Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Ἡ Ἔφη στο Μπογιάτι μιλοῦσε μέ ἕνα συμμαθητή της. Ὁ ἀδελφός της τό νόμισε πονηρό, τό εἶπε στη μητέρα της κι αὐτή τήν ἔδειρε.




 Ἡ Ἔφη στο Μπογιάτι μιλοῦσε μέ ἕνα συμμαθητή της. Ὁ ἀδελφός της τό νόμισε πονηρό, το εἶπε στη μητέρα της κι αὐτή τήν ἔδειρε. 

Ἀποφάσισε να αὐτοκτονήση. 

Ο πατέρας της τήν πῆρε να ποτίσουν κι αὐτή πῆρε μαζί της γεωργικό φάρμακο. Σε ἕνα σημεῖο στο χωράφι «ἦταν ἀθέατη. Κανείς δέν ὑπῆρχε γύρω της. 

Ο πατέρας αρκετά μέτρα μακρυά κι ἐκείνη τρέμοντας ἔβαλε το χέρι στην τσέπη.
Ἐκείνη ἀκριβῶς τή στιγμή ἀκούει βήματα. Δέν πρόλαβε να κουνηθῆ καί ἐμφανίζεται μπροστά της κάποιος ἄγνωστος ἱερέας. 

Τή χαιρετᾶ καί τῆς λέει:

—Ἔφη μου, ξέρεις πόσο ὡραῖος εἶναι ὁ Παράδεισος
Φῶς, χαρά, ἀγαλλίασι. 

Ὁ Χριστός εἶναι ὅλος φῶς καί σκορπᾶ τή χαρά καί τήν ἀγαλλίασι σέ ὅλους. Μας περιμένει στή ἄλλη ζωή, γιά νά μᾶς χαρίση τόν
Παράδεισο. Ὑπάρχει, ὅμως, καί ἡ κόλασι, πού εἶναι ὅλο σκοτάδι, λύπη, στενοχώρια, αγωνία, κατάθλιψι.


Ἄν πάρης αὐτό τό ὁποῖο ἔχεις στήν τσέπη σου, θά πᾶς στήν κόλασι. Πέταξέ τό, λοιπόν, ἀμέσως, γιά νά μή χάσουμε τήν ὀμορφιά τοῦ Παραδείσου.


Ἡ Ἔφη τά ἔχασε στήν ἀρχή, ἀλλά μετά ἀπό λίγο λέει στόν ἱερέα, ἀφοῦ, χωρίς νά τό καταλάβη, εἶχε πετάξει τό φάρμακο:
—Περιμένετε νά φωνάξω καί τόν πατέρα μου νά
σᾶς δῆ.

Τρέχει μές στό περιβόλι. Χάθηκε περνώντας τίς  ψηλές καλαμποκιές, γιά νά βρῆ τόν πατέρα της. Τόν βρῆκε καί τοῦ λέει:


—Πατέρα, ἔλα γρήγορα να δῆς ἕνα ἱερέα, πού ἦλθε στήν ἄκρη τοῦ περιβολιοῦ μας.

Ὅταν, ὅμως, ἔφθασαν στο σημεῖο στό ὁποῖο ἔπρεπε νά περιμένη ὁ ἱερέας, δέν ὑπῆρχε κανείς ἐκεῖ.

Γιά πολύ καιρό ἡ Ἔφη δέν μποροῦσε νά ἐξηγήση ὅλα ὅσα τῆς συνέβησαν ἐκεῖνο τό βράδυ. Δέν μποροῦσε νά ἐξηγήση τήν ἐξαφάνισι τοῦ ἱερέα. Ἐπιθυμοῦσε νά τόν ξαναβρῆ. Τῆς εἶχε σώσει τή ζωή.


Ἐν τῷ μεταξύ, κάθε χειμῶνα κατέβαιναν στην
Αθήνα ὅλη ἡ οἰκογένεια. Ἡ Ἔφη πήγαινε πολλές φορές στη νονά της, πού ἦταν πολύ θρήσκα, κι ἔμενε μεγάλο διάστημα κοντά της. Η νονά της συνήθιζε νά δέχεται στο σπίτι της καί νά φιλοξενῆ θεολόους, ἱερεῖ, μοναχούς, Κάποια φορά, λοιπόν, κατά τὴν ὁποία ἡ Ἔφη πῆγε στή νονά τῃς, στό σαλόνι εἶχε µία ἐπίσκεψι. Ἡ Ἔφη δέν γνώριζε ποιός ἦταν, Ἡ νονά σὲ µία στιγµή ἔρχεται στήν κουζίνα καί λέει τῆς Ἔφης: 

--Ἔφη, ἑτοίμασε γλυκό καὶ καφέ καί φέρε τα στό σαλόνι γιά τον ἐπισκέπτη. 

Ἡ Ἔφη τά ετοίμασε.

 Καθυστέρησε, ὅμως, λίγο καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία τά πήγαινε. Η νονά τήν πρόλαβε. Τῆς λέει λοιπόν: 

--Όχι αὐτό τό δίσκο. Βάλε τόν ἀσημένιο, διότι ἡ ἐπίσκεψι εἶναι ἐπίσημη. 

Γύρισε ἡ Ἔφη στήν κουζίνα, ἄλλαξε τό δίσκο καὶ τόν πῆγε στὀ σαλόνι. Ἀλλά τί να δει.

 Πῆγε νἁ τῆς πέση ὁ δίσκος ἀπ᾿ τά χέρια. 

Βλέπει μπροστά της τόν Ἱερέα πού εἶχε ἐμφανισθῆ ἐκεῖνο τό δύσκολο γί αὐτήν βράδυ στο περιβόλι τους. 

--Είμαι ὁ πατήρ Πορφύριος». 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ. ΟΥΡΑΝΙΟΙ ΟΔΟΔΕΊΚΤΕΣ. 

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΊΤΗΣ ΙΩΆΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ 

ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΑΓΊΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026.



Δεν υπάρχουν σχόλια: