Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Orthodox 3D cinema in Murmansk.

Metochion of theTrifon Pechenga monastery in Murmansk (Photo Pravoslavie-nord.ru)


The metochion of the Trifon Pechenga monastery in Murmansk plans to open an orthodox cinema for religious and educational films.

The cinema will have 70 seats and will be equipped with 3D technology, Murmansk Vestnik reports. The cinema will not only be showing orthodox movies, but also educational films. The first viewers to test the new cinema will be school children, who will be shown a film about traffic safety. This event is organized in cooperation with the traffic police.

The metochion is located on the outskirts of Murmansk and will be a huge complex when it is completed. The institution will have several churches and chapels, a 150 beds shelter for homeless people and a hotel for pilgrims.

Trifon Pechenga is the world’s northernmost monastery, located in the Pechenga municipality on the border to Norway. The monastery is currently under construction, after the former buildings burned to the ground in 2007.


http://www.barentsobserver.com

"Sarantario, The Mountain of Temptation"



ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

http://vimeo.com/17753669


Here is a trailer for "Sarantario, The Mountain of Temptation".Its a documentary film shot in Israel-Palestine, which talks about a monk, Father Gerasimos and his life in a "special" place like the monastery in Sarantarion Mountain The monastery is rising to a height of 350 meters above sea level and commanding a magnificent and panoramic view of the Jordan Valley, is the site where Jesus spent forty days and forty nights fasting and meditating during the temptation of Satan, about 3 km northwest of Jericho.

Directed & Filmed by Nikos Chrisikakis
Produced & Written by Maria Giachnaki
Edited by Kosmas Filiousis
Music composed by Vangelis Svarnas

GOATFILMS 2010

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟΥ.


ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ.

ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΙΑΤΡΟΥ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ ΦΙΛΙΜΟΝΩΦ.


ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ.

O Κύπριος νεομάρτυρας Φιλούμενος Aγιοταφίτης († 1979)


ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ.

ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ.

ΣΤΑΡΕΤΣ ΗΛΙΑΣ.

ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ. " Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΥΓΕΝΗΣ"


«Ό χριστιανός είναι ευγενής. Να προτιμάμε ν' αδικούμαστε. Άμα έλθει μέσα μας το καλό, ή αγάπη, ξεχνάμε το κακό που μάς κάνανε. Έδώ κρύβεται το μυστικό. Όταν το κακό έρχεται από μακριά, δεν μπορείτε να το αποφύγετε. Ή μεγάλη τέχνη είναι, όμως να το περιφρονήσετε. Με την χάρι του Θεού ενώ θα το βλέπετε, δεν θα σάς επηρεάζει, διότι θα είστε πλήρεις χάριτος.

Στο Πνεύμα του Θεού όλα είναι αλλιώτικο. Εκεί κανείς τα δικαιολογεί στους άλλους όλα. Όλα! Τί είπαμε; Ό Χριστός βρέχει επί δικαίους και άδικους". Εγώ εσένα βγάζω φταίχτη, έστω κι αν μου λέεις ότι φταίει ό τάδε ή ή τάδε. Τελικά σε κάτι φταίεις και το βρίσκεις, όταν σου το πω. Αυτή τη διάκριση ν' ανακτήσετε στη ζωή σας. Να εμβαθύνετε στο καθετί και να μην τα βλέπετε επιφανειακά. Ανακτήσετε δεν πάμε στον Χριστό, ανακτήσετε δεν υπομένομε όταν πάσχομε αδίκως, θα βασανιζόμαστε συνέχεια. Το μυστικό είναι ν' αντιμετωπίζει κανείς τις καταστάσεις με πνευματικό τρόπο.

Να έχουμε αγάπη, πραότητα, ειρήνη. Έτσι βοηθάμε τον συνάνθρωπο μας, όταν κυριεύεται από το κακό. Μυστικά ακτινοβολεί το παράδειγμα, όχι μόνον όταν ό άλλος είναι παρών αλλά κι όταν δεν είναι. Ν' αγωνιζόμαστε να στέλνομε την αγαθή μας διάθεση. Ακόμη και λόγια όταν λέμε για τη ζωή του άλλου που δεν την εγκρίνομαι, αυτός το καταλαβαίνει και τον απωθούμε. Ενώ ανακτήσετε είμαστε ελεήμονες και τον συγχωρούμε, τον επηρεάζομαι -όπως τον επηρεάζει και το κακό- κι ας μην μάς βλέπει.

Να μην αγανακτούμε με εκείνους που είναι βλάσφημοι, αντίθετοι, διώκτες κ.λπ. Ή αγανάκτηση κάνει κακό.

Να προσευχηθούμε, γι' αυτόν. Ό χριστιανός έχει αγάπη και ευγένεια και φέρεται ανάλογα».

ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

Περιοδικό Πρωτάτον άριθ. 121

ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΑΓΙΟΠΑΥΛΙΤΗΣ ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


«Το Άγιον Όρος, αυτό που έζησε χίλια χρόνια, μέσα από μεγαλεία και φτώχεια, μέσα από προστασία και παρεξήγηση, μέσα από δυσκολίες και θαύματα, το Άγιον Όρος πού έφτασε αλώβητο, ολόκληρο, ενιαίο, αδιαίρετο έως εμάς - το Άγιον Όρος κινδυνεύει. Κινδυνεύει γιατί εμείς οι από' έξω, εμείς το έθνος από το όποιον αντλεί, εμείς οι υπερπολιτισμένοι, οι υπερδυναμικοί, οι υπερσκοτισμένοι άνθρωποι του 20οϋ αιώνα, δεν θέλομε να το καταλάβουμε, δεν μπορούμε να το γνωρίσαμε, δεν προφθάνομε ν' ασχοληθούμε. Ή σχέση Αγίου Όρους και έθνους έχει παύσει να είναι αυτή πού ήταν κατά τα χίλια χρόνια της διαδρομής. Άλλοτε το Άγιον Όρος ακτινοβολούσε πνευματικά σ' ολόκληρο το έθνος. Σήμερα το έθνος αλλού προσβλέπει και έχει κλίμα αδιάφορο προς το Άγιον Όρος. Πολλοί το αγνοούν, περισσότεροι ακόμη αδιαφορούν, κι υπάρχουν κι εκείνοι πού το εχθρεύονται, το λοιδορούν και το επιβουλεύονται. Κάτι πρέπει να γίνη για το Άγιον Όρος. Η μάλλον τίποτα δεν πρέπει να γίνη στο Άγιον Όρος, αλλά κάτι πρέπει να γίνει με μας για το Άγιον Όρος. Πρέπει το κλίμα του έθνους ν' αλλάξει. Πρέπει να κάτσουμε να σκεφθούμε λογικά, καρδιακά, με σύνεση και ενόραση».

μοναχός Θεοδόσιος Αγιοπαυλίτη

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Πρωτατον αριθ. 121

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ..

Ο ΓΕΡΩΝ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟ.


Με σεβασμό στην ελευθερία τον προσώπου

Ό αοίδιμος Γέροντας θαύμαζε κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού, που έχει τον προορισμό και την δυνατότητα να γίνει κοινωνός θείας φύσεως. Έτρεφε δε απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία έκαστου προσώπου. Ήταν αληθινό εκτύπωμα του Καλού Ποιμένος, ό οποίος, για να μη στερήσει τον άνθρωπο απόλυτο την ελευθερία, που του είχε προσφέρει ως υψίστη δωρεά, «υπέμεινε σταυρόν, αισχύνης καταφρονήσας» . Φρόντιζε, λοιπόν, να μην καταπιέζει τις ψυχές ούτε να τις καθιστά άβουλες, αλλά να τις διακονεί περισσότερο με την αυθεντικότητα της ζώσης διδαχής του παρά με τους λόγους του. Δεν στρίμωχνε τα πνευματικά του παιδιά στην στενή οδό του Κυρίου, αλλά τα είλκυε με την φωτεινότητα του αγίου βίου του στην κατακολούθησι του Νυμφίου Χριστού.

Ουδέποτε προσηλύτιζε άνθρωπο στην μοναχική ζωή αντιθέτως, βασάνιζε επισταμένως τις κλίσεις των ψυχών επί μακρό χρονικό διάστημα, εκθειάζοντας -προς δοκιμή- τον Μυστήριο του γάμου, καθώς και την ιεραποστολική δράσι, μέχρι να διαπίστωση την σταθερότητα της κλίσεως. Όταν δε βεβαιωνόταν ότι ή επιθυμία της ψυχής για μοναχική αφιέρωση ήταν ακράδαντη, τότε καλλιεργούσε την κλίση της για την αγγελική πολιτεία. Ομοίως, απαγόρευε στις αδελφές να ασκούν προσηλυτισμό ή να συζητούν κατ' ιδίαν με υποψήφιες μοναχές, φοβούμενος μήπως δημιουργηθεί κάποια ιδιαιτέρα φιλία, ή οποία θα αποσπάσει τις ψυχές απόλυτο την προσήλωση τους στο πρόσωπο του Κυρίου.

Ό ίδιος καθοδηγούσε την ποίμνη του με ηπιότητα, απαλά, χωρίς ηγεμονισμούς. Ουδέποτε προέβαλε τον «εγώ» του στις ψυχές που ποίμαινε. Ό πειρασμός του «Γεροντισμού» δεν τον άγγιζε, γιατί είχε καθαρθή απόλυτο κάθε αυταρέσκεια και κενόδοξη επιδίωξη. Με την αύτομεμψία και την βιωματική μετάνοια είχε φθάσει να πιστεύει ότι ήταν ό ελάχιστος μεταξύ των κληρικών της Εκκλησίας. Διακαής ήταν ή επιθυμία του να μορφωθεί ό Χριστός στις ψυχές των παιδιών του, ώστε να μπορεί να Του λέγει, βόσκοντας τα πρόβατά Του: «Συ οιδας ότι φιλώ Σε!..».

Δεν είχε την ιδέα ότι ήταν ό άξιος ποιμήν γι' αυτό και κατειργάζετο με φόβο Θεού την σωτηρία του ποιμνίου του. Με την ανοχή του και την Χριστοειδή πατρική του αγάπη, ελείαινε όλα τα κέντρα- όπως συνήθως τα ονόμαζε- του εγωισμού των παιδιών του. Απελευθερωμένος απόλυτο κάθε άνθρωπαρέσκεια, αδιαφορούσε τελείως για την φήμη του ως πνευματικού. Τον παν γι' αυτόν ήταν ή σωτηρία των ψυχών, τις οποίες φρόντιζε να ελευθερώνει με κάθε τρόπο απόλυτο εσωτερικές πιέσεις.

Εάν κάποτε ένα πνευματικό του παιδί δεν αναπαυόταν στις συμβουλές του, αλλά σκοτισμένο απόλυτο τον πειρασμό, πίστευε στο λογισμό του και έστηνε τον θέλημά του, ό Παππούς δεν τον πίεζε- ταπεινά, με συγκατάβαση, τον οδηγούσε σε άλλο πνευματικό, για να του ειρηνεύση την ψυχή. Θαυμάζοντας τους πνευματικούς πατέρες της εποχής μας, ως καθαρά δοχεία του Αγίου Πνεύματος, και κρυπτόμενος στην εσχατιά του, απέστελλε τις δοκιμαζόμενες ψυχές άλλοτε στον αοίδιμος πατέρα Πορφύριο, άλλοτε στον μακαριστό πατέρα Παΐσιο, στον αείμνηστο πατέρα Παύλο (Βενεκά) ή στον άγιο Καθηγούμενο τής Ί. Μονής Γρηγορίου, πατέρα Γεώργιο. Και αυτό τον έκαμε με μεγάλη απλότητα, πιστεύοντας βαθειά ότι ό ίδιος είναι μηδαμινός μπροστά τους. Ήταν δε τόση ή ταπείνωση του, που μερικές φορές συνόδευε ό ίδιος τα παιδιά του στους διακριτικούς αυτούς πνευματικούς. Βεβαίως, οι πεφωτισμένοι εκείνοι Γέροντες επαναλάμβαναν και επισφράγιζαν τους λόγους και την κατεύθυνση του ταπεινόφρονος Παππούς, λέγοντας: «Να κάνης ότι σου λέγει ό πατήρ Δαμασκηνός».

Μια φορά, που ό Γέροντας θα επισκεπτόταν και πάλι τον πατέρα Παΐσιο στο Άγιο Όρος, κατά την αναχώρηση του απόλυτο την Μονή, ρώτησε τις αδελφές με την συνήθη απλότητα του:

-Τί θέλετε να πω στον πατέρα Παΐσιο;

Εκείνες, χωρίς να τον καλοσκεφθούν, του είπαν:

-Να ζητήσετε μία συμβουλή για μας.

Ό Πάππους πράγματι παρεκάλεσε τον αοίδιμος πατέρα Παΐσιο να του δώση μία συμβουλή για τις αδελφές και ό θεοφώτιστος εκείνος διδάσκαλος τής Εκκλησίας, που είχε κατανοήσει την ταπείνωση του Γέροντα, απήντησε:

-Να τους πεις να κάνουν ότι τους λες εσύ!

Ό Παππούς δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση και, όταν επέστρεψε, ευρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Με συνεσταλμένο ύφος, διαβίβασε την παραίνεση του πατρός Παϊσίου έχοντας χαμηλωμένο τον κεφάλι. Αμέσως οι αδελφές θυμήθηκαν μία άλλη παρομοία απάντηση του διορατικού ασκητού.

Όταν κάποτε τον είχαν προσκαλέσει, μέσω του π. Γ. να επισκεφθεί την Μονή, ό αείμνηστος πατήρ Παΐσιος είχε αποκριθεί με τον χαριτωμένο ύφος του:

-Να τους πεις να μην είναι λαίμαργες! Έχουν τον πατέρα Δαμασκηνό. Τί με θέλουν εμένα;

Έτσι αντιλήφθησαν τον ουσιαστικό νόημα του μηνύματος, που τους έστειλε ό καθηγητής τής ερήμου, και θαύμασαν για άλλη μια φορά τον ελεύθερο πνεύμα του Παππού.

ΒΙΒΛΙΟΓ. Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗΣ. ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΜΑΚΡΥΝΟΥ . ΜΕΓΑΡΑ 2006.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΚΑΙ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΣΑΡΤΡ.


Παναγιώτη Τελεβάντου

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΚΑΙ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΣΑΡΤΡ

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς είχε ασχοληθεί δημιουργικά με τη θεολογική αξιολόγηση της σύγχρονης ευρωπαϊκής διανόησης έχοντας ως «μέτρο και κριτήριο» το θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Μεταξύ των συγχρόνων φιλοσόφων πού απασχόλησαν την αγιασμένη σκέψη του μεγάλου αυτού αγίου και θεολόγου τής Εκκλησίας μας είναι και ό γνωστός υπαρξιστής φιλόσοφος Σάρτρ.

ΟΙ ΑΘΕΟΙ ΠΟΛΟΙ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΣΑΡΤΡ

Συγκεκριμένα δύο αποφθέγματα τού Γάλλου φιλόσοφου ερέθισαν τη σκέψη και τη γραφίδα του Αγίου Ιουστίνου σε μεγάλο βαθμό: Ότι «ό συνάνθρωπος μας είναι ή κόλασή μας» και ότι ό άνθρωπος είναι «καταδικασμένος να είναι ελεύθερος».

Οι απαντήσεις του Σέρβου Όσιου ορθόδοξου φιλόσοφου και θεολόγου και Ομολογητή τής Εκκλησίας μας στις δύο αυτές προκλήσεις τής υπαρξιστικής φιλοσοφίας είναι βαθιά ριζωμένες στην πίστη τής Εκκλησίας και στο ορθόδοξο δόγμα.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΣΤΟ ΣΑΡΤΡ

Ό άνθρωπος, άπαντα ό Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς είναι «καταδικασμένος» να είναι αθάνατος και αυτή ή «καταδίκη» του προέρχεται από την «καταδίκη» του να είναι ελεύθερος. Ό θεός μόνον τον άνθρωπο προίκισε με το «αυτεξούσιο». Δηλαδή την ελευθερία να διαλέγει το καλό αντί του κακού. Και αυτή ή ελευθερία είναι πού του ανοίγει τις πόρτες τής αθανασίας. Αυτή ή ευλογία όμως του άνθρωπου να είναι «καταδικασμένος» να είναι ελεύθερος και ως εκ τούτου «καταδικασμένος» να είναι αθάνατος, προέρχεται από το γεγονός ότι το αιώνιο εισήλθε στο χρόνο. Ό Χριστός σαρκώθηκε και νίκησε με την Ανάσταση Του το θάνατο κι έτσι μετέτρεψε το θάνατο από καταδίκη σε ευλογία και το αυτεξούσιο από βασανιστική λαβύρινθο υπαρξιακής αγωνίας, σε ευλογημένη οδό ελεύθερης υπακοής στο θεό και δρόμο πού οδηγεί στην αιωνιότητα.

Ο ΑΛΛΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΟΧΙ Η ΚΟΛΑΣΗ ΜΟΥ

Ό συνάνθρωπος μας, θεολογεί ό φωτισμένος νους του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, δεν είναι κόλαση μου. Είναι ό παράδεισος μου, επειδή ή σωτηρία μας δεν είναι μια κάθετη σχέση ανθρώπου και Θεού, αλλά μια σχέση οριζόντια και κάθετη. Δηλαδή για να φτάσει κανείς στο Θεό πρέπει απαραίτητα να αποκτήσει τη σωστή στάση απέναντι στο συνάνθρωπο του. Ή αγάπη μας προς το Θεό προϋποθέτει ότι αγαπούμε την εικόνα Του, δηλαδή τον άνθρωπο. Γι' αυτό ό συνάνθρωπος μας δεν είναι αυτός πού περιορίζει την ελευθερία μας, όπως νομίζει ό μεγάλος υπαρξιστής φιλόσοφος, αλλά ή προϋπόθεση της παραδείσιας ευτυχίας μας.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ «ΝΟΥΣ ΕΧΙΤ»

Πρόσφατα παρακολούθησα μία εξαίρετη παράσταση του έργου «Νους EXIT», του Σάρτρ. Ή υπαρξιακή αγωνίας για την έλλειψη νοήματος στην ζωή και για τον περιορισμό της ελευθερίας του ανθρώπου από το συνάνθρωπο του δινόταν με ανάγλυφη παραστατικότητα.

Το έργο εκτυλίσσεται στον Αδη και σ' αυτό λέγεται απροκάλυπτα ότι ή κόλαση του κάθε ανθρώπου είναι ό συνάνθρωπος του.

Παρακολουθούσα με αδιάπτωτο ενδιαφέρον την πλοκή του έργου και την αναπαράσταση του αδιέξοδου της ζωής πού οικοδομείται μακριά από το Θεό.

Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΣΑΡΤΡ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ

Σύγκρινα την υπαρξιακή αγωνίας του Σάρτρ όλη την ώρα της παράστασης με τη θεολογία της Εκκλησίας, ιδιαίτερα με την εσχατολογία Της, όπως περιγράφεται από τον Άγιος Μακάριο τον Αιγύπτιο, όπου οι άλλοι θεωρούνται ό παράδεισος μας, ενώ κόλασή μας θεωρείται ή αδυναμία των κολασμένων να έχουν επικοινωνία μεταξύ τους.

Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΑΡΤΡ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Έκανα την αναπόφευκτη σύγκριση της άθεης υπαρξιστικής και της χριστιανικής εσχατολογίας και με πήρε ένα βουβό κλάμα ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης προς τον Κύριο για την ευλογία πού μού έδωσε να γεννηθώ από ορθόδοξους γονείς και να βαπτιστώ στην κολυμβήθρα τής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

ΒΙΒΛ. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΕΥΧΟΣ 93

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ, ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ.


Συμεών Πηγαδουλιώτη


Πριν μερικά χρόνια είχε δημοσιευθεί από το Μ. Μελινό ένα βιβλίο πού έφερε τον τίτλο «Μίλησα με τον Άγιο Νεκτάριο». Σ' αυτό παρουσιάζονταν πρόσωπα πού γνώρισαν τον Άγιο προσωπικά. Ό γράφων καίτοι ανάξιος εν παντί και ανεπρόκοπος πνευματικά μπορεί να καυχηθεί εν Κυρίω ότι μαζί με τρεις άλλους φοιτητές συνάντησε στη μονή του Τσέλιε τον Άγιο Ιουστίνο. Μια συνάντηση πού τη θεωρεί σαν την σπουδαιότερη της ζωής του. Εδώ καταθέτει την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Άγιο, όπως την κατέγραψε τρία χρόνια μετά.

«Είχα εντυπωσιασθεί διαβάζοντας το περίφημο βιβλίο του «Άνθρωπος και θεάνθρωπος». Είχα ακόμα συναντήσει ορισμένα πνευματικό- παιδιά του στην Αθήνα, και είχα αντιληφτεί εν ολίγους ότι δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο, ένας διανοούμενος πού κάθεται στο γραφείο του και αραδιάζει βαθυστόχαστες σκέψεις για να εντυπωσιάσει και να καταπλήξει τούς αναγνώστες του. Ό γέροντας Ιουστίνος είχε σ' όλη του την ζωή «την πράξιν εις θεωρίας έπίβασιν».

Αυτά είχα ύπ' όψιν μου όταν ένας φίλος, ό Παναγιώτης, μου πρότεινε να επιχειρήσουμε μια επίσκεψη στον γέροντα Ιουστίνο. Λέγω να επιχειρήσουμε διότι μια επίσκεψη σ' αυτόν δεν ήτο καθόλου εύκολο εγχείρημα. Διέμενε σ' ένα μικρό μοναστήρι, το Τσέλιε, κοντά στην πόλη Βάλιεβο τής κεντρικής Σερβίας και δεν δεχόταν επισκέπτες εκτός ανάξιος έρχονταν συστημένοι από το Βελιγράδι. Οι αρχές, πού τον είχαν περιορίσει εκεί από το 1946, δεν ήθελαν να δέχεται επισκέψεις και απέφευγε όσο μπορούσε να δίνει προσχήματα.

Αφού κανονίσαμε τις λεπτομέρειες τού ταξιδιού, ξεκινήσαμε από' την Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου τού 1977 σιδηροδρομικώς. Την επομένη βρεθήκαμε στην Γιουγκοσλαβία. Ταξιδεύαμε ώρες ατέλειωτες με το τραίνο. Κάποτε στην πόλη Νύσσα (Νύς) μπήκε στο κουπέ μας ένας ηλικιωμένος Σέρβος μαζί με ένα ξανθό νεαρό. Ή συζήτηση ξεκίνησε με το Μέγα Κωνσταντίνο, πού γεννήθηκε ως γνωστόν στη Νύσσα.

Όταν τού είπαμε ότι είμαστε ορθόδοξοι, ό γέρος μας άνοιξε την καρδιά του. «Γιέτνα βέρα, μια πίστη είμαστε, τίποτα δεν μας χωρίζει». Πράγματι όταν υπάρχει ή πίστη στον Χριστό, όπως αναφέρει ό ιερός Χρυσόστομος, καμιά διάκριση είτε γλωσσική είτε εθνική δεν μπορεί να χωρίσει τούς ανθρώπους.

Είχε νυχτώσει για καλά όταν φτάσαμε στο Βελιγράδι. Αφού ανακαλύψαμε μετά από περιπετειώδη αναζήτηση κάποιο γνωστό μου φοιτητή, τον Πέταρ Νοβάκοβιτς, ήρθαμε μέσω του σ' επαφή με τον ιερομόναχο Αθανάσιο Γιέβτιτς (νυν επίσκοπο πρώην Ερζεγοβίνης) που γνώριζε τον γέροντα Ιουστίνο σχετικά με το ταξίδι μας στο Τσέλιε. Την επομένη το πρωί ξεκινήσαμε με λεωφορείο για το Βάλιεβο. Μαζί μας ήταν ό Πέταρ και ένας Ρουμάνος μεταπτυχιακός φοιτητής του πανεπιστημίου Αθηνών, ό Ίαν, πού τον βρήκαμε στο Βελιγράδι. Φτάσαμε στο Βάλιεβο το μεσημέρι κι αλλάξαμε λεωφορείο. Δεν πήραμε ταξί, διότι οι οδηγοί ήταν, όπως μας είπαν, άνθρωποι της αστυνομίας και ζητούσαν διαβατήρια από τους ξένους και γενικά δυσκόλευαν αυτόν πού ήθελε να συναντήσει το Γέροντα. Μια ώρα αργότερα νάμαστε στο Τσιέλιε. Ήταν ένα μικρό μοναστήρι στο βάθος μιας κοιλάδας σκεπασμένης από δάση με οξιές. Βιαστήκαμε να κατηφορίσουμε την πλαγιά. Ή ξύλινη πύλη του μοναστηριού ήταν λίγο αργότερα μπροστά μας. Ησυχία απόλυτη βασίλευε. Μια μοναχή έτρεξε να μάς αναγγείλει στην ηγουμένη. Σε λίγο εμφανίστηκε ή σεβάσμια ηγουμένη Γλυκερία. Ό Σέρβος συνοδός μας τής ανάφερε το σκοπό πού μάς έφερε μέχρις εκεί και από ποιες χώρες ήμασταν. Απαντώντας ή ηγουμένη μάς πληροφόρησε ότι ό Γέροντας δεν αισθανόταν και τόσο καλά, διότι το βράδυ είχε σκοντάψει και κτύπησε στη μύτη με αποτέλεσμα να υποστεί ρινορραγία. Αυτό μάς έκαμε να μελαγχολήσουμε απότομα. Όμως ή ηγουμένη συνέχισε: Καθίστε εδώ στο κιόσκι μέχρι να δούμε τί μπορεί να γίνει. Πήραμε από μια καρέκλα και καθίσαμε στο ξύλινο κιόσκι. Ή ηγουμένη μάς έφερε σε λίγο την ευχάριστη είδηση ότι ό Γέροντας θα μας δεχόταν. Μόνο πού έπρεπε να περιμένουμε λίγο. Πήγε ή καρδιά μας στο τόπο της. Ό αρχιμανδρίτης Ιουστίνος, με την διάκριση πού τον χαρακτήριζε, δεν ήθελε να μάς στείλει πίσω χωρίς την ευλογία του. Περπατήσαμε προς την παλιά εκκλησία του μοναστηριού συζητώντας. Προηγουμένως ή μοναχική φιλοξενία μάς παρέθεσε ένα πλούσιο τραπέζι.

Ήταν τρεις το απόγευμα όταν ό Γέροντας μάς δέκτηκε στο γραφείο του. Ανεβήκαμε μια σκάλα και βρεθήκαμε σ' ένα ευρύχωρο δωμάτιο στον πρώτο όροφο. Οι τοίχοι κατάφορτοι από βιβλία. Μια εικόνα του Αγίου Ιουστίνου του φιλόσοφου και μάρτυρα. Ένα γραφείο γεμάτο βιβλία, άλλα ανοικτά και άλλα κλειστά, σημάδι πώς ό Γέροντας παρά την αρρώστια του «ως άρτι» εργαζόταν, και ένας μειλίχιος Γέροντας με χιονισμένα γένια και μαύρο ράσο μάς υποδέχθηκε με παιδική απλότητα. Αφού μάς ευλόγησε ένα, ένα, μάς έβαλε να καθίσουμε γύρω από το γραφείο. Ένα πρόσωπο γαλήνιο πού αντικαθρέφτιζε την ειρήνη τής ψυχής του, χωρίς κανένα ίχνος αλαζονείας. Το ύφος εκείνο το ψυχρό και σπουδαίο πού έχουν οι μορφωμένοι και οι ακαδημαϊκοί απουσίαζε εντελώς. Ό αρχιμανδρίτης Ιουστίνος είχε υποστεί την «καλήν άλλοίωσιν» και ούτε ό τίτλος του καθηγητή του Πανεπιστημίου, ούτε ή μεγάλη φήμη πού είχε στους διεθνείς θεολογικούς κύκλους ήταν ικανοί να τον συγκινήσουν και να τον κινήσουν σε έπαρση.

Του μιλήσαμε για την Κύπρο και ή λύπη, μια λύπη αληθινή και όχι επίπλαστη, ζωγραφίστηκε στη σεβάσμια μορφή του. Ό Ιαν άρχισε βροχή τις ερωτήσεις. Για τον οικουμενισμό, για τον μοναχισμό και για πολλά άλλα. Ό Γέροντας τον άφησε να μιλάει χωρίς να τον διακόπτει. Όταν τελείωσε, άρχισε ν' άπαντάει στα ερωτήματα του. Φτάνοντας στο θέμα του μοναχισμού, τόνισε ότι ή Ελλάδα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, διότι έχει το Αγιον Όρος. - Εμείς εδώ στη Σερβία δεν έχουμε κάτι τέτοιο, ανέφερε ενδεικτικά.

Ό χρόνος κυλούσε γοργά κι όμως όλοι ήμασταν προσηλωμένοι στις διδαχές του και ακούγαμε, ακούγαμε. Σε μια στιγμή ή συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τον μακαριστό αρχιμανδρίτης Έπιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Και ή γνώμη του Γέροντος Ιουστίνου πού δεν περίμενε καν το μεταφραστή τον Πέταρ να μεταφράσει, απευθείας στα ελληνικά: - Ήκουσα περί τούτου. Είναι σπουδαίος. Συνεχίζοντας ό Γέροντας μας ανάφερε ότι ασχολείται συστηματικά με το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και ότι ετοιμάζει μια ερμηνεία σ' αυτό.

Ξαφνικά ένας απρόσμενος θόρυβος μάς ανάγκασε να γυρίσουμε προς τη μεριά της πόρτας. Ή ηγουμένη μάς υπενθύμισε ευγενικά ότι μιλούσαμε περισσότερο από μια ώρα και έπρεπε ν' αφήσουμε τον Γέροντα ν' αναπαυτεί λίγο. Σηκωθήκαμε απρόθυμα. Ό Γέροντας στάθηκε όρθιος, μάς ευλόγησε και δίνοντάς μας από δύο βιβλία του σαν ευλογία μάς κατευόδωσε μέχρι την πόρτα.

Όπως μάς πληροφόρησε μια πολύ αξιόπιστη πηγή στο Βελιγράδι, ό πατήρ Ιουστίνος μέχρι και θαύματα έκανε με την προσευχή του. Τόση παρρησία είχε μπροστά στο Θεό. Όμως αισθάνομαι ότι είναι πολύ φτωχά τα λόγια μου, για να περιγράψω αντάξια το γεροπλάτανο της σερβικής ορθοδοξίας, πού κάτω από' τα κλωνάρια του μεγάλωσαν ως «νεόφυτα ελαίων» πλήθος πνευματικά παιδιά.

Ό Γέροντας αναχώρησε από το μάταιο τούτο κόσμο πέρσι τον Απρίλη. Κοντά στο θρόνο του Θεανθρώπου δέεται «συν πάσι τοις άγίοις» για την χειμαζόμενη Εκκλησία, για την μαρτυρική χώρα των Σέρβων, για όλους εμάς».

Αυτά έγραφα τότε, στα 1980, μετά από παράκληση του Παναγιώτη και δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Οικοδομή» της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας.

Σήμερα, αναλογιζόμενος την ευλογία πού δεκτικά από τον Άγιο, τον ικετεύω εκτενώς ως έχοντα παρρησία να παρακαλεί τον Κύριον τής δόξης και για μένα ίσως και ανοίξουν τα μάτια τής ψυχής μου και αισθανθώ έστω και τώρα την μετάνοια, τώρα πού τα μάτια μου τα σωματικά είναι ακόμα ανοικτά...

ΣΥΜΕΩΝ ΠΗΓΑΔΟΥΛΙΩΤΗΣ

ΒΙΒΛ. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΕΥΧΟΣ 93

«Ξέρεις ότι μας θέλει ό Άγιος;»



Ό Νυμφοστόλος χαίρων υποδέχεται τον νυμφαγωγόν...

Ή Μονή του Αγίου Ιωάννου Μακρινού- μετά την ερήμωση της- ανήκε στον Καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Γι' αυτό ο τότε Ποιμενάρχης έδωσε έγγραφη εντολή προς τον εκκλησιαστικό συμβούλιο του Ναού της «Παναγίας», όπως παραχωρήσει την ερειπωμένη Μονή στην νέα αδελφότητα. Συγχρόνως έστειλε και εγκύκλιο προς όλους τους ενοριακούς Ναούς των Μεγάρων, για να ανακοινωθεί απ' άμβωνας ή είδησης ότι ή παλαίφατος Μονή του Αγίου Ιωάννου επανιδρύεται από τον πατέρα Δαμασκηνό και την περί αυτόν συνοδεία.

Την Κυριακή της 10ης Ιουλίου 1960, κατά την οποία επρόκειτο να ανακοινωθεί ή εγκύκλιος, ό Πάππους με τις υποψήφιες αδελφές και αρκετούς πιστούς μετέβησαν στην Μονή του Μακρινού, για να κατοπτεύσουν τον τόπο. Εκεί, στο πενιχρό και εγκαταλελειμμένο Εκκλησάκι, λειτούργησαν με πολλή κατάνυξη και ανέπεμψαν την πρώτη τους δοξολογική ευχαριστία προς τον Κύριο. Ταυτοχρόνως εναπόθεσαν στον αλείπτη τους Τίμιο Πρόδρομο και την ανησυχία τους για τον αντίκτυπο που θα είχε στον μεγαρικό λαό ή ανακοίνωσης της επανιδρύσεως της Μονής. Και ό «Πάππους ό Αγιάννης» δεν άργησε να τους καθησυχάση...

Πριν αναχωρήσουν από την Μονή, ό Γέροντας επήγε για μία ακόμη φορά μέσα στην Εκκλησία, να «χαιρετίση» τον Άγιο. Εκείνος τότε του ανταπέδωσε τον χαιρετισμό αισθητώς, κινώντας ρυθμικώς την κανδήλα του. Έτσι περιέλαμψε με τον ιλαρό Προδρομικό του φώς τον μελλοντικό κτήτορα του οίκου του.

Ή ώρα τής αναχωρήσεως είχε φθάσει και ό Παππούς εξακολουθούσε να παραμένει στον Ναό. Επειδή, όμως, ό κόσμος αδημονούσε, ή Γερόντισσα έσπευσε προς αναζήτηση του και άρχισε να τον καλή επιμόνως από την αυλή. Αλλά δεν έπαιρνε απάντηση... Ή μυσταγωγική συνάντησης του Φίλου του Νυμφίου και του μυστουργού δεν είχε ακόμη τελειώσει...

Μετά από λίγο ό Γέροντας παρουσιάσθηκε αλλοιωμένος, αντανακλώντας την αγαλλίαση που είχε γευθή, χωρίς να μπορεί να άθροιση λέξι. Ή Γερόντισσα του μιλούσε, αλλά εκείνος παρέμενε άφωνος... Εναπόθεσαν τέλει, όταν συνήλθε καθ' οδό, τής είπε: «Ξέρεις ότι μας θέλει ό Άγιος;» Και αφηγήθηκε κατασυγκινημένος τί είχε συμβεί: «Μόλις φύγατε όλοι από τον Ναό, εγώ πήγα να σπασθώ τις εικόνες. Αφού προσκύνησα στο τέμπλο, πλησίασα και στο προσκυνητάρι του Παππούς Άγιάννη,,. Τότε κατάπληκτος αντίκρισα τον καντηλάκι του Αγίου να χορεύει κυκλοτερώς. Γύριζε ήρεμα... ήρεμα... γύρω-γύρω. Όλα τα υπόλοιπα καντήλια ήσαν ακίνητα.

-Παράξενο, είπα. Μάλλον θα τον χτύπησα εγώ.

»Τον κοίταζα... τον κοίταζα... και περίμενα να σταματήσει. Αλλοιωμένος' αυτό συνέχιζε να χορεύει με τον ίδιο ρυθμό... Τότε εκίνησα όλα τα καντήλια του τέμπλου. Αυτά σε λίγο σταμάτησαν, ενώ τον καντήλι του Αγίου κινείτο ασταμάτητα γύρω-γύρω... Γι' αυτό καθυστέρησα, περιμένοντας μήπως σταματήσει. Τελικά έφυγα και τον άφησα να χορεύει... Φαίνεται ότι ό Άγιος μάς υποδέχεται και χαίρεται με την απόφαση μας να ξανακτίσουμε τον Μοναστήρι».

Πράγματι! Ό Άγιος είχε χαρεί για την επανίδρυση τής Μονής του και είχε μεταδώσει την χαρά του και στον Μεγαρικό λαό, ό όποιος τον «λάτρευε». Ιδού, πώς διηγείται ό Γέροντας την συνέχεια των γεγονότων: «Όταν κατεβήκαμε στα Μέγαρα, προσπαθούσαμε ν' αποφύγομε τις συναντήσεις με τον κόσμο στους κεντρικούς δρόμους και πηγαίναμε από τα στενά δρομάκια, επειδή φοβούμεθα τις αντιδράσεις. Παρ' όλα αυτά, όμως, γίναμε αντιληπτοί και πολλοί έβγαιναν από τα καφενεία λέγοντας με ενθουσιασμό: "Συγχαρητήρια! Συγχαρητήρια! Μπράβο! Τον μάθαμε... Πότε θα πάτε με τον καλό; Θα είμαστε κοντά σας!,,. Τότε επήραμε θάρρος και αρχίσαμε τις ετοιμασίες για την αναχώρηση μας».

ΒΙΒΛΙΟΓ. Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗΣ. ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΜΑΚΡΥΝΟΥ . ΜΕΓΑΡΑ 2006.

Μέσα στο άκτιστο Φως ο Πατήρ Δαμασκηνός.



Λίγο πριν απελευθερωθεί ή χώρα μας από τους Γερμανούς, ό Σπυρίδων -για λόγους ασφαλείας- παρέμενε ακόμη με τους δικούς του στο αγροτόσπιτο των αμπελώνων, αν και ό τρύγος είχε πια τελειώσει. Εκεί στην ερημιά, έζησαν όλοι μαζί ημέρες αλησμόνητης ευφρόσυνης, «λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία αυτών των Κυρίω» .

Ή Γερόντισσα Μακρίνα, μετά από πολλά χρόνια, φανέρωσε στις μοναχές πώς της απεκαλύφθη τότε ή δόξα του Θεού στο πρόσωπο του Παππού: «Όταν ζούσαμε στα αμπέλια, είχαμε θεσπίσει να κάνωμε το Απόδειπνο και τους Χαιρετισμούς. Κάθε βράδυ, λοιπόν, μέσα στην νυκτερινή ησυχία, γονατίζαμε ανάμεσα στα κλήματα και προσευχόμασταν όλοι μαζί.

Εκείνο το αλησμόνητο βράδυ, δεν είχε καθόλου φεγγάρι. Ό Πάππους είχε γονατίσει σε αρκετή απόσταση μπροστά απόσταση εμάς, ή Αναστασία πίσω του και δίπλα της ή Καλλιόπη κι εγώ. Ό Γέροντας ακίνητος και ευθυτενής, είχε προσηλωμένο το βλέμμα του στον ουρανό. Είχαμε αρχίσει το Απόδειπνο- απήγγειλα τους ψαλμούς και είχα φθάσει στην μέση της δοξολογίας. Τότε απαλά, δεν ξέρω πώς, βλέπω στην πλάτη του Παππού ένα αλλόκοτο φώς, ιλαρό, ακίνητο. Δεν ήταν το φώς που

γνωρίζομε, ούτε της φωτιάς, ούτε του προβολέως. Αυγοειδείς ακτίνες... Πώς το λέμε το πρωινό φώς; Λυκαυγές; Αυτό το φως πού φαίνεται μόλις αρχίζει να ξημερώνει, το γαλαζωπό... Δεν ήταν φυσικό φώς, δεν ήταν φώς προβολέως ή φακού. Άλλωστε δεν ήταν κανείς άλλος εκείνη την ώρα μέσα στο αμπέλι- ούτε και είχαμε φώτα. Άλλ' αυτό το φώς ήταν αλλιώτικο, απερίγραπτο!.. Εγώ, μόλις το είδα, άρχισα να τρέμω απόσταση ένα παράξενο δέος, ενώ ένιωθα μια Θεία γλυκύτητα. Πώς να τελειώσω την δοξολογία; Κάποτε την τελείωσα... Το φώς ακίνητος, εξακολουθούσε διάχυτο να περιλάμπη την πλάτη του Παππού!.. Λέω το «Πιστεύω» και αρχίζω τούς Χαιρετισμούς. Τότε, χωρίς να αντιληφτώ το πώς, είδα εκείνο το φώς να περιλούει όλο του το κεφάλι! Το ίδιο φώς... είχε φύγει απόσταση την πλάτη του και σιγά-σιγά πήγε επάνω στο κεφάλι του! Και έλαμπε αυτό το παράξενο ασχημάτιστο φώς μέχρι τα μέσα των Χαιρετισμών.

»Στο Κήρυκες Θεοφόροι,,, τον είδα πού κινήθηκε και μετά... το φώς χάθηκε εντελώς. Δεν ξέρω πώς, εν ριπή οφθαλμού, το έχασα. Εκείνος φαινόταν... ήταν σε άλλους κόσμους. Πάντως δεν του είπα τίποτε- ούτε στις αδελφές του. Τις κοίταξα μόνο, για να καταλάβω αν είδαν αυτό πού έβλεπα... Όμως, τίποτε... Δεν τούς είπα λέξι. Τρόμαξα να τελειώσω το απόδειπνο. Περίμενα να ξημερώσει... δεν περνούσαν οι ώρες. Καταλάβαινα ότι κάτι υπερκόσμιο, κάτι ασύλληπτο είχε συμβεί!

Πρωί-πρωί έφυγα και πήγα ολοταχώς- τρεις ώρες δρόμο- στον Πνευματικό μας, τον παπά-Ηλία. Του λέω: Αυτό κι αυτό συνέβη με τον Σπύρο. Και του περιέγραψα με κάθε λεπτομέρεια ότι είχε συμβεί. Ό παπά- παπά-Ηλίας ήταν αυστηρός και πολύ φειδωλός στους επαίνους των πνευματικών του παιδιών. Ήταν πατερικός και πνευματικώτατος λευΐτης- καλογερόπαπας,,. Εξομολογούσε τον Σπύρο και είχε καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Αυτό θα το κρατήσεις,,, μου είπε, γιατί είναι σημείο. Δεν θα το πεις, όμως, πουθενά. Αυτός θα γίνει μεγάλος άνθρωπος... άγιος,,. Δεν είπα σε κανένα τίποτε- ούτε στον ίδιο... μόνο σε σας, γιατί πρέπει να ξέρετε ποιος είναι αυτός πού ζούμε...

Μα δεν ήταν μόνο αυτό το σημείο... Πόσα θαυμαστά γεγονότα αξιώθηκα να ζήσω!..

Ήμασταν ακόμη στα αμπέλια. Ό καιρός είχε αλλάξει και μπαίναμε μέσα στο σπίτι για να κάνουμε το απόδειπνο. Ένα βράδυ όταν τελειώσαμε, μάς λέει ό Πάππους:

- Τί φώς ήταν αυτό πού φάνηκε την ώρα των Χαιρετισμών; Δεν σας έκανε εντύπωση;

-Ποιό φώς; απορήσαμε.

-Όταν λέγαμε τους Χαιρετισμούς, δεν το βλέπατε το φως;

-Όχι, δεν είδαμε τίποτα. Που το είδες το φως;

-...Ημπορεί και να μου φάνηκε, αποκρίθηκε και γύρισε προς το τζάκι. Όμως δεν είχαμε ανάψει φωτιά ούτε λάμπα. Άλλο φως δεν υπήρχε στο αγροτόσπιτο. Απότομα έκοψε την συζήτησι και έκανε τάχα τον αδιάφορο, για να συγκάλυψη το γεγονός. Ούτε και εμείς τολμήσαμε να ερωτήσουμε κάτι άλλο. Ό Πάππους τότε ήταν συνεσταλμένος, σοβαρός και ολιγόλογος. Ανάμεσα ήταν τώρα, θα μάς έλεγε καθαρά τί του είχε συμβεί αλλάξει τότε, μόνο στον Πνευματικό.

Βεβαίως, εκείνο τον καιρό δεν γνωρίζαμε πολλά πράγματα για τα μυστήρια της Θείας Χάριτος. Επειδή, όμως, αυτό το Θείο Φως είχε αφήσει μία χάρι στην μορφή του, το συνδύασα με εκείνο το Φως, το όποιο πάλι τον είχε περιλάμψει, όταν κάναμε το απόδειπνο υπαίθριοι στο αμπέλι».

Και πώς ήταν δυνατόν να μην επισκέπτεται και αισθητώς ή Θεία Χάρις τον Παππού, εφ' όσον, ευθύς ως γνώρισε τον Κύριο, έσβησε τον εαυτό του και ζούσε μυστικώς τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού; Ήταν δυνατόν να μην γίνει κοινωνός και μέτοχος της άκτιστου Θείας Χάριτος, εφ' όσον είχε τον Άναστάντα ζώντα και ενεργούντα μέσα του;..

ΒΙΒΛΙΟΓ. Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗΣ. ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΜΑΚΡΥΝΟΥ . ΜΕΓΑΡΑ 2006.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΑ ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΑΥΓΑ .

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΑΥΓΟ ΑΠΟ ΤΕΧΝΙΤΗ ΚΡΟΑΤΗ ΣΤΟ ΣΕΡΑΓΕΒΟ.
ΡΟΥΜΑΝΙΑ

ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ..............ΤΣΟΥΝΑΜΙ.......

ΖΗΜΙΕΣ ΣΤΟ OTSUCHI . ΝΟΜΟΣ IWATE. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΤΟΧΟΚΟΥ ΙΑΠΩΝΙΑΣ.



ΚΥΡΙΑΚΗ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ ΣΤΙΣ 3.Μ.Μ ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ.

Λαϊκό προσκύνημα στον Ιερό Ναό Παναγίας Σουμελά Αχαρνών.

Από το απόγευμα της Δευτέρας, 21 Μαρτίου, οπότε έγινε δεκτή με τιμές, εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα στον Ιερό Ναό Παναγίας Σουμελά των Αχαρνών, το λείψανο της δεξιάς χειρός του Αγίου Παντελεήμονος του Ιαματικού. Το προσκύνημα θα διαρκέσει μέχρι τις 10 Απριλίου, ενώ ο Ναός θα είναι ανοικτός, καθημερινά, από τις 7 το πρωί, μέχρι τις 10 το βράδυ.
Ιερός Ναός Παναγίας Σουμελά Αχαρνών: Ελ. Βενιζέλου και Σαμψούντος

Τηλέφωνo για πληροφορίες:
210-8013068 (Ιερά Μητρόπολη Αττικής)

Φεύγοντας άφησε στους δικούς του ένα συγκλονιστικό μήνυμα ο μικρός Μιχάλης.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΡΩΤΑΤΟΝ



Όλοι μας στη γειτονιά γνωρίζαμε τον 17χρονο ψηλόλιγνο, συμπαθητικό αγόρι, που έκανε τις βόλτες του καθισμένο στο αναπηρικό καροτσάκι. Τον Μιχάλη. Τον ευγενικό, υπομονετικό, κάπως μελαγχολικό αγόρι.

Τώρα ό Μιχάλης έφυγε για την αιωνιότητα. Πήγε στην άλλη, στην αληθινή ζωή. Ταξίδεψε με τον Χριστό, συντροφιά στους κόσμους της αληθείας, του φωτός, τής Ανάστασης, τής Βασιλείας των Ουρανών. Φεύγοντας άφησε στους δικούς του ένα συγκλονιστικό μήνυμα. Τον άκουσα από τον στόμα του πατέρα του:

Εκείνο τον απόγευμα ήμασταν κοντά του, ή μητέρα του, ή γιαγιά του, ό θείος του, εγώ και δυο νοσοκόμες. Και ενώ προηγουμένως βρισκόταν σε κώμα, άνοιξε τα μάτια του, μας κοίταξε με καθαρό βλέμμα και με φωνή βροντερή (μέχρι τότε σχεδόν δεν μιλούσε και ότι έλεγε ήταν χαμηλόφωνα), είπε: «Είστε όλοι έτοιμοι να ακούσετε τον μεγάλο λόγο; Είστε έτοιμοι και ψύχραιμοι: Εγώ είμαι έτοιμος, εσείς είστε;» (Πρώτη φορά χρησιμοποιούσε τέτοια γλώσσα). Έκανε μικρή παύση και συνέχισε: «Εγώ τελείωσα». (Ό θείος του έκλεγε). «Τελείωσα. Υπάρχει Χριστός, υπάρχει Δευτέρα Παρουσία. Θα πάμε και θα 'έρθουμε, με τον Χριστό» (Ό θείος του τον αγκάλιασε). «Μη με κρατάς, μη με καθυστερείς άσε με να φύγω, ένα, δυο, τρία, φύγαμε, είμαι ό καλύτερος, θα ξανασυναντηθούμε. Άντε γεια σας». Και τον παιδί έσβησε.

Ποιός ξέρει σε ποιους κόσμους παραδεισένιους αξιώθηκε να ξεναγηθεί από τον Σωτήρα Χριστό, πριν την αναχώρηση του, για να κερδίσει την μεγάλη βεβαιότητα, που ίσως δεν είχε στην ζωή του προηγουμένως: «Υπάρχει Χριστός, υπάρχει Δευτέρα Παρουσία». Και κλείνοντας βαθειά μέσα του την βεβαιότητα αυτή έφυγε μακάρια, διαβαίνοντας τον πέρασμα γης ουρανού, χωρίς να έχει πλέον ανάγκη τον αναπηρικό του καροτσάκι. Ό Σωτήρας Χριστός βλέποντας τον αγώνα του ενάντια στην αρρώστια, τον πήρε κοντά Του, αιώνια να χαίρεται μαζί με τους αγγέλους. Άφησε πίσω στους πονεμένους γονείς του και στον αδελφό του την παρηγοριά αυτής τής βεβαιότητας: «Υπάρχει Χριστός, υπάρχει Δευτέρα Παρουσία»!

μία νέα από την Κύπρο.


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Πρωτάτον αριθ. 121

Όλα δείχνουν ότι ή παγίδα του ευδαιμονισμού κλείνει.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΡΩΤΑΤΟΝ


...Όλα δείχνουν ότι ή παγίδα του ευδαιμονισμού (στην οποία πέσαμε όλοι μας) κλείνει. Κλείνει και μας βρίσκει σε άθλια πνευματική και οικονομική κατάσταση, υποδουλωμένους στα πάθη, την τεμπελιά, στην πλεονεξία, στην σπατάλη, στην ανηθικότητα, με δημογραφικό πρόβλημα, με όλους τους θεσμούς σε κρίση και οικονομικά χρεωμένους και εξαρτώμενους από λαούς που εχθρεύονται την πίστη μας, αλλά μας «βοήθησαν» οικονομικά και τώρα «θέλουν τα λεφτά τους πίσω οι άνθρωποι». Θλιβερή και απελπιστική κατάστασης.

Καμία ομοιότητα δεν έχει ό σημερινός μέσος Έλληνας με τους προγόνους του. Οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας ήταν φτωχοί, αλλά ήταν ταπεινοί, ολιγαρκείς και εργατικοί. Πνευματικά ίσως δεν είχαν πολλές θεολογικές γνώσεις (μόνον τον σταυρό τους ήξεραν να κάνουν οι περισσότεροι) αλλά ή ζωή τους ήταν χριστιανική. Σήμερα έχουμε θεολογικές γνώσεις αλλά ή ζωή μας δεν συμφωνεί με αυτές. Έχουμε βάλει τον Ευαγγέλιο στο «μουσείο» και ζούμε με αναμνήσεις. Βέβαιος υπάρχουν εξαιρέσεις, υπάρχει τον εκλεκτόν «λείμμα» των πιστών και ευσεβών (και θα υπάρχει έως της συντέλειας), αλλά μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις;

Κανονικά έπρεπε οι εξελίξεις αυτές να μας ανησυχήσουν, να τις δούμε σαν θαύμα και να γεμίσουν τους ναούς μας, προσευχόμενοι εν μετάνοια. Πλην (γενικώς) ή αδιαφορία συνεχίζεται. Δεν λείπουν και «ειδήσεις» από την τηλεόραση, που δεν μπορώ να καταλάβω που αποσκοπούν. Ανηθικότητα μη τί άλλο θα μπορούσαν τουλάχιστον να μη μεταχειρίζονται στα ψέματά τους τον όνομα του μακαριστού Γέροντος Παϊσίου, που όντως ήταν πνευματοφόρος. Ή αντίδραση μας θα πρέπει να είναι ή μετάνοια. Να μετανοήσουμε όχι θεωρητικά και διανοητικά μόνο, αλλά και πρακτικά. Να αλλάξουμε ζωή. Να αυξηθούμε στην πίστη, στην αγάπη και στην ελπίδα.

Ό Απόστολος Παύλος αναφερόμενος στις τρεις αυτές θεολογικές αρετές δεν λέει μόνο να έχετε πίστη, να έχετε αγάπη, να έχετε ελπίδα (για να μη νομίσει κανείς ότι τις έχει). Κάνει λόγο για έργο πίστεως, για κόπο αγάπης και για υπομονή της ελπίδος. Τον έργο της πίστεως εκφράζεται με την θεία λατρεία και την προσευχή. Ό κόπος της αγάπης εκφράζεται με την ελεημοσύνη και την συγχωρητικότητα και ή υπομονή της ελπίδος με την νηστεία και την καρτερικότητα. Πάντως «ό άνθρωπος ό πιστός και ευσεβής, αυτός δεν έχει να φοβηθεί τίποτε, ούτε κακούς ανθρώπους, ούτε αντίξοους περιστάσεις, τίποτε δεν φοβάται, διότι ή στήριξης των ελπίδων του εις τον Κύριο γίνεται πηγή δυνάμεως, που αναμορφώνει και ολοκληρώνει τον εσωτερικό άνθρωπο και την κοινωνία ευεργετεί και την εξυγιάνει» (Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης).


Σαν χριστιανοί μαθητές λοιπόν, έχοντας καλό βαθμό στην πίστη, στην αγάπη και την ελπίδα πρέπει οπωσδήποτε να πιάσουμε τουλάχιστον την βάση, «των πνεύματι ζέοντες και τω Κυρίω δουλεύοντες», θα μπορέσουμε να πείσουμε τους γύρω μας και τους κρατούντες, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά που μπορεί να πάθει ό άνθρωπος, χρεοκοπία, αρρώστιες βαριές, αγιάτρευτες, τον να πεθάνει της πείνας, μόνος, εγκαταλελειμμένος και λοιπά από τον να χάσει την πίστη του. Έχασε την πίστη του; Έχασε τα πάντα. Έχασε τα πάντα, και την ζωή του, αλλά παρέμεινε πιστός; Άς μη φοβάται, υπάρχει αποκατάσταση, υπάρχει ανάσταση, υπάρχει κρίση, υπάρχει παράδεισος. Ή πίστη μπορεί να χαθεί με δυο τρόπους: Με τον να μη ερμηνεύσουμε σωστά τις Γραφές και να γίνουμε αιρετικοί και να μην έχουμε σωστό προορισμό και στόχο. Και με τον ν' αλλάξει ή ζωή μας και να νομίζουμε ότι είμαστε Ορθόδοξοι και κατά βάθος να κατέχουμε την αλήθεια εν αδικία...

Θεσσαλονίκη, 6.10.2010 ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Πρωτάτον αριθ. 121

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ.1


Μετά από αυτά όμως, πολύ γρήγορα, με βρήκε άλλο κακό, χειρότερο και φρικτότερο απ' αυτό. Υπήρχε στην ενορία μου ένα χωριό πού λεγόταν Σιχλαρί. Εκεί έμενε ένας σουλτάνος πού λεγόταν Αχμέτ Γκεράη, και είχε για γυναίκα του την κόρη κάποιου χάνου. Αυτός ό σουλτάνος αγάπησε και ήθελε να πάρει σαν δεύτερη γυναίκα μια χριστιανή από αυτό το χωριό, κόρη κάποιου Γιουβάν τσορμπατζή, πού τον φώναξαν Κοβαντζήογλου. Ή κόρη όμως του χάνου δεν του έδινε άδεια να πάρει δεύτερη γυναίκα. Έτσι κρατούσε εκείνη την άτυχη την κοπέλα τέσσερα-πέντε χρόνια, χωρίς ούτε να την παίρνει, ούτε όμως και να τής δίνει την άδεια να παντρευτεί.

Κάποια μέρα με κάλεσαν στο Καρνομπάτ να τελέσω ένα γάμο, και ρώτησα από πού είναι το κορίτσι, και αυτοί μού διηγήθηκαν ότι αυτή είναι ή κοπέλα πού ό σουλτάνος ήθελε να την πάρει σαν δεύτερη γυναίκα, άλλα τώρα τής έδωσε την άδεια να παντρευτεί, και έτσι την φέραμε εδώ. Εγώ τούς πίστεψα και τούς στεφάνωσα. Ύστερα από τρεις μέρες έμαθα ότι ό σουλτάνος κυνήγησε τον πατέρα της για να τον σκοτώσει, άλλα αυτός ξέφυγε, έπιασε όμως τον αδελφό της, τον έδειρε άγρια και τον παλούκωσε. Εγώ τότε φοβήθηκα και έπεσα σε μεγάλη ταραχή. Μετά από αυτό πήγα σε ένα χωριό πού λέγεται Κόστεν- σ' ολόκληρο το καδηλίκι τού Καρνομπάτ μόνο εκείνη είχε εκκλησία, για να λειτουργήσω την μέρα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Ήρθε ένας άνθρωπος πού τον λέγανε Μίλος, για να με φωνάξει για κάποια βιαστική δουλειά. Και εγώ μετά το γεύμα σηκώθηκα και πήραμε με αυτόν τον Μίλος τον δρόμο μας. Είδαμε σε ένα μέρος, λίγο μακρύτερα από τον δρόμο, άνδρες και γυναίκες να θερίζουν το χωράφι, και δύο Τούρκοι, πάνω στ' άλογα, έστεκαν κοντά τους. Καθώς περνούσαμε στον δρόμο, μάς φώναξαν να πάμε κοντά τους. Και όταν πλησιάσαμε, λέει ό Μίλος: «Είναι ό σουλτάνος », και εγώ έτρεξα να του φιλήσω τα γόνατα. Αυτός με ρωτήσει « Εσύ είσαι ό παπάς σ' αυτά τα χωριά;» Και εγώ απάντησα: «Εγώ είμαι, ό δούλος σας». Κι αυτός μου είπε: «Εσύ στεφάνωσες την κόρη του Κοβαντζή στο Καρνομπάτ;» Απάντησα: «Εγώ είμαι άνθρωπος ξένος, ήρθα τώρα γρήγορα και δεν ξέρω ποιά είναι ή κόρη τού Κοβαντζή». Αυτός αμέσως σήκωσε το τουφέκι του και με τον υποκόπανο με κτύπησε δύο φορές στην πλάτη.

Ύστερα τράβηξε κατά πάνω μου το πιστόλι, άλλα εγώ καθώς ήμουν κοντά του, του άρπαξα το πιστόλι. Αυτός φώναξε στον άνθρωπο του: «Δώσε μου γρήγορα σκοινί να τον κρεμάσω αυτόν τον πεζεβέγκη».

Αυτός πήγε και πήρε από το άλογο μου το διπλό χαλινάρι, και το τύλιξε γύρω απ' τον λαιμό μου. Ήταν εκεί κοντά μια ιτιά. Σκαρφαλώνει αυτός στην ιτιά και με τραβάει με το χαλινάρι -ψηλά, εγώ όμως, καθώς δεν είχα δεμένα τα χέρια, κρατούσα το χαλινάρι και το τραβούσα προς τα κάτω, παρακαλώντας τον σουλτάνο να με λυπηθεί. Αυτός, καθισμένος επάνω στο άλογό του, φώναξε με μεγάλο θυμό στον Μίλος και τού είπε: «Έλα, μπρέ, και σήκωσε αυτόν τον πεζεβέγκη». Και ό Μίλος άρχισε να τον παρακαλεί για χάρη μου, αλλά όταν τον κτύπησε με τον υποκόπανο τού τουφεκιού του, τού ξέσκισε το σαγόνι. Τότε ό σουλτάνος γύρισε το πρόσωπο του προς την ιτιά, και σήκωσε το τουφέκι προς τον άνθρωπο του, φωνάζοντας του: «Γιατί, μπρέ, δεν τραβάς το σκοινί; Τώρα θα σε ρίξω από την ιτιά». Αυτός τραβούσε κατά πάνω, αλλά και εγώ τραβούσα κατά κάτω, γιατί τα χέρια μου δεν ήταν δεμένα. Όταν ό σουλτάνος σήκωσε τα μάτια του ψηλά, ό σύντροφος μου ό Μίλος το έβαλε στα πόδια, και δεν υπήρχε κανείς για να με σηκώσει.

Τότε ό σουλτάνος είπε στον άνθρωπο του: «Κατέβασέ τον κάτω, να πάμε στο χωριό, να τον κρεμάσουμε εκεί, να τον δει όλος ο κόσμος». Και μού έδωσαν στο χέρι το άλογό μου, να το οδηγώ από το χαλινάρι, και εκείνος με τραβούσε με το σκοινί από τον λαιμό. Ό σουλτάνος ερχόταν μετά από έμενα, με έβριζε, και μού έλεγε: «Αν δεν σκοτώσω εσένα, ποιόν θα σκοτώσω; Να παντρέψεις την γυναίκα μου με τον γκιαούρη!» Εγώ τον παρακαλούσα, γιατί είχα απελπιστεί πια από την ζωή. Αλλά όταν με πέρασε από το λιβάδι, είχε χόρτα και αγριόχορτα μέχρι το γόνατο, και δεν μπορούσα να περπατήσω. Πόσες φορές δεν έπεσα, και αυτός τραβούσε το σκοινί λίγο έλειψε να με πνίξει. Καθώς ερχόταν από πίσω μου ό σουλτάνος και έβριζε, πυροδότησε το πιστόλι από πίσω, άλλα δεν έβγαλε φωτιά. Ύστερα και πάλι το πυροδότησε και έβγαλε φωτιά, άλλα δεν με πέτυχε, η δεν σκόπευσε επάνω μου επειδή ήταν μεθυσμένος.

Όταν βγήκαμε στον δρόμο είπε στον άνθρωπο του: «Στάσου». Σταματήσαμε, και τότε έφερε το τουφέκι πολύ κοντά μου και ειπεί « Γκιαούρη, έλα τώρα αμέσως στη δικιά μας πίστη, γιατί αύτη την ώρα θα φύγεις από αυτόν τον κόσμο». Και εγώ τί να κάνω; Από τον θανάσιμο φόβο στέγνωσε το στόμα μου, και δεν μπορούσα να μιλήσω. Τού είπα μόνο: «Όμως αφέντη, γίνεται μήπως πίστη με το τουφέκι; Θέλεις να σκοτώσεις έναν παπά- μήπως θέλεις να λάβεις έπαινο από τον κόσμο;» Αυτός για πολλή ώρα κρατούσε το τουφέκι κατά πάνω μου και σκεφτόταν. Ύστερα μου είπε: «Θα χωρίσεις εκείνη τη νύφη από τον άντρα της;» Και εγώ απάντησα: « Στ' αλήθεια, μόλις πάω στο Καρνομπάτ θα τούς χωρίσω». « Ορκίσου», λέει. Και εγώ τί να κάνω; Από τον φόβο τού θανάτου, ορκίστηκα και είπα: « vallahi- billahi» που σημαίνει μα το Θεό. θα τούς χωρίσω». Τότε με βοήθησε και ό άνθρωπος του, και είπε: «Αφέντη, τί χρειάζεται να τη χωρίσει; Αυτός μόνο ας την αφορίσει, και αυτή μόνη της θα φύγει από κείνον». Τότε είπε στον άνθρωπο του: «Αν είναι έτσι, τότε άφησέ τον να πάρει τον δρόμο του».

Και εγώ μόλις καβάλησα το άλογο, μέσα σε ένα τέταρτο βρέθηκα στο χωριό Σίγμεν, πού είναι από εκεί δύο ώρες δρόμο. Και εκεί βιαστικά ήπια τρία τέσσερα ποτήρια δυνατό ρακί, και όταν κάθισα, τότε με έπιασε ό τρόμος, και άρχισα να τρέμω σαν από ελονοσία. Μέσα σε μία ώρα έφτασε εκείνη και ό Μίλος, και όταν με είδε, ξαφνιάστηκε και τον έπιασε φόβος. Πιάστηκε από το λαβωμένο πρόσωπο του, και είπε: «Αχ, πάτερ μου, είσαι ζωντανός; Εγώ, όταν το έβαλα στα πόδια, συνέχεια έβλεπα από μακριά την ιτιά, αν είσαι κρεμασμένος, και δεν ήσουν εκείνη- αλλά όταν βρόντηξε το τουφέκι είπα: αυτό ήταν, έφυγε από αυτόν τον κόσμο ό δυστυχισμένος ό παπά-Στόικο». Έτσι λοιπόν, τέτοιες ταλαιπωρίες και τρόμος θανάτου έπεσε στο κεφάλι μου.

ΒΙΒΛΙΟΓ. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΡΑΤΣΑΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ.


Το έτος 1768 άρχισαν πόλεμο οι στρατοί του Τούρκου με τον Μόσχοβο. Άλλα και τί να διηγηθώ; Καθώς κουβαλήθηκαν εκείνοι οι κακοί και αιμοβόροι Αγαρηνοί, και τί κακό δεν έκαναν στους χριστιανούς. Ότι δεν τους ήρθε στον νου, αυτό μόνο δεν έκαναν. Πόσους ανθρώπους σκότωσαν. Και το χωριό μας, καθώς είναι πάνω σε τέσσερις δρόμους και το σπίτι μου ήταν εντελώς μακριά από την εκκλησία, έπρεπε κατά τη συνήθειά μας να βρίσκομαι στην εκκλησία καθημερινά, στον εσπερινό και τον όρθρο, πόσους δρόμους δεν τριγυρνούσα μέχρι να φτάσω στην εκκλησία. Και για να φτάσω και πάλι στο σπίτι, πόσες φορές δεν με έπιασαν και με έδειραν, μού άνοιξαν το κεφάλι. Θέλησαν να με σκοτώσουν, αλλά ό Θεός με φύλαξε. Ύστερα άρχισαν να περνούν πασάδες, και επειδή έγραφα γρήγορα, με αγγάρεψαν να γράφω τεσκερέδες και να τους εκδίδω για κονάκια, αλλά αυτοί, δεν άρεσαν τα κονάκια τους, και έρχονταν πίσω. Πόσες φορές δεν έβγαλαν τα πιστόλια για να με σκοτώσουν. Κάποια φορά ένας μού έριξε κοντάρι, αλλά δεν μπόρεσε να με κτυπήσει.

Τελικά, πηγαίνοντας για το Ρουστσούκ, πέρασε ό περίφημος Τζεζαερλή Χασάν πασάς. Εγώ, κατά τη συνήθεια, μοίραζα τεσκερέδες για τα κονάκια, όταν ένας με έπιασε από τα γένια, και λίγο έλειψε να μού τα ξεριζώσει. Όταν τακτοποιήθηκαν όλοι, κάλεσε ό πασάς τέσσερις δημογέροντες. Ένας από αυτούς ήμουν εγώ. Ήρθε ένας τσαούσης πού έμενε πάντοτε στο χωριό. Αυτός είχε διοριστεί από τον βεζίρη για να προστατεύει το χωριό από τα στρατεύματα. Πήγαμε μαζί του μέχρι την πόρτα τού πασά. Αυτός είπε: «Μείνετε εσείς εδώ, να πάω εγώ επάνω, για να καταλάβω γιατί σας φώναξε ό πασάς». Και καθώς ανέβαινε επάνω, τού έκραξε ό πασάς, και τον έριξαν κάτω για να τον φυλακίσουν. Εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε όπου φύγει φύγει. Εγώ έτρεξα προς το κονάκι τού πασά, και δεν σκέφτηκα ότι ό πασάς κάθεται επάνω στο κιόσκι και μπορεί να με δει. Και όταν με είδε, φώναξε: «Τί τρέχεις, μπρε; Πιάστε τον, και φέρτε τον εδώ». Και αμέσως με έπιασαν τέσσερις, και με έφεραν στον πασά· αλλά με τί φόβο! Με ρώτησε: «Γιατί τρέχεις, μπρέ, ποιός σε κυνηγά;» Εγώ του είπα: «Αφέντη, εμείς είμαστε ραγιάδες, πάντοτε φοβισμένοι είμαστε όπως οι λαγοί, και όταν τσάκωσες τον τσαούση φοβηθήκαμε και τρέξαμε». Αυτός μου είπε: «Τί ζημία έχετε εσείς από αυτό; Εγώ σάς κάλεσα να σάς ρωτήσω για τον δρόμο». Ό πασάς ήταν ξένος, πήγαινε στο Ρουστσούκ, και εγκαταστάθηκε εκεί.

Το έτος 1775 ό Μόσχοβος νίκησε τους Τούρκους, πέρασε τον Δούναβη και πήρε το Σούμεν, όπου ήταν με τον τούρκικο στρατό ό βεζίρης Μουγιουσούνογλου, και πολιόρκησε το Ρουσ­τσούκ, τη Σιλίστρα και τη Βάρνα. Τότε στο χωριό μας καθόταν Άρναούτης πασάς, και φύλαγε την κλεισούρα για να μην αποδράσει ό τούρκικος στρατός, καθώς έχει συνήθεια. Τύχαινε να υπάρχει εκεί και καδής και τσαούσης και σούμπασης. Όταν άκουσαν πώς έπιασε ό Μόσχοβος με έφοδο τον βεζίρη, κατέφυγαν όλοι στο Σλίβεν. Πόσο φόβο περάσαμε μήπως μάς αιχμαλωτίσουν φεύγοντας! Αγρυπνούσαν οι χριστιανοί μέρα νύχτα. Και κράτησε η πολιορκία είκοσι δύο μέρες. Έκαναν ειρήνη και έφυγαν οι Μοσχοβίτες, εγκαταλείποντας και την τούρκικη και τη βλάχικη γη.

ΒΙΒΛΙΟΓ. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΡΑΤΣΑΣ

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ/ ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΒΡΑΤΣΑΣ.



Ένας νεαρός Βούλγαρος, ό Στόικο Βλαδισλάβοφ (1739-1813), γιος ζωέμπορου από το Κότελ, μαθαίνει στην πατρίδα του τα στοιχειώδη ελληνικά γράμματα και, προτού ολοκληρώσει τις σπουδές του, μένει ορφανός. Νεαρός και άπειρος στη ζωή, είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τα χρέη του πατέρα του και να εργασθεί σκληρά για να ζήσει την οικογένεια πού δημιούργησε. Με παρότρυνση των συμπατριωτών του, και χωρίς να είναι έτοιμος γι' αυτό, δέχεται να χειροτονηθεί ιερέας, και έτσι μπαίνει σε νέα βάσανα και ταλαιπωρίες, πού δεν μπορούσε καν να φαντασθεί. Για χρόνια ολόκληρα αντιμετωπίζει προβλήματα, διώξεις και απειλές από Τούρκους αξιωματούχους και από τα στρατεύματα του επαναστάτη Παζβάντογλου. Ό θάνατος τον αγγίζει επανειλημμένως. Ή κατάσταση δεν βελτιώνεται ούτε όταν χειροτονείται αρχιερέας, και ως Επίσκοπος Βράτσας Σωφρόνιος πια βρίσκεται μπροστά σε νέα δύσκολα προβλήματα, υφίσταται ταπεινώσεις, τιμωρίες και πρωτοφανείς εξευτελισμούς. Πολλές φορές κάμπτεται ψυχικά και καταφεύγει σε τεχνάσματα για να σώσει τη ζωή του. Τελικά διαφεύγει στη Βλαχία, όπου περνάει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφοντας και μεταφράζοντας βιβλία για τούς συμπατριώτες του στη βουλγαρική γλώσσα. Όλες οι περιπέτειες και τα παθήματά του συμπαθητικού και ταλαιπωρημένου αυτού κληρικού περιγράφονται από τον ίδιο στην αυτοβιογραφία του, ή οποία, γραμμένη σε απλοϊκή βουλγαρική γλώσσα, δίνεται εδώ για πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση. Ή αξία τού κειμένου αυτού έγκειται στον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια πού χαρακτηρίζει τον συγγραφέα του, συγχρόνως όμως αποτελεί ένα από τα πρώτα κείμενα, σε απλή γλώσσα, τής νεότερης βουλγαρικής γραμματείας.

Αυτός, πανάγιε Δέσποτα, πρόσδεξαι τάς ευχαριστηρίους ημών δεήσεις επί τή απελευθερώσει καί τή παλιγγενεσία αυτού.

Kύριε ο Θεός ημών, ο τά σύμπαντα τώ σώ κράτει συνέχων τή θεία σου καί πανσθενεί βουλή κυβερνών, ο εκάστω έθνει τάς ιδίας οροθεσίας θέμενος, τό δέ ευσεβές ημών Έθνος εξαιρέτως ευεργετήσας, τήν επίγνωσιν τής σής αληθείας αυτώ χαρισάμενος, καί πρός τό φώς τής αληθούς ημών θρησκείας καθοδηγήσας, έξ αυτού δέ μεγάλους τής Εκκλησίας πατέρας καί διδασκάλους αναδείξας, καί ελεύθερον μέν αυτό επί αιώνας διατηρήσας τή θεία σου χάριτι, δουλωθέν δέ στηρίξας καί διασώσας καί εις ελεύθερον αύθις βίον αυτό εξαναστήσας, Αυτός, πανάγιε Δέσποτα, πρόσδεξαι τάς ευχαριστηρίους ημών δεήσεις επί τή απελευθερώσει καί τή παλιγγενεσία αυτού. Καί τάς μέν ψυχάς τών υπέρ Πίστεως καί Πατρίδος ηρωϊκώς αγωνισαμένων καί ενδόξως εν τοίς ιεροίς ημών αγώσι πεσόντων ή υπό τών πολεμίων αναιρεθέντων πατέρων καί αδελφών ημών μετά τών απ' αιώνός σοι ευαρεστησάντων ανάπαυσον, Ημάς δέ πάντας αξίους τής ελευθερίας ανάδειξον, εν ειρήνη καί ομονοία διατήρησον καί εις πάν έργον αγαθόν καί σοί ευάρεστον καθοδήγησον, τούς πιστούς άρχοντας ημών εν ειρήνη καί ομονοία διατήρησον καί λάλησον αγαθά εν ταίς καρδίαις αυτών υπέρ τής Εκκλησίας σου καί παντός τού λαού σου. Σύ γάρ εί ο Βασιλεύς τής ειρήνης καί Σωτήρ τών ψυχών ημών, καί σοί τήν δόξαν αναπέμπομεν, τώ Πατρί καί τώ Υιώ καί τώ Αγίω Πνεύματι, νύν καί αεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων, Αμήν.


ΤΗ ΚΕ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ Ο Ευαγγελισμός τής Υπεραγίας Θεοτόκου καί Αειπαρθένου Μαρίας.


Κατοικτειρήσας τό ποίημα ο Πλάστης, σπλάγχνοις τοίς οικείοις τε κατακαμπτόμενος, Κόρης εν μήτρα θεόπαιδος, οικήσαι σπεύδει, προς ήν ο μέγας ήλθεν Αρχάγγελος, Χαίρε προσφθεγγόμενος, θεοχαρίτωτε, νύν μετά σού ο Θεός ημών, μή πτοηθής με, τού Βασιλέως τόν Αρχιστράτηγον, εύρες γάρ χάριν, ήν απώλεσεν, Εύα τό πρίν η Προμήτωρ σου, καί συλλήψη καί τέξη, τού Πατρός τον ομοούσιον.


Εις Ναζαρέτ νύν τήν Πόλιν επιφθάσας, Πόλιν σε τήν έμψυχον τού Βασιλέως Χριστού, ο Γαβριήλ κατασπάζεται, βοών σοι, Χαίρε, ευλογημένη θεοχαρίτωτε, έξεις εν νηδύϊ σου Θεόν σαρκούμενον, καί διά σού τό ανθρώπινον, πρός τό αρχαίον, δι' ευσπλαγχνίαν ανακαλούμενον, Ευλογημένος τής κοιλίας σου, θείος καρπός ο αθάνατος, ο παρέχων τώ κόσμω, διά σού τό μέγα έλεος.



Απεστάλη εξ ουρανού Γαβριήλ ο Αρχάγγελος, ευαγγελίσασθαι τή Παρθένω τήν σύλληψιν, καί ελθών εις Ναζαρέτ, ελογίζετο εν εαυτώ, τώ θαύμα εκπληττόμενος, ότι, Πώς ο εν υψίστοις ακατάληπτος ών, εκ παρθένου τίκτεται! ο έχων θρόνον ουρανόν, καί υποπόδιον τήν γήν, εν μήτρα χωρείται γυναικός! ώ τά Εξαπτέρυγα καί Πολυόμματα ατενίσαι ού δύνανται, λόγω μόνω εκ ταύτης σαρκωθήναι ηυδόκησε, Θεού εστι Λόγος ο παρών. Τί ούν ίσταμαι, καί ου λέγω τή Κόρη; Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού, χαίρε αγνή Παρθένε, χαίρε Νύμφη ανύμφευτε, χαίρε Μήτηρ τής ζωής, ευλογημένος ο καρπός τής κοιλίας σου.

Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη, ειπείν τή Θεοτόκω τό Χαίρε καί σύν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε θεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζων πρός αυτήν τοιαύτα.

· Χαίρε, δι' ής η χαρά εκλάμψει, χαίρε, δι' ής η αρά εκλείψει.

· Χαίρε, τού πεσόντος , Αδάμ η ανάκλησις, χαίρε τών δακρύων τής Εύας η λύτρωσις.

· Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς, χαίρε, βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίς.

· Χαίρε, ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα, χαίρε, ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα.

· Χαίρε, αστήρ εμφαίνων τόν Ήλιον, χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.

· Χαίρε, δι' ής νεουργείται η κτίσις, χαίρε, δι' ής βρεφουργείται Κτίστης.

· Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

«Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ, ψαυέτω μηδαμώς χείρ αμυήτων, Χείλη δέ πιστών τή Θεοτόκω ασιγήτως, Φωνήν τού Αγγέλου αναμέλποντα, εν αγαλλιάσει βοάτω, Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού».


Ευαγγελίζου γή χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού τήν δόξαν.


Υπέρ έννοιαν συλλαβούσα Θεόν, τής φύσεως θεσμούς έλαθες Κόρη, Σύ γάρ εν τώ τίκτειν τά μητέρων διέδρας, Ρευστή φύσις περ καθεστηκυία, όθεν επαξίως ακούεις, Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού.


Ευαγγελίζου γή χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού τήν δόξαν.


Πώς πηγάζεις γάλα Παρθένε αγνή; Ού φέρει εξειπείν γλώσσα βροτεία, Ξένον γάρ φύσεως επιδείκνυσαι πράγμα, Nομίμου γονής όρους υπερβαίνον, όθεν επαξίως ακούεις, Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού.


Ευαγγελίζου γή χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού τήν δόξαν.


Μυστικώς ταίς Ιεροτεύκτοις Γραφαίς, Λαλείται περί σού, Μήτερ Υψίστου, Κλίμακα γάρ πάλαι Ιακώβ σε προτυπούσαν, Ίδων έφη, Βάσις Θεού αύτη, όθεν επαξίως ακούεις, Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού.


Ευαγγελίζου γή χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού τήν δόξαν.


Θαυμαστόν τώ Ιεροφάντη Μωσεί, Η βάτος καί τό πύρ έδειξε τέρας, Ζητών δέ τό πέρας εις διάβασιν χρόνου, Εν Κόρη αγνή, έψη, κατοπτεύσω, ή ως Θεοτόκω λεχθείη, Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού.


Ευαγγελίζου γή χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού τήν δόξαν.


Δανιήλ σε όρος καλεί νοητόν, Γεννήτριαν Θεού ο Ησαίας, Βλέπει δέ ως πόκον Γεδεών, ο Δαυίδ δέ, Αγίασμα φάσκει, πύλην δέ σε άλλος, ο δέ Γαβριήλ σοι κραυγάζει, Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού.

Καταβασία



Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ, ψαυέτω μηδαμώς χείρ αμυήτων, Χείλη δέ πιστών τή Θεοτόκω ασιγήτως, Φωνήν τού Αγγέλου αναμέλποντα, εν αγαλλιάσει βοάτω, Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού.