέ ἔκαναν νά σκεφτῶ ὅτι αυτός ὁ ἄνθρωπος ἦταν σίγουρα τρελός. Μετά χωρίσαμε, διότι ἐκεῖνος μπῆκε στό Ἅγιον Ὄρος ἀπό «ἡ βόρεια πλευρά, ἀπό τήν Ἱερισσό, ἐνῶ ἐγώ µπῆκα ἀπό τήν Ουρανούπολη. Ἀφοῦ ἐπισκέφτήκα διάφορα προσκυνήματα, ἀποφάσισα, λίγες ἡμέρες πρίν ἀποχαιρετήσω τό Ἅγιον Ὄρος. νά πάω στά Καυσοκαλύβια. Καθώς ἀνηφόριζα, ἐπειδή κουβαλοῦσα ἕνα σακίδιο περίπου 20 κιλά, ἄρχισα νά κουράζοµαι καὶ ρωτοῦσα τοὺς προσκυνητές πού κατέβαιναν: “Βρέ παιδιά, ποῦ εἶναι τά Καυσοκαλύβια;
«Λίγο παραπάνω... Σέ λίγο ξαναρωτοῦσα ἄλλους: «θέλει πολύ ἀκόμη νά φτάσω ἐπάνω; «Λίγο παραπάνω...
Ἀνεβαίνοντας συνάντησα τὀν π. Φώτιο τόν Κερασιώτη και τόν Ἅγιο ὁ ὁποῖος, μόλις µέ εἶδε, µέ χαιρέτησε γελώντας:
«Ἔεε.. βρέ! Τί γίνεται μωρέ;
"Πάω στά Καυσοκαλύβια...
Καθώς κατηφορίζανε, τόν ἄκουσα πού εἶπε γελώντας στὀν συνοδό του:
"Παπα-Φώτη, αὐτός δέν θά βγεῖ ἐπάνω. Θά ἀνέβει λίγο παραπάνω καί θά γυρίσει πίσω...
«Ἅαα καλά! Ὁ τρελός εἶναι πού τά ξέρει ὅλα!», σκέφτηκα καί συνέχισα πιό δυνατά, ἀποφασισμένος νά φτάσω πιό γρήγορα ἐπάνω. Ὅμως κουράστηκα καί, ρωτώντας τούς περαστικούς, ὅλοι μοῦ λέγανε: “Λίγο παραπάνω..’ καί “λίγο παραπάνω...” καί ἦρθα καί ἔγινα «πῦρ καί μανία»! Ἀγανακτισµένος καί ταπεινωµένος γύρισα πίσω καί, ὅταν ἔφτασα στόν ἀρσανά, ἄκουσα τόν Ἅγιο πού ἔλεγε στὀν π. Φώτιο: «Δέν σοῦ εἶπα ὅτι θά γυρίσει πίσω».
Ἐκείνη τὴν ἡμέρα αὐτοί βγήκαν ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος ἐγώ πῆγα σὲ ἀγρυπνία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου
Μετά ἀπό ἀρκετό καιρό ξανα ήρθα στό Ἅγιον Ὄρος καί, κατά θεία Πρόνοια τὸν συνάντησα στη Δάφνη, θυμᾶμαι ἦταν τῶν Ἁγίων Θεοδώρων τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς μεγάλης Σαρακοστῆς, πού εορταζεται τὸ θαῦμα τῶν κολλύβων, καὶ ἀφοῦ μέ πλησίασε, μέ ρώτησε: .
«Μωρέ, ποῦ μένεις εσύ;
Μένω ἔξω ἀπ τή Σιβίστα.
Βλέπω τό Μοναστήρι σου ψηλά στὸ βουνό µέσα σέ ἕνα μεγάλο δάσος ἀπό δρῦς καὶ καστανιές. Τό Μοναστήρι σου εἶναι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί εἶναι παλιό... Πῶ, πῶ... βλέπω παλιά ἐκεῖ ἔγινε µεγάλο κακό! Ἄαα., αὐτός εἶναι ἅγιος τόπος! «Οἱ ἀντάρτες σκοτώσανε πολύ κόσμο ἐκεῖ... «Ἐκεῖ τούς βλέπω, κάτω ἀπ' τό καντήλι. «Οἱ κάτοικοι µάζεψαν τά ὁστᾶ καὶ τά θάψανε σὲ µία ἄκρη στήν αὐλῆ καὶ ἀπό πάνω κρεµάσανε ἕνα καντήλι. Ναἰ, τά βλέπω κάτω ἀπ᾿ τό καντήλι... Εἶναι ἅγιοι ἐκεῖ µέσα...
Ο Ἅγιος ἔβλεπε τήν ἱστορία τοῦ τόπου µου. Κατά τόν ἐμφύλιο πόλεμο (1946-49), οἱ ἀντάρτες τοῦ Ἑλληνικο Λαϊκοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Στρατοῦ [ΕΛΛΑΣ) εἶχαν καταλάβει τὸ Μοναστήρι καί τό χρησιμοποιοῦσαν σάν ἀρχηγεῖο.
Οι ἴδιοι Κοιµότανε µέσα στην Ἐκκλησία, ἐνῶ τά Κελλιά των μοναχῶν τά εἶχαν μετατρέψει σὲ κρατητήρια. Οἱ ἐκτελέσεις γινότανε κοντά στήν παλιά Ἐκκλησία,
Μετα επιασε την παλάμη μου και άρχισε να ¨σχεδιάζει¨το Μοναστηρι. Δείχνοντας ενα σημείο σε απόσταση μου εείπε.
" Εδώ στην ψηλότερη κορυφή του βουνού στο Αράκυνθο Ορος ειναι ενα παλιό εκκλησάκι του Αγιου Πέτρου.
- Ναι,ναι..., αυτό είναι πολύ παλιό και ιστορικό.
Σε αυτό το εκκλησάκι ειχε ασκητέψει μια περίοδο της ζωής μου. Μετα ο αγιος δείγνοντας ένα αλλο σημείο επάνω στην παλάμη μου συνέχισε λεγοντας.
«Ἐδῶ, κάτω ἀπ’ τόν Ἅγιο Γεώργιο, βλέπι ἕνα Μοναστήρι... πιό χαμηλά,
«Κι αὐτό εἶναι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ειναι το παλιό"
Ταυτόχρονα σκεφτόµουνα γεμάτος άπορία «Πώς τά ξερει ὅλα αὐτά; Πρέπει νά εἶναι τρελός, Δέν έξηγείται αλλιώς».
Κάποια στιγµή κοίταξε τήν κοιλιά µου καί µέ ρώτησε:
“Εἶσαι ἄρρωστος ἀπό τό στοµάχι σου;
«Ἔεε..; Όχι, ὄχι
«Όταν θά ρθεις στήν Ἀθήνα, ἔλα νά µέ βρεῖς στόν Ἅγιο Γεράσιμο, στήν Πολυκλινική, κι ἐγώ θά σέ πάω σέ κάνενα καλο γιατρό,
«Άντε ἀπό ΄δω., Άκου µέ πονάει ἐμένα τό στοµάχι και θα ερθω στήν Ἀθήνα Κι ἄν ἔρθω, σέ ᾿σένα τόν τρελό θά ερθω? Ἐσύ εἶσαι γιά τά σίδερα!», σκέφτηκα καί χωρίσαµε.
Τότε δέν εἶχα καταλάβει πώς ὁτιδήποτε σκεπτόµουν, ὁ Ἅγιος τό γνώριζε τήν ἴδια στιγµή. Κι ὅμως δέν ἀγανάκτησε μαζί µου, ἀλλά μοῦ χαμογελοῦσε. Ἴσως ἐπειδή ἔβλεπε ὅτι δεν τό ἔκανα ἀπό κακία, παρά µόνο ἀπό ἄγνοια, διότι ὅσα μοῦ ἔλεγε μοῦ φαινόντουσαν παλαβά.
Ἕνα χρόνο µετά, µέ ἔπιασαν δυνατοί πόνοι στὀ στομάχι καί πῆγα στήν Ἀθήνα. Δέν ἤξερα σέ ποιό νοσοκομεῖο νά πάω καί σκέφτηκα: «Τί νά κάνω; Δέν πάω σ᾿ αὐτόν τόν τρελοπαπά µήπως καί µέ πάει σέ κανέναν καλό γιατρό έκεῖ στήν Πολυκλινική!». Ὁ θεός µέ κατεύθυνε κοντά του, διότι ἀπό τότε πάρα πολύ µέ βοήθησε στή ζωή µου, Μόλις µέ εἶδε, φώναξε χαρούµενος: «Ὠωω! Καλῶς τον, καλῶς τον, κάθισε, κάθισε κάτω. Νά τό ξέρεις, ὅλες οἱ ἁμαρτίες σου εἶναι συγχωρεµένες».
Καὶ ἄρχισε νά μοῦ διηγεῖται ὅλη µου τή ζωή. Μοῦ εἶπε ὅλα τά σηµαντικά γεγονότα ἀπό τότε πού ἤμουν παιδί καί µέσα µου ἔνιωσα ἀγάπη καί ἐμπιστοσύνη στό πρόσωπό του. Τήν ἴδια στιγµή πίστεψα πώς εἶχα µπροστά µου ἕναν Ἅγιο καί ἔπεσα κάτω... καί τόν προσκύνησα. Στό τέλος μοῦ διάβασε καί τή συγχωρητική εὐχή καί µέ σταύρωσε µέ τά ἅγια Λείψανα πού μετέφερε ἐπάνω του, µέσα σέ ἕνα μαντίλι Ἐκεῖνα τά συναισθήματα τῆς χαρᾶς καί τῆς εἰρήνης πού µέ κατέκλυσαν δέν περιγράφονται. Ὅλα ἄλλαξαν µέσα µου καί πολύ τόν ἀγάπησα!
Μετά ἀπό τήν ἐπίσκεψή µου στήν Πολυκλινική, τόν ἔκανα Πνευματικό µου καί ὅποτε μποροῦσα, κατέβαινα γιά νά τὀν συµβουλευτῶ. Κάποτε κατέβηκα ἀπό τή Σιβίστα στήν Ἀθήνα καί, ἀπό συγκυρία, βρέθηκα κοντά στήν παλαιοημερολογίτικη Ἱ. Μονή Ἁγίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου στή Λυκόβρυση καί πῆγα νά προσκυνήσω. Παλαιότερα εἶχα ξαναεπισκεφτεῖ αὐτή τή Μονή. Ἠταν ἀπόγευμα καί, καθώς προσκυνοῦσα, φέρανε µία δαιµονισµένη ἀπό τήν Πάτρα πού ἄρχισε νά µέ φωνάζει:
«Ρέ ᾿σύ..,, τί θέλεις ἐδῶ µέσα µαζί µέ τούς ἁγίους; Αὐτοί εἶναι ἅγιοι.,. Βρέ᾿σύ, ἁμαρτωλέ, πῶς μπῆκες ἐδῶ µέσα;
«Πῶ, πῶ..! Ἀπόψε γυρίζω µέ τό παλιό ἡμερολόγιο!», σκέφτηκα. Κοιµήθηκα ἐκεῖ καί τό πρωί µέ βάλανε µέσα στό Ἱερό
Τί ἔλεγε ὁ διάβολος
Μόλις μπῆκα µέσα, ἔνιωσα ἕνα ἄδειασμα µέσα µου, ἕνα χάσιμο. Ἔνιωσα κενός ἀπό ὅλα, Ἠρθε ἕνας ἱερέας καί ξεκίνησαν τήν Ἀκολουθία. Ἀμέσως ἔνιωσα τό σῶμα µου νά ξεραίνεταν Δέν μποροῦσα νἁ προσευχηθῶ καθόλου,., οὔτε την εὐχή εἶχα, οὔτε τίποτα, τίποτα. Κατάλαβα πώς κάτι κακό συνέβαινε καί ρώτησα τόν ἱερέα:
.Ἐγώ, θά μπορέσω τουλάχιστον νά κοινωνήσω ἐδῶ µέσα;
«Μέ ποιό ἡμερολόγιο εἶσαι;
«Ἐγώ.., μὲ ΟΛΑ πάω!
«Δέν εἶναι ἔτσι. Δέν μπορεῖς. Πρέπει νά ρθεις µέ τό παλιό!
Ἔφυγα θυμωμένος καί ἀναστατωμένος καί πῆγα κατευθείαν στήν Πολυκλινική. Πρίν προλάβω νά μιλήσω ὁ Ἅγιος µέ ρώτησε χαμογελώντας:
«Τί σοῦ ᾿λεγε ὁ διάβολος ἀπόψε; Τί σοῦ λέγανε τά δαιμόνια;
"Ἔεε, Νά σοῦ πῶ τί ἔπαθα... Αυτό κι αὐτό μοῦ συνέβη.
-Μήν τά ἀκοῦς αὐτά, µήν τά ἀκοῦς. Αὐτοί εἶναι πλανεµένοι καί πάει ὁ διάβολος καί τούς λέει ὅτι εἶναι ἅγιοι γιά νά τούς ρίξει ἀκόμη πιό χαμηλά, ἀκόμα πιό κάτω. Κι αὐτοί ἀπό ὑπερηφάνεια τό πιστεύουν... νομίζουν ὅτι εἶναι ἅγιοι. .
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου