Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΠΑΤΗΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ.


Μετά φόβου Θεού άλλα και με θερμή παράκληση προς τον Θεό να με φωτίσει να εκφράσω σωστά το πιο σημαντικό βίωμά μου τη μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία.

Ό παππούς μου, Ιταλός στην καταγωγή, από τη Σικελία και αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στα τέλη του 19ου αιώνα ό Σουλτάνος τον έστειλε στην Θεσσαλονίκη για να κτίσει δημόσια κτήρια. Στην Θεσσαλονίκη, ή οποία άνηκε τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, έζησε έως το τέλος της ζωής του. Ένα από τα οκτώ παιδιά του ήταν ό πατέρας μου. Κι εγώ γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασα και δημιούργησα οικογένεια. Από παιδί προσπαθούσα να ανταποκρίνομαι στα θρησκευτικά μου καθήκοντα.

Καθώς φοιτούσα στο γαλλικό σχολείο Δελασάλ, ή κατήχηση ήταν απαραίτητη, διότι την επιμέλεια του σχολείου την είχαν μονάχοι καθολικοί. Κάποια ημέρα κατέφθασε ένας καθολικός ιερέας και έκανε συζήτηση με έφηβους καθολικούς. Κάλεσαν κι εμένα. Κατά τη συζήτηση με ρώτησε ανταποκρίνομαι θέλω να γίνω ιερέας. Απάντησα αρνητικά. Παρόλο που με συγκίνησε ή πρόταση, αρνήθηκα.

Σπούδασα ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και νυμφεύτηκα Ελληνίδα ορθόδοξη. Ή αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε προστριβές εξαιτίας της διαφορετικότητάς μας στο δόγμα. Μετά τον γάμο βρεθήκαμε στην Ελβετία, όπου άνοιξα ιατρείο. Εκεί αποκτήσαμε δύο κόρες οι όποιες βαπτίστηκαν καθολικές. Συνολικά ζήσαμε στην Ελβετία ένδεκα χρόνια. Αποτέλεσμα τής διαμονής μας στην Ελβετία ήταν να χαλαρώσουμε κάπως στα θρησκευτικά μας καθήκοντα. Ό φιλεύσπλαχνος Θεός όμως μας λυπήθηκε, μας κάλεσε κοντά Του, και μας υπενθύμισε ότι δίχως αγώνα θα μείνουμε έκτος νυμφώνος. Αλλά πώς μας κάλεσε, ας με φωτίσει ό Πανάγαθος, να σας το μεταφέρω σωστά στην συνέχεια.

Έπειτα από ένδεκα χρόνια ξενιτιάς επιστρέψαμε στην πατρίδα. Κατοικία και ιατρείο στην Θεσσαλονίκη. Παρόλο πού όλα πήγαιναν πολύ καλά, μετά από τέσσερα χρόνια αποφασίσαμε να εγκατασταθούμε στα Ν. Μουδανιά Χαλκιδικής. Αυτό έγινε, διότι μας συνέβη κάτι εντελώς ξαφνικό και ανεξήγητο. Και σήμερα ακόμη απορούμε. Προσωπικά όμως αναρωτιέμαι, ανταποκρίνομαι δεν γινόταν όλα αυτά, πώς θα γνώριζα την Ορθοδοξία. Το σχέδιο όμως του Θεού προχωρούσε και μας έδειχνε τον δρόμο πού έπρεπε ν' επακολουθήσουμε.

Εκείνο τον καιρό ή παρουσία τής Παναγίας άρχισε να γίνεται πιο αισθητή στο σπίτι μας με το έξης περιστατικό: '0 Θεός πήρε τη γιαγιά τής συζύγου μου και στο σπίτι μας ήλθε ή εικόνα τής Παναγίας Οδηγήτριας. Την εικόνα ό παππούς της τη βρήκε με θαύμα, θαμμένη στην γη. Ή σύζυγος μεγάλωσε με την παρουσία αυτής τής εικόνας και έζησε κάποια θαύματά της και εν συνεχεία αισθανθήκαμε και οικογενειακώς τη χάρη Της. Ή Παναγία Οδηγήτρια με τη χάρη Της και την πρεσβεία Της με βοήθησε να βάλω τέλος στην αναζήτηση μου, ανταποκρίνομαι δηλαδή θα παραμείνω καθολικός ή θα μεταστραφώ στην Ορθοδοξία. Πώς έγινε αυτό, θα το δούμε πιο κάτω.

Οι κόρες μου φοιτούσαν στα μέσα του Δημοτικού Σχολείου. Για εκκλησιασμό τις πήγαινα, όσο ήταν δυνατόν, στην καθολική εκκλησία στην Θεσσαλονίκη. Για δεν την εξομολόγηση ερχόταν καθολικός ιερέας για τους καθολικούς τής γύρω περιοχής και ή εξομολόγηση γινόταν στο ιατρείο.

Επειδή με τη σύζυγο από παιδιά παρακολουθήσαμε κατηχητικό σχολείο, αποφασίσαμε να στείλουμε και τις κόρες μας. Δέχτηκα να πάνε στα Μουδανιά, εάν τις δέχονταν ως καθολικές πού ήταν. Δεν είχε όμως τότε για παιδιά. Μία κυρία όμως είπε στην σύζυγο: «Αν θέλετε να ακούσετε λόγο Θεού, κάθε Σάββατο στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στην Μεταμόρφωση Χαλκιδικής ομιλεί ό Γέροντας π. Γρηγόριος.

Ήταν καλοκαίρι και πήγαμε οικογενειακώς. Όλα πρωτόγνωρα για μάς. Πολύς κόσμος στο προαύλιο, όπου θα γινόταν ή ομιλία. Με πολλή προσοχή, ίσως και με περιέργεια παρακολουθήσαμε την ομιλία. Πιστεύουμε ότι όσα ακούσαμε εκείνη την μέρα δεν ήταν τυχαία, αλλά θέλημα Θεού. Πιστέψαμε ότι αυτή ή ομιλία έγινε ειδικά για μάς. Ό Θεός μάς καθοδήγησε σ' αυτή την ομιλία για να προβληματιστώ και ν' αρχίσω την αναζήτηση και μάλιστα με έντονο ενδιαφέρον.

Ό σεβαστός Γέροντας αναφέρθηκε στο Άγιον Όρος και στην ιστορία του. Ήταν συγκλονιστικό για μένα και τη σύζυγο μου. Οι κόρες δεν πολύ καταλάβαιναν λόγω τής ηλικίας τους. Το συγκλονιστικό ήταν ή περιγραφή τής εισβολής των Λατίνων Καθολικών στο Άγιον Όρος επιμέλεια Βέκκου (Πατριάρχου) και τής άσχημης συμπεριφοράς τους απέναντι στα Μοναστήρια και τούς μοναχούς οι όποιοι δεν δέχονταν να συλλειτουργήσουν μαζί τους. Με κατέπληξε ό Γέροντας, γιατί μιλούσε με ηρεμία και με πόνο ψυχής. Επίσης αναφέρθηκε και σε κάποιες διαφορές μας πού δεν επιτρέπουν τη συλλειτουργία και την συμπροσευχή, διαφορές πού έπήλθαν μετά το Σχίσμα, αφού οι Καθολικοί κατήργησαν ή αλλοίωσαν κάποιες παραδόσεις τής Χριστιανικής πίστεως. Εδώ κάνω μία επισήμανση προχθές και εγκατέλειψα την εργασία σχεδόν μισή ώρα πιο νωρίς. Κάποιος όμως με αναζήτησε την τελευταία στιγμή και, επειδή ήταν σχετικά επείγον, με αναζήτησε και στο σπίτι. Ενώ συζητούσαμε την υπόθεση του, αυτός κάθε τόσο έλεγε: Τί ωραία που είστε εδώ στην έξοχη! και ή γυναίκα μου επιθυμεί ένα σπίτι στην έξοχη. Τότε του είπα για το κτήμα σας. Έδειξε ενθουσιασμό και επιθυμία να το δει εκείνη τη στιγμή. Τον πήγα, το είδε, του άρεσε και μετά από συγκατάθεση τής γυναίκας του είπε εντάξει. Όλα εξελίχθησαν και όλα τακτοποιήθηκαν ταχύτατα. Τελικά σ' αυτό το κτήμα είκοσι χρόνια έως τώρα δεν χτίστηκε κανένα σπίτι!

Όταν επιστρέψαμε για δεύτερη φορά στην πατρίδα οι φίλοι μας και οι πελάτες μου μάς δέχτηκαν με χαρά και όλα πήγαν πολύ καλά.

Με την πρώτη ευκαιρία επισκεφτήκαμε το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου ήμουνα μόνος με τη σύζυγο. Στην επιστροφή, ενώ οδηγούσα, τής είπα ότι αποφάσισα να βαπτιστώ Ορθόδοξος. Τής εξήγησα ότι έταξα στην Παναγία ότι μόλις όλα τακτοποιηθούν θα βαπτιστώ. Οι κόρες μου δέχτηκαν επίσης να βαπτιστούν. Ήταν ήδη έφηβες και είχαν εμπεδώσει πολλά για την Ορθοδοξία παρακολουθώντας τους προβληματισμούς μου αλλά και τις διαπιστώσεις μου.

Για λίγους μήνες κατηχηθήκαμε και μετά έγινε ή βάπτισή μας στην Ιερά Μονή Άγιου Αρσενίου στο Βατοπέδι Χαλκιδικής. Ή βάπτισή μας έγινε από τούς σεβαστούς Πατέρες π. Γρηγόριο και π. Θεόκλητο, πού τόσο μάς βοήθησαν και μας βοηθούνε στην πορεία μας. Ανάδοχος, γνωστή και φίλη τής οικογενείας από την όποια και τον σύζυγο της ακούγαμε συχνά λόγια ωφέλιμα για την περίπτωσή μας.

Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου ζήσαμε και οι τρείς μας αξέχαστες στιγμές και συναισθήματα. Δεν είναι εύκολο να ειπωθούν δημοσίως. Εκείνο πού μπορώ να πω μόνο είναι, ότι όλα μαρτυρούσαν την παρουσία του Θεού.

Δοξάζω τον Θεό πού ακόμη μου υπέδειξε τον δρόμο τής ιεροσύνης, αφού, με τη βάπτισή μου, ό φιλεύσπλαχνος Θεός με απάλλαξε από τις πολλές αμαρτίες του παρελθόντος. Βέβαια είχε προηγηθεί τής βαπτίσεως και ή εξομολόγηση. Όταν πληροφορήθηκα ότι μπορώ να γίνω ιερέας και μου έγινε ή πρόταση, είπα το ναι με χαρά, αλλά και με φόβο κατά πόσο θα φανώ αντάξιος στην πρόσκληση του Θεού. Όταν ήμουν νέος, είπα το όχι στην ίδια πρόταση των καθολικών. Δεν θα πάψω να ευχαριστώ τον Θεό πού με φώτισε τότε ν' αρνηθώ, αλλά δεν θα πάψω κυρίως να τον ευχαριστώ πού μου αποκάλυψε που βρίσκεται ή αλήθεια.

Με αγάπη Χριστού κι ευχαριστίες προς όλους, π. Κωνσταντίνος

(από το περιοδικό ΕΡΩ του Κέντρου Ενότητας και Μελέτης - Προβολής των αξιών μας, τ. 3/Ίούλ.-Σεπτ. 2010, σσ. 24-28)

ΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟ.



Το τριήμερο σαν φθάνη,

ή Δευτέρα ή Καθαρή,

ή χαρά μου πλημμυρίζει νου,

καρδιά, κορμί, ψυχή.


Νιώθω όλα μου ν' αδειάζουν

από έννοιες και καημούς

και το είναι μου γεμίζει

λογισμούς πνευματικούς.


Το τηγάνι μου κρεμάω,

τη διπλώνω την ποδιά,

τα βιβλία ξεδιπλώνω

του ναού σε μια γωνιά.


Την ψυχή τη διψασμένη

λούζουν νάματα ιερά

τής Καινής μας Διαθήκης

αλλά κι από' την Παλαιά.


Το πρωί όρθρου βαθέος

Αναγνώσματα, Ψαλμοί,

Ώρες, ύμνοι, ψαλμωδίες,

ιεροί Μακαρισμοί.


Και τ' απόγευμα σαν έρθη,

ή καμπάνα μας καλεί

Μέγα Απόδειπνο,

Κανόνας συγκινούν κάθε ψυχή.


Και οι δύο Διαθήκες

αναφέρονται εκεί

κ` ή Σαρακοστή αρχίζει

με ιερή αναδρομή.


Θεέ μου τί ευλογημένες

οι ήμερες είν' αυτές!

γαληνεύουνε τα πάθη,

ειρηνεύουν οι καρδιές.


Κι όταν θα 'ρθη ή Τετάρτη,

με λαχτάρα στην καρδιά

πρώτη Προηγιασμένη,

θ' ανταμώσουμε ξανά.


Και με δέος και με φόβο

μέσ' στο είναι τ' αδειανό

θα 'ναι ή θεία Κοινωνία

«μάννα» από τον Ουρανό.


Το ξερό το παξιμάδι

και το τσάι το ζεστό

προσφορά των αδελφών μας

δώρο θείο αγγελικό.


Από μέσα

από την καρδιά μου

το Θεό ευχαριστώ

πού ζησα για να γιορτάσω

το τριήμερο αυτό.

Κ. Δόλια 19-3-2001

Ο ΙΩΣΗΦ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΟΥ ΜΕΡΟΣ Β

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ.


Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΥΔΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΑΜΕΣΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΙΧΩ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ ΣΗΜΕΡΑ 02-03-2011.


Ένα αξέχαστο βάπτισμα .

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΕΡΑ ΙΩΝΑ ΜΟΥΡΤΟ ΤΑΙΒΑΝ

Βλέπετε τις Φώτο. Στο γραφείο συσκέψεων έχει το Ευαγγέλιο!!!! Ξέρετε πολλές εταιρείες που το κάνουν αυτό?




ΓΑΜΟΣ

Παρασκευή , χθες πήγαμε στο Ταιναν να βαφτίσουμε ένα ζευγάρι. Είχα γράψει για αυτούς σε πολύ παλιό κείμενο μου

(Nov 18, 2009 κοιτάτε το)

Πριν από μερικούς μήνες οι ευλογημένοι αυτοί άνθρωποι με κάλεσαν. Ενοιωσαν την ανάγκη να γίνουν ορθόδοξοι!!!

Τους ρώτησα γιατί. μου είπαν ένοιωσαν σαν να αγαπούν κάποιον και διστάζουν να τον παντρευτούν. Τώρα τέλος οι δισταγμοί!!!Τους διδάσκαμε 2 φόρες τη εβδομάδα από το skupe και τους επισκεπτόμουν τακτικά. (βλέπετε για αυτό δεν γράφω πολλές φόρες δεν προλαβαίνω)

Τελικά αποφασίσαμε να γίνει το βάπτισμα παρασκευή μετά τη δουλειά τους.
εξομολογήθηκαν αλλά εγώ έκλαψα. Δεν είχαν καμία αμαρτία!!! Τόσο σπάνιοι άνθρωποι.
Ο σύζυγος κάνει κάθαρση νεφρού 2 μέρες κάθε εβδομάδα επί 10χρονια. δεν γινόταν να έρθουν στην Ταϊπέι.Αλλωστε πριν 1 χρόνο που βρεθήκαμε ο για
τρός τους είπε ότι μάλλον δεν έχει άλλη ζωή ο άνδρας… αλλά ο Θεός του έδωσε. Ζουν πουλώντας φωτοβολταικά.

Κάναμε όλα μαζί , μέσα στην τη θεια λειτουργία -όπως άλλωστε είναι η αρχαία τάξη της εκκλησίας,
Αφορισμοί
Εναρξη λειτουργίας
Είσοδος.Βάπτισμα –Χρίσμα

Άγιος ο Θεός (όσοι εις Χριστόν)αναγνώσματα του γάμου και του βαπτίσματος μεγάλη είσοδος

Χορός Ησαΐα γύρω από το μικρό τραπεζάκι του ήταν η αγία τράπεζα και η θεια κοινωνία , όπως στην αρχαία εκκλησία. Συγκινήθηκα πολύ αλλά και φοβήθηκα, διότι όταν έπιασα το χέρι του συζύγου ένοιωσα τους πλαστικούς αγωγούς που έχει για φλέβες… πως να κάνω την τριπλή περιφορά…. το ίδιο και στο όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε.


Και όμως έγινε και ένοιωσε και καλύτερα και μετά μας κάνανε το τραπέζι .
το εστιατόριο έγραφε “εύρηκα” όπως βλέπετε αλλά κανείς δεν ήξερε το γιατί….

Χάσαμε το γρήγορο τραίνο.
Γυρίσαμε Ταϊπέι στις 4 τη νύχτα με το λεωφορείο…
Φυσικά θα πηγαίνω πολύ συχνά να τους λειτουργώ.

Τα ονόματα τους
Τιεν Χεν (ο σύζυγος)
Λη Τσιν


http://asian-aroma.com/?p=2078

ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΝΑΧΗ ΠΑΥΛΑ.


Κατά παράκληση μας ή Αδελφότης της Ιεράς Μονής «ΥΠΑΠΑΝΤΗ! ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» Έλευθερουπόλεως μας έστειλαν λίγα στοιχεία αναφερόμενα στην αδελφή Παύλα. Τα μεταφέρομε εδώ προς ψυχική μας ωφέλεια και εις μνήμην της σεβαστής μητέρας μας, στις προσευχές και το ενάρετο παράδειγμα τής οποίας, μετά Θεόν, οφείλουμε όλα τα παιδιά της ότι καλό έχουμε.


Ή Εκκλησία στα πόδια μας, φαγητό βρίσκομε έτοιμο, δόξα τω Θεώ, τώρα μόνο να σωθούμε».

Ύστερα αρχίζαμε τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Έλεγε με πολλή όρεξη, με την καρδιά της, το «Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε». «Αλληλούια».

Μετά από κάθε αδελφή πού τελείωνε, θα έλεγε την δική της προσευχή, με πολλή ευλάβεια:

Άχραντε και βασίλισσα, δόξα των Αρχαγγέλων, ή προστασία των πιστών και καύχημα Αγγέλων.

Αναξίοις μας χείλεσι, απαύστως σε υμνούμεν, τούς παναγίους πόδας σου, ευλαβώς προσκυνούμεν.

Θερμώς δεόμεθα, Αγνή, και σε παρακαλούμεν αιτήματα σωτηρίας παρά σού εκζητούμεν. Να μας απαλλάξης των παθών, ψυχής μας την ειρήνη δώρησαί μας ταπείνωσιν, ως και την σωφροσύνην.

Μεγάλην μέν των αρετών καλήν αύτομεμψίαν, δίωξον δε εκ ψυχής, κακήν κενοδοξίαν.

Αντί αυτών εμφύτευσον, Θεοτόκε Μαρία, ευχήν την αδιάλειπτον και την φιλαδελφίαν.

Ίνα ρυσθώμεν άπαντες, φρικτής κολάσεως και τιμωρίας, αξιωθώμεν δε ομού, της Ουρανών Βασιλείας.


Όταν τελειώναμε μετρούσε πόσες φορές τούς είπα­με. Όσο ποιό πολλές φορές τούς άκουγε τούς χαιρετισμούς τής Παναγίας τόσο πιο πολύ χαιρόταν.

Μετά άρχιζε άλλα τροπάρια:

Χαίρε Αγιον Όρος και θεοβάδιστον, χαίρε έμψυχε βάτε και ακατάφλεκτε, χαίρε ή μόνη προς Θεόν κόσμου γέφυρα, ή μετάγουσα θνητούς προς την αιώνιον ζωήν, χαίρε ακήρατε κόρη, ή απειράνδρως τεκούσα την Σωτηρίαν των ψυχών ημών.

Των Αγίων Μαρτύρων τα κατορθώματα Ουρανών αι Δυνάμεις υπερεθαύμασαν, ότι εν σώματι θνητω, τον ασώματων εχθρόν, τη δυνάμει του Σταυρού, αγωνισάμενοι καλώς, ενίκησαν αοράτως, και νυν πρεσβεύουσι τω Κυρίω, ελεηθήναι τάς ψυχάς ημών.

Και της έλεγα:

-Τί πολλά τροπάρια πού ξέρεις αδελφή Παύλα; -Όλα αυτά από την μητέρα Φεβρωνία τα έχω. Πήγαινα πολύ τακτικά στο Θοδώροβο πού καθόταν και άκουγα πού έψαλλαν και διάβαζαν διάφορα βιβλία, όλα από εκεί τα έμαθα.

Δύο χρόνια πριν κοιμηθεί δεν έβλεπε καλά και τα χεράκια της ήταν αδύναμα και έτρεμαν, γι' αυτό δεν μπορούσε να κόψη κομποσκοίνια μόνο καθόταν και άκουγε τούς χαιρετισμούς.

Ξαφνικά χαμογελούσε λίγο και έλεγε:

-Τώρα θα γίνω μικρό.

Είμαι μικρός στο ανάστημα μικρός στην ηλικία πλην αγαπώ τα γράμματα μ' αρέσουν τα βιβλία. Τα τόπια δεν τα αγαπώ οι κούκλες δεν μ' αρέσουν, γράμματα θέλω, γράμματα, αυτά υποστηρίζουνε πατρίδα και Θρησκεία.

Εγώ για να την πειράξω της έλεγα:

-Ό μπάρμπα Νικόλας δεν ήταν και τόσο καλός. -Ή αδελφή Παύλα έλεγε:

Καλός ήταν, ό Νικόλας, καλός ήταν.

Ποτέ δεν ακούσαμε από το στόμα της να κατηγορήσει άνθρωπο. Όλοι ήταν καλοί για την αδελφή Παύλα δεν υπήρχε κακός άνθρωπος.


Μας διηγιόταν και διάφορες ιστορίες από την ζωή της.


-Μια φορά, μας είπε, είχα μικρό κοριτσάκι την Ευγενία, και ένα μωρό στην αγκαλιά. Ή Ευγενία πεινούσε, και ήθελε να της δώσω κάτι να φάει. Εγώ της είπα ότι δεν έχω τίποτε, ούτε και χρήματα είχα να αγοράσω κάτι.

Σε λίγο μια γυναίκα μας πλησίασε και έβαλε μέσα στο χεράκι της μερικά χρήματα. Εγώ δεν την πρόσεξα φαίνεται, γιατί όταν είδα τα χρήματα στα χέρια της Ευγενίας την ρώτησα, που τα βρήκε και εκείνη μου είπε: δεν την είδες μαμά την γυναίκα πού τα έβαλε στο χέρι μου; πάρε μου τώρα κάτι να φάω. Όταν γύρισα να δώ την γυναίκα, δεν υπήρχε πουθενά.

Όταν συζητούσαμε για πόλεμο και λέγαμε, αν γίνει πόλεμος τί θα κάνομε; θα έχωμε άραγε τίποτε να τρώμε; Ξαφνικά, ενώ άκουγε και δεν μιλούσε, άρχιζε να μας λέει:

Και αν δεν μου μείνει εντός του κόσμου,

πού ν' ακουμπήσω, να σταθώ,

εκεί ψηλά είναι ό Θεός μου,

πώς ημπορώ να άπελπισθώ;

Είναι ό Θεός πού μ' έχει πλάσει,

το χέρι του το σπλαγχνικό,

δεν ημπορεί να με ξεχάσει

και να μ' αφήσει νηστικό.

Φαιδρά στα δάση όλογυρίζουν,

τα πετεινό του ουρανού,

ποτέ δεν σπέρνουν, δεν θερίζουν

και όμως κανένα δεν πεινά.


Και πέρναμε θάρρος και δυνάμωνε ή πίστις μας και ή ελπίδα μας στον Θεό.

Μετά μας έλεγε:

-«Μη φοβάσθε αδελφές, να έχετε την πίστη σας στον Θεό. Εάν δεν επιτρέψει ό Θεός κανείς δεν μπορεί να μας πειράξει εμείς στο βουνό ήμασταν και ό παππούς μου συνέχεια έκανε προσευχή με το Συνέκδημο στο χέρι. Οι σφαίρες περνούσαν από κοντά μας και καμία δεν έπεσε πάνω μας».

Όταν τής έλεγε κάποια αδελφή, πολύ κρύο κάνει αδελφή Παύλα.

- «Εμείς, έλεγε, ούτε στο κρύο είμαστε ευχαριστημένοι ούτε στην ζέστη. Ό Θεός όλα τα κάνει στον καιρό πού πρέπει, γιατί όλα χρειάζονται. Γι' αυτό πρέπει σ' όλα να είμαστε ευχαριστημένοι».

Ήταν πάντως τύπος και παράδειγμα προς μίμησιν σε όλες τις αδελφές.

Κάθε φορά πού την συναντούσε μια αδελφή και την μιλούσε λίγο, άρχιζε την ευχαριστία.

-«Ευχαριστώ τω Θεώ πού μ' έφερε εδώ. Ευχαριστώ τω Θεώ χίλιες φορές. Να τον ευχαριστείτε και σεις πού σας αξίωσε και ήλθατε μικρές μέσα σ' αυτήν την κιβωτό».

Από το στόμα της πάντοτε έβγαινε δοξολογία προς τον Θεόν. Και στις αρρώστιες ακόμα δοξολογούσε τον Θεόν.

Δεν κατέκρινε ποτέ κανέναν, ούτε στεναχώρησε καμιά αδελφή όσα χρόνια έζησε στο μοναστήρι.

Ό ερχομός τής αδελφής Παύλας στο μοναστήρι μας ήταν μια ευλογία Θεού.

Δεν καταλάβαμε ότι ήλθε κοσμική για να μονάση, αλλά ότι ήταν ήδη έτοιμη μοναχή.

Όλη ή ζωή της ήταν παραδειγματική. Πάντοτε την βλέπαμε με το κομποσκοίνια στο χέρι, να ψιθυρίζει την ευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, έλέησον ημάς.

Με το κτύπημα τής καμπάνας πρώτη πήγαινε στην Εκκλησία, αλλά και σε όλες τις συνάξεις.

Όταν την συναντούσε ή αδελφή Μ. την παρακαλούσε να τής πι ένα ποίημα, και ποτέ δεν τής χαλούσε το χατίρι.

-Στην ζωή σου αν ποθείς ευτυχής να ζήσης, μη ζητείς να δοξαστείς μηδέ να πλουτίσεις

Ας σού είναι αρκετά μόνον όσα έχεις,

τις διά τα πετεινό μεριμνά; μόνον ό Θεός τα τρέφει.

Με την Βίβλο ως λαμπάδα, θέλω τον ακολουθεί στου θανάτου την κοιλάδα και δεν θέλω φοβηθεί.

Ό Θεός ό Παντεπόπτης μεριμνά και διηγιόταν' ημάς, ζήσε δίχως τιμή και δόξα, διά να εύρης εκεί τιμάς...

Αναμνήσεις τής αδελφής Ε., κόρης της

...Δεν μπορούσα να καταλάβω την αρετή πού έκρυβε μέσα της ή μάνα μας. Δεν την άκουσα ποτέ να κάνη παράπονο για τις στερήσεις τού σπιτιού.

Με πολλή όρεξη την έβλεπα να πηγαίνει στα χωράφια νύχτα για το καπνό και πολλές φορές ολομόναχη. Εμένα δεν με έπαιρνε για να μην αρρωστήσω. Στο βελόνιασμα τού καπνού μας διηγιόταν θαύματα τής Παναγίας. Μού έλεγε πόσο ωραία είναι στο Μοναστήρι.... Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω τον πολύ πόθο πού είχε προς τον Θεόν και την καλογερική....

Όταν ήλθε στο Μοναστήρι το 1991, δεν μπορείς να φαντασθής πόση χαρά είχε. Ήταν των Αγίων Τριών Ιεραρχών... Όταν ή Γερόντισσα μας ανακοίνωσε πώς θα γινόταν ή αδελφή Παρασκευή ρασοφόρα και θα τής αλλάξουμε το όνομα και τής είπανε Παύλα Μοναχή, μού φάνηκε πολύ παράξενο, επειδή δεν είχα ακούσει το όνομα αυτό.

Ρώτησα την Γερόντισσα, και μού είπε δεν ξέρω, έτσι με φώτισε ό Θεός.

Μετά πήγαμε στο κελί και ρώτησα την αδελφή Παύλα. Σού άρεσε το όνομα; και μού λέει με πολλή συγκίνηση.

-Αν μου άρεσε; Εγώ τον έχω τον Απόστολο Παύλο ιδιαίτερη ευλάβεια. Όταν ήμουν στο Σιδηρόκαστρο με τον Στυλιανό, αφού μαγείρευα τα παιδιά, και τελείωνα και τις άλλες δουλειές, ανέβαινα από ένα στενό μονοπάτι σε ένα λόφο, στο εκκλησάκι του Αποστόλου Παύλου, άναβα το καντηλάκι, προσευχόμουν και μετά κατέβαινα γρήγορα, γιατί ήταν πολύ ερημικό το μέρος και φοβόμουνα' αλλά έπαιρνα μεγάλη δύναμη και είχα μεγάλη χαρά, γιατί κανείς δεν πήγαινε να προσκύνηση και να ανάψει το καντηλάκι του Αποστόλου.

Εάν την έκανα καμιά παρατήρηση στο κελί, αμέσως μου έλεγε:

-Συγχώρεσε με, δεν καταλαβαίνω.

Όταν κουραζόμουν και πήγαινα στο κελί να ξεκουραστώ, αν με ξέφευγε κανένα ωχ! κουράστηκα. Καθόλου δεν έδειχνε ότι με λυπόταν, ή να μου πι, μην κουράζεσαι τόσο πολύ. Μόνο με συμβούλευε.

-Όσο μπορείς δούλευε, και πάντα να λες δόξα σοι ό Θεός. Εγώ ήλθα μεγάλη στο Μοναστήρι. Πόσο ήθελα να έκανα δουλειές; αν έβλεπα λίγο, θα πήγαινα να μαζεύω χόρτα, και να τα βράζω για τις αδελφές....

Όταν δεν τής άρεσε το φαγητό, ποτέ δεν με στενοχωρούσε να μου πι θέλω κάτι άλλο ή δεν μου άρεσε αυτό μόνο μου έλεγε Ευγενία, χόρτασα.

Μετά τον Εσπερινό, πηγαίναμε στο κελί, για να κάνωμε κανόνα, και με ρωτούσε:

-Ποιός Άγιος είναι αύριο; θέλω να κάνω κομποσκοίνια.

Έκανε στον Άγιο ένα τρακοσάρι κομποσκοίνια και μετά θυμόταν τούς πεθαμένους. Ό τάδε με βοήθησε, του έκανε ένα, ό άλλος μου έκανε καλό, άλλο κομποσκοίνια, όποιος την παρηγόρησε στην ζωή της, όλους τούς θυμόταν και τούς έκανε κομποσκοίνια.

Μερικές φορές μου διηγιόταν περιστατικά από την ζωή της. Πραγματικά ήταν να κλαις. Όταν τελείωνε, νόμιζε ότι έκανε αμαρτία πήγαινε στην Γερόντισσα και της έλεγε:

-Συγχώρεσε με, σήμερα μίλησα πολύ.

Τρεις ημέρες μετά δεν μιλούσε.

Ή αδελφή Παύλα μοναχή, ή σεβαστή μας μητέρα, είχε σταθερό στόχο και ιερό πόθο την ευαρέστηση του Θεού. Είχε πρωταρχικό μέλημά της την σωτηρία της αθάνατης ψυχής της και ισόβιο σκοπό τής ζωής της να δοξάζει τον Θεό, να κατακτήσει τον ουρανό. Γι' αυτό και σε όλη της την πολυκύμαντη ζωή αγωνιζόταν συνειδητά, με πολλές πνευματικές και σωματικές ασκήσεις, για την ταπείνωση του σώματος και τής ψυχής, με προσευχή, εγκράτεια, ταπείνωση, φιλανθρωπία, υπομονή, και με προθυμία και χαρά διακονούσε τον πλησίον. Διέθετε ελεήμονα καρδιά και άδολη αγάπη Χρίστου.

Είθε ό Κύριος του ελέους και τής Φιλανθρωπίας, με τις μεσιτείες τής Ύπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Α­γίων, να άναπαύση την ψυχήν τής δούλης του Παύλας μοναχής μετά των σεσωσμένων και εύαρεστησάντων Αύτόν. Αιωνία αυτής ή μνήμη. Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓ.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ ΤΕΥΧΟΣ 7 . ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003


Ολίγα διδακτικά για την μακαριστή αδελφή Παύλα Μοναχή (1911-2002).


Ή αδελφή Παύλα (Παρασκευή Κεμεντζετζίδου), ή κατά σάρκα μητέρα μου, γεννήθηκε στον Πόντο στον χωριό Τάσολούμ το 1911, κοντά στην πόλι Χερέκ Ερπαα. Ό πατέρας της ονομαζόταν Στυλιανός Γεωργιάδης και ή μητέρα της Παρθένα Έλευθεριάδου. Ό πατέρας της, όταν άρχισε ό πόλεμος και ό κόσμος έφευγε στα βουνά, έφυγε και αυτός και δεν γύρισε πια. Ή μητέρα της πήρε τα δύο της κοριτσάκια, την μάνα μου και την κατά τρία χρόνια μικρότερη αδελφή της Ελπίδα και πήγαν στον βουνό. Ήταν πολύ ανδρεία γυναίκα, και βοηθούσε όλον τον κόσμο. Τα παιδιά, όταν έκλαιγαν, για να μην τούς προδώσουν, τα άφηναν οι μάνες τους στους δρόμους. Αυτή τα λυπόταν και τα έπαιρνε μαζί της δεν φοβόταν καθόλου. Έπειτα από πολλές κακουχίες δεν άντεξε άλλο, αρρώστησε, την πήραν οι συγγενείς της, και άλλο δεν την ξαναείδαν τα παιδιά της.

Τα ορφανά παιδιά από την Τουρκία, τα μάζεψαν τότε, καθολικές μοναχές και τα έφεραν στην Ελλάδα σε ένα ορφανοτροφείο Αμερικάνικο στην Κόρινθο.

Είχε ακούσει ή μητέρα μου, ότι στην Κοζάνη βρίσκεται ό θείος της, ό αδελφός τής μητέρας της. Κοντά στον θείο της έζησε, πέντε χρόνια, όχι όμως καλά. Ήταν οξύθυμος και την έστελνε να δουλεύει στα χωράφια. Πολλές φορές έκλαιγε, και μια φορά την πλήγωσε πάρα πολύ, και όσες φορές θυμόταν τις βαρειές λέξεις, έκλαιγε. Τής είπε «εψόφησεν ό πατέρας σοι και έμεινες σε μας». Έμεινε, όμως εκεί, καίτοι δεν αναπαυόταν.

Μια μέρα άκουσε, ότι πήγαιναν γυναίκες και δούλευαν στην Δράμα. Τις παρακάλεσε και την πήραν μαζί τους. Όταν τελείωσε ή περίοδος της δουλειάς, είπε στις άλλες γυναίκες «Δεν θάρθω μαζί σας στην Κοζάνη, θα πάω στην Ροδόπολι, εκεί έχω συγγενείς».

Όταν πήγε και τούς βρήκε, χάρηκαν πολύ οι συγγενείς, διότι την είδαν, και φιλονικούσαν ποιός θα την πάρει στον σπίτι του για να την φιλοξενήσει...

Εκεί την πάντρεψαν με τον Νικόλαο Κεμεντζετζίδη...

Τα δύο πρώτα τους παιδιά ό Ιωάννης ενός έτους και ή Σωτηρία τριών χρόνων, πέθαναν. Έφεραν στον κόσμο, με την βοήθεια του Θεού, άλλα οκτώ παιδιά, 6 αγόρια και δύο κορίτσια. Εκτός από τις δουλειές του σπιτιού, πήγαινε στα χωράφια σχεδόν μόνη. Έζησε στην αρχή περιφρονημένη και χωρίς να έχει κάποιον να πή τον πόνο της.

Ή μεγαλύτερη χαρά της ήταν, όταν, κατ' ευδοκία Θεού, γνώρισε τις δύο κατά σάρκα Γερόντισσες Μονα­χές Φεβρωνία και Κυριακή από την Καβάλα.

Όταν κατόρθωσε να πάει κοντά τους στον χωριό Θεοδώροβο, δεν ήθελε να φύγει από κοντά τους. Αισθάνονταν ιδιαίτερη πνευματική αγαλλίαση στις ψαλμωδίες...

Από αυτή την εποχή το 1941-42, πού γνώρισε τις ευλογημένες Γερόντισσες, όλα τα αντιμετώπιζε με ανδρεία, υπομονή και πολλή καρτερία. Γι' αυτό και δεν καταλαβαίναμε εμείς τα παιδιά τίποτε. Παρακαλούσε δεν συνέχεια τον Θεό, να την αξιώσει μία ημέρα να γίνει κοντά τους Μοναχή. Ζούσε δεν με πολλή νίψη, ταπείνωση, προσευχή, ευχαριστία, αγάπη, μακροθυμία και υπομονή.

Ό ψυχοσώστης πανάγαθος Θεός, δεν παράβλεψε την αίτησή της και την αξίωσε, μετά την κοίμηση του συζύγου Νικολάου αρχάς του 1991, να πραγματοποιήσει τον ιερό της πόθο, να ρθή στον μοναστήρι της Υπαπαντής του Χριστού στην Ελευθερούπολη, να γίνει Μοναχή με το όνομα Παύλα και μετά από δέκα και πλέον χρόνια πνευματικής ασκήσεως και ετοιμασίας, και με καλές ελπίδες, αναχώρησε για τον ουρανό, στον παράδεισο του Θεού, προς συνάντηση των δύο ευεργετών της Γεροντισσών Φεβρωνίας και Κυριακής.

Ψυχωφελείς σημειώσεις από την αδελφή Μοναχή πού διακονούσε την μοναχή Παύλα

Κάθε πρωί, μετά την πρωινή τράπεζα 6 με 7 αδελφές από τις μεγαλύτερες, πηγαίναμε στον μικρό καθιστικό. Επειδή εμείς δεν μπορούσαμε να πάμε έξω σε διάφορα διακονήματα, στον καθιστικό κάναμε κομποσκοίνια, πλεκτά, και διάφορες βοηθητικές εργασίες για την κουζίνα.

Ή αδελφή Παύλα έκανε το δικό της εργόχειρο. Της είχα κόψει δείγματα από όλα τα κομποσκοίνια πού πλέκομε, της έδινα και μαλλιά και μας έκοβε πολλά κομποσκοίνια όλην την ημέρα σχεδόν και έφθαναν για όλες τις αδελφές. Με τόση χαρά έκανε αυτήν την δουλειά, πού κάθε ημέρα, όταν τελείωνε, μου έλεγε:

-Ευχαριστώ πολύ για την δουλειά πού μου έδωσες.

Ενώ έπρεπε εμείς να την ευχαριστούμε για την τόσο καλή βοήθεια.

Το πρωί μόλις πηγαίναμε, την ρωτούσα

-τί κάνεις αδελφή Παύλα;

Ή απάντησης ήταν καθημερινώς ή ίδια.

-Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Καλά γεράματα τύχαμε εδώ στον μοναστήρι πού ήλθαμε. Τώρα, μόνο να σωθούμε. Να πάμε κοντά στην μητέρα Φεβρωνία. Χίλιες φορές δόξα τω Θεώ, τέτοια γεράματα πού τύχαμε. Να αγιάσουν τα χέρια πού έκτισαν το μοναστήρι. Και όποιος έβαλε έστω και μία πέτρα, να αγιάσει.

ΒΙΒΛΙΟΓ.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ ΤΕΥΧΟΣ 7 . ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003.

ΤΗ ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΕΣΠΕΡΑΣ. Ώ τής καλής υμών πραγματείας Αγιοι !


Περιχαρώς δεξώμεθα πιστοί, τό θεόπνευστον διάγγελμα τής Νηστείας, ως πρώην οι Νινευίται, καί αύθις πόρναι καί τελώναι, τό τής μετανοίας κήρυγμα, παρά τού Ιωάννου, δι' εγκρατείας ετοιμασθώμεν πρός μετουσίαν, τής εν τή Σιών δεσποτικής ιερουργίας, διά δακρύων προκαθαρθώμεν τού εν αυτή θείου Νιπτήρος, προσευξώμεθα ιδείν τήν τού τυπικού ενταύθα, Πάσχα τελείωσιν, καί τού αληθινού ανάδειξιν, παρασκευασθώμεν εις προσκύνησιν τού Σταυρού, καί τής Εγέρσεως Χριστού τού Θεού, βοώντες πρός αυτόν, Μή καταισχύνης ημάς, από τής προσδοκίας ημών φιλάνθρωπε!


Ώ τής καλής υμών πραγματείας Αγιοι! ότι αίματα εδώκατε, καί ουρανούς εκληρονομήσατε, καί προσκαίρως πειρασθέντες, αιωνίως αγάλλεσθε, όντως καλόν υμών τό εμπόρευμα! φθαρτά γάρ καταλιπόντες, τά άφθαρτα απελάβετε, καί σύν Αγγέλοις χορεύοντες, υμνείτε απαύστως Τριάδα ομοούσιον.

Βασιλέων καί τυράννων, τόν φόβον απώσαντο οι Χριστού Στρατιώται, καί ευθαρσώς καί
ανδρείως αυτόν αμολόγησαν, τόν απάντων Κύριον, Θεόν καί Βασιλέα ημών, καί πρεσβεύουσιν,
υπέρ τών ψυχών ημών.

ΣΠΑΝΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ.



Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

ΕΝΑ ΑΡΧΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΤΩΝ ΑΝΑΧΩΡΗΤΩΝ ΤΟ 380 Μ.Χ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 400 Μ.Χ. ΤΙ ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ.


Στην Αίγυπτο

Την επιθυμία τους να επισκεφθούν τους αναχωρητές της Αιγύπτου, για να αποκομίσουν από την γνωριμία αυτή πνευματική βοήθεια, εξέφρασαν οι δύο φίλοι στους προεστώτες τού Κοινοβίου τους, με την παράκληση να τύχουν της ευλογίας τους. Το αίτημα τους έγινε αποδεκτό με την προϋπόθεση ότι θα έπρεπε να υποσχεθούν την κατά το δυνατόν σύντομη επιστροφή τους στην Μονή της μετανοίας τους .

Όταν οι δύο φίλοι έφθασαν στην Αίγυπτο είχαν ήδη αποφασίσει να προχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση στις μεγάλες ερήμους τού εσωτερικού. Ή συνάντησή τους όμως με τον επίσκοπο της Πανεφώ (Πανέφυσις) Αρχίβιο έδωσε αφορμή για να αλλάξουν τα σχέδιά τους. Ό Επίσκοπος, όταν άκουσε το σκοπό της επίσκεψης τους στην Αίγυπτο, τούς σύστησε, πριν πάρουν το δρόμο για την βαθύτερη έρημο, να επισκεφθούν πρώτα τούς αναχωρητές πού ζούσαν στα περίχωρα της Πανεφώ, πάνω σε κάποια ξερονήσια.

Δέχθηκαν με χαρά την πρότασή του και με την δική του καθοδήγηση ξεκίνησαν, διασχίζοντας μονότονους βαλτότοπους, γεμάτους από την αλμύρα πού είχαν αφήσει οι θαλάσσιες εισορμήσεις οι όποιες είχαν ερημώσει πολλά χωριά και τα είχαν μετατρέψει σε μικρές νησίδες. Ανάμεσα στους ασκητές εκείνης της περιοχής συγκαταλέγονταν και τρεις, οι πιο φημισμένοι Αββάδες, ό Χαιρήμων, ό Νισθερώ και ό Ιωσήφ.

Επισκέφθηκαν πρώτα τον Χαιρήμονα, ένα Γέροντα περισσότερο από εκατό ετών, ό όποιος εξαιτίας της ηλικίας, αλλά και της άσκησης, ήταν τελείως κυρτωμένος. Ό Αββάς Χαιρήμων στην αρχή δίστασε να συνομιλήσει με άγνωστους επισκέπτες, αλλά οι επίμονες παρακλήσεις τους τον έκαμψαν. Έτσι τους έδωσε την ευκαιρία να συνομιλήσουν μαζί του τρεις φορές. Τον επίκεντρο των τριών συνομιλιών ήταν τα σημαντικά θέματα πού αφορούσαν, «Την τελειότητα», «Την Αγνότητα» και «Την Θεία Προστασία» .

Επακολούθησε ή επίσκεψη στον αββά Νισθερώ, ό όποιος τούς μίλησε πάνω σε ενδιαφέροντα θέματα, όπως «Ή Πνευματική Γνώση» και «Τα Θεία Χαρίσματα» .

Από εκεί πήγαν στον αββά Ιωσήφ, πού ήταν ευγενής στην καταγωγή και φυσικά περισσότερο μορφωμένος. Γι' αυτό μπόρεσαν και μίλησαν απευθείας μαζί του στην Ελληνική, χωρίς την μεσολάβηση του μεταφραστή, πού αναγκαστικά είχαν χρησιμοποιήσει στις συνομιλίες τους με τούς δύο άλλους Γέροντες . Ή πρώτη ερώτηση του αββά Ιωσήφ ήταν, τί σχέση είχαν οι δύο μοναχοί μεταξύ τους και από πού προέρχονταν. Αυτοί του είπαν ότι ήταν πνευματικοί αδελφοί και του εξήγησαν το σκοπό της εκεί επίσκεψης τους. Ή απάντηση τους αυτή έδωσε αφορμή στον Γέροντα να τούς μιλήσει «Για την φιλία» και στη συνέχεια «Για την τήρηση των μοναχικών υποσχέσεων» . Ή επιλογή του δευτέρου αυτού θέματος προήλθε από τον δίλημμα πού βασάνιζε τούς δύο νεαρούς μοναχούς. Είχαν υποσχεθεί, όπως προαναφέραμε, στην Αδελφότητα πού άνηκαν, ότι θα επέστρεφαν σύντομα στην Βηθλεέμ και ασφαλώς ήθελαν να κρατήσουν αυτή την υπόσχεση τους. Αναχωρητές επέστρεφαν όμως, και μάλιστα σύντομα, θα έχαναν την ευκαιρία τής πνευματικής τροφοδοσίας και της προόδου πού θα κέρδιζαν από την παραμονή τους κοντά στους αναχωρητές. Γι' αυτό εξέθεσαν στον αββά Ιωσήφ τον προβληματισμό τους με πολύ πόνο. Εκείνος τούς στήριξε και τούς ενίσχυσε να συνεχίσουν την πορεία τους στην έρημο, όπως αρχικά την είχαν προγραμματίσει.

Στην' ίδια περιοχή υπήρχε ένα ονομαστό Κοινόβιο με Προεστώτα τον περίφημο αββά Πινούφριο. Αυτός ό Γέροντας ήταν παλιός γνώριμος τους από την Βηθλεέμ, όπου εκείνος είχε καταφύγει, για να αποφύγει τις τιμές πού του αποδίδονταν εξαιτίας τού αξιώματος του ως Ηγουμένου της Μονής. Στον Κοινόβιο της Βηθλεέμ τον είχαν δεχθεί, κατόπιν εντολής του Ηγουμένου, ως δόκιμο και συγκάτοικο τους στον κελί. Αλλά μετά από μικρό χρονικό διάστημα ό αββάς Πινούφριος αναγνωρίσθηκε από έναν Αιγύπτιο επισκέπτη και οδηγήθηκε από τούς πατέρες πάλι πίσω στην Αίγυπτο, στον Κοινόβιο πού ποίμαινε ως Ηγούμενος .

Ό άββάς Πινούφριος δέχθηκε τούς παλιούς του φίλους με πολλή εγκαρδιότητα και τούς ανταπέδωσε την παλιά φιλοξενία τους, παραχωρώντας τους τον δικό του τον κελί.

Κατά την παραμονή τους σ' αυτό τον Μοναστήρι είχαν την ευκαιρία να παρευρεθούν σε μια Σύναξη της Αδελφότητος, όπου γινόταν ή υποδοχή ενός νέου μοναχού, και παρακολούθησαν τον «Κατηχητικό λόγο» πού απεύθυνε σ' αυτόν ό αββάς Πινούφριος . Μετά από σχετική παράκληση των δύο φίλων, οι όποιοι ήταν προβληματισμένοι από όσα είδαν και άκουσαν στην Σύναξη, ζήτησαν από τον αββά Πινούφριο να τούς μιλήσει, για «Την ολοκλήρωση της μετάνοιας και για τα σημεία πού φανερώνουν την συγχώρηση των αμαρτιών» .

Ή αγάπη και ή τιμή πού έτρεφε ό αββάς Πινούφριος στα πρόσωπα των παλιών συγκελλιωτών του τον έκαμαν, όχι μόνο να ανταποκριθεί πρόθυμα στον αίτημα τους, αλλά και τον οδήγησαν στον να τούς προτείνει να παραμείνουν μόνιμα στον δικό του Κοινόβιο. Οι δύο φίλοι όμως αρνήθηκαν την πρότασή του και έφυγαν ωφελημένοι για να συνεχίσουν τον ταξίδι τους στην έρημο.

Πέρασαν τον ποταμό και έφθασαν στην DIOLCO, μια πόλη πού βρισκόταν στις εκβολές του Νείλου. Εκεί, μεταξύ του ποταμού και της θάλασσας, υπήρχε μια άγονη έκταση γης πού ήταν ακατάλληλη για καλλιέργεια, επειδή τον έδαφος ήταν αμμώδες και γεμάτο με αλάτι. Νερό δεν υπήρχε και τίποτα δεν φύτρωνε ολόγυρα. Παρά ταύτα οι μοναχοί τον είχαν προτιμήσει ως ιδιαίτερα κατάλληλο για την άσκησή τους, παρόλο πού ήταν αναγκασμένοι να κουβαλούν τον νερό από απόσταση τριών περίπου μιλίων.

Στην περιοχή αυτή γνώρισαν τον αββά Πιαμούν, πολύ φημισμένο αναχωρητή, ό όποιος τούς μίλησε για «Τις διάφορες μορφές τής μοναχικής ζωής». Αυτά πού άκουσαν από τον αββά Πιαμούν τούς άναψαν περισσότερο τον πόθο για τον αναχωρητικό βίο, παρά για την παραμονή τους στις τάξεις των κοινοβιατών επιθυμία πού εδραιώθηκε μέσα τους αργότερα με όσα είδαν και άκουσαν στην έρημο τής Σκήτης.

Ό επόμενος σταθμός τους ήταν ένα κοντινό μεγάλο Μοναστήρι στον όποιο ηγουμένευε ό αββάς Παύλος. Τον Μοναστήρι αυτό είχε διακόσιους περίπου πατέρες, αλλά εκείνες τις ημέρες είχε επιπλέον πολλούς επισκέπτες μοναχούς, οι όποιοι είχαν μεταβεί εκεί για να παρευρεθούν στον μνημόσυνο τού Προηγουμένου. Ανάμεσα στους μοναχούς ξεχώριζε ό αββάς Ιωάννης. Αυτός είχε αφήσει από ταπείνωση την αναχωρητική ζωή, γιατί στην έρημο δεχόταν πολλούς επισκέπτες, οι όποιοι τον τιμούσαν υπερβολικά. Είχε έρθει λοιπόν στον Κοινόβιο, για να τού δίδεται ή ευκαιρία να ασκείται στις αρετές τής ταπείνωσης και τής υπακοής, τις όποιες, καθώς έλεγε, δεν μπορεί κανείς να τις καλλιεργήσει, όταν ζει μόνος του, ακολουθώντας τον θέλημά του.

Ένας ακόμα ξακουστός μοναχός πού γνώρισαν εκεί ήταν ό αββάς Θεωνάς. Αυτός ήταν ό Οικονόμος τού Μοναστηριού. Αυτός τούς μίλησε «Για την νηστεία κατά την περίοδο τού Πεντηκοσταρίου», «Για τις νυκτερινές φαντασίες» και «Για την απαλλαγή από την αμαρτία».

Από τις Συνομιλίες πού έκαναν οι δύο μοναχοί με τούς πατέρες τής ερήμους, άναψε πιο πολύ στην καρδιά τους ό πόθος να ακολουθήσουν τον αναχωρητικό βίο και ή διάθεση τους να επιστρέψουν στον Κοινόβιο της Βηθλεέμ ατόνισε. Σκέφθηκαν τον ενδεχόμενο της επιστροφής στην γενέτειρά τους, όπου θα μπορούσαν να ζήσουν ανεμπόδιστα μια ζωή κατά τα πρότυπα των αναχωρητών της Αιγύπτου. Στον προβληματισμό τους αυτό ζήτησαν την συμβουλή τού αββά Αβραάμ, ό όποιος τούς ανέκοψε τον ενθουσιασμό μιλώντας τους «Για την Νέκρωση των παθών». Έτσι εγκατέλειψαν κι αυτό τον σχέδιο τους και έμειναν για μερικά ακόμα χρόνια στην Αίγυπτο.

Αυτή ακριβώς την περίοδο γνώρισαν, κατά πάσα πιθανότητα, και τον αββά Άρχίβιο. Ό αββάς Άρχίβιος διέγνωσε την επιθυμία τους να παραμείνουν περισσότερο στην περιοχή αυτή, και επειδή ήθελε να τούς διευκολύνει, προσποιήθηκε ότι ό ίδιος θα έφευγε για ταξίδι. Έτσι τούς πρόσφερε τον κελί του -δώρο πού δέχθηκαν με ιδιαίτερη χαρά κι εκείνος έλειψε για λίγες ημέρες. Στον διάστημα της απουσίας του μάζευε υλικά και μετά επέστρεψε και άρχισε να κτίζει καινούργιο κελί για τον εαυτό του. Αργότερα ήλθαν στον τόπο αυτό και άλλοι μοναχοί. Τότε ό αββάς Άρχίβιος τούς έδωσε αμέσως τον νεόκτιστο κελί του και άρχισε να κατασκευάζει άλλο για τις δικές του ανάγκες .

Δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί κατά πόσο ή παραμονή τους στην έρημο της Σκήτης περικλείεται σ' αυτά τα επτά χρόνια ή αναχωρητές επισκέφθηκαν την έρημο της Σκήτης για πρώτη φορά κατά τον δεύτερο ταξίδι τους, μετά την επιστροφή τους από την Βηθλεέμ. Θα έμοιαζε όμως πιο φυσικό να υποθέσει κανείς ότι τον πρώτο τους ταξίδι δεν επεκτάθηκε πιο πέρα από τον Δέλτα και ότι άφησαν τις πιο απόμακρες επισκέψεις τους για αργότερα.

Αναχωρητές δεχθούμε αυτή την άποψη τότε ασφαλώς επακολούθησε ή επιστροφή τους στον Κοινόβιο της Βηθλεέμ, όπου έφθασαν μετά από απουσίας επτά ετών. Εκεί, αφού παρέμειναν για λίγο, πήραν πάλι ευλογία από την Αδελφότητα για να επισκεφτούν για δεύτερη φορά την Αίγυπτο . Αυτή την φορά προχώρησαν βαθύτερα μέσα στην χώρα και επισκέφθηκαν την έρημο της Σκήτης, δηλαδή τον νότιο μέρος τής περίφημης κοιλάδας τής Νιτρίας.

Υπάρχουν πληροφορίες ότι στην κοιλάδα της Νιτρίας υπήρχαν μοναχοί από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνος. Βέβαιο είναι όμως ότι ό όσιος Άμμούν, σύγχρονος και φίλος τού αγίου Αντωνίου, οργάνωσε εκεί την μοναχική πολιτεία κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα και «επόλισεν αυτήν την περιοχή της κάτω Αιγύπτου, όπως και ό Άγιος Αντώνιος την Θηβαΐδα» . Κατά τα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα ή κοιλάδα της Νιτρίας ήταν κατάμεστη από Κελιά και Μοναστήρια .

Στην περιοχή αυτή οι δύο φίλοι συνάντησαν τον αββά Μωυσή. Ό αββάς Μωυσής είχε ζήσει πριν στην Θηβαΐδα, κοντά στον άγιο Αντώνιο, και την εποχή εκείνη ζούσε σ' ένα μέρος της ερήμου της Σκήτης πού ονομαζόταν Κάλαμος και πού ήταν φημισμένος για τον φιλάνθρωπο των πατέρων πού κατοικούσαν εκεί, καθώς και για την προκοπή τους στην ησυχαστική ζωή. Μετά από τις επίμονες παρακλήσεις τους, ό αββάς Μωυσής πείσθηκε και τούς μίλησε για «Τον σκοπό της μοναχικής ζωής» και για «Την διάκριση» .

Στην ίδια περιοχή επισκέφτηκαν τον αββά Παφνούτιο, πού ήταν πολύ ηλικιωμένος ιερέας και Προεστώς ενός Κοινοβίου και ό όποιος παλιότερα, για πολλά χρόνια, είχε ζήσει ως αναχωρητής. Όσο ζούσε στην έρημο, ήταν τελείως απομονωμένος στην σιωπή και άφηνε τον κελί του μονάχα τον Σάββατο και την Κυριακή, για να πάει στην Εκκλησία (Κυριακό), πού ήταν πέντε μίλια μακριά. Στην επιστροφή του κουβαλούσε κάθε φορά το απαραίτητο νερό πού θα του χρειαζόταν για όλη την επόμενη εβδομάδα.

Ό αββάς Παφνούτιος τούς μίλησε για «Τα τρία είδη της αποταγής» πού πρέπει να ζήσει κάθε μοναχός .

Εκεί κοντά κατοικούσε επίσης και ό αββάς Δανιήλ, ό όποιος ήταν υποτακτικός του αββά Παφνουτίου και με την μεσολάβηση του είχε χειροτονηθεί ιερέας και μάλιστα προοριζόταν για διάδοχος του. Ό αββάς Δανιήλ ήταν τόσο ταπεινός, πού δεν δεχόταν ποτέ να ιερουργήσει, όταν ήταν λειτουργός ό Γέροντάς του, αλλά τον διακονούσε ως απλός μοναχός. Τον θέμα πού ανέπτυξε σε απάντηση της σχετικής ερωτήσεως των δύο φίλων ήταν, «Ή επιθυμία της σαρκός και ή επιθυμία του πνεύματος» .

Ένας άλλος κορυφαίος στην παλαίστρα του πνεύματος πού ζούσε στην περιοχή αυτή ήταν ό αββάς Σεραπίων. Αυτός τούς μίλησε για «Τα οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα» δηλαδή, για την γαστριμαργία, την πορνεία, την φιλαργυρία, την οργή, την λύπη, την ακηδία, την κενοδοξία και την υπερηφάνεια .

Μετά από την συνάντησή τους με τον αββά Σεραπίωνα, άφησαν αυτόν τον τόπο και ύστερα από δρόμο οκτώ περίπου μιλίων έφθασαν σε μια περιοχή μεταξύ της ερήμου της Σκήτης και τής κοιλάδας της Νιτρίας. Εκεί συνάντησαν τον αββά Θεόδωρο για να ζητήσουν την γνώμη και την συμβουλή του, πάνω σ' ένα σοβαρό θέμα πού είχε προκύψει εκεί, εξαιτίας τής ομαδικής σφαγής των Παλαιστινίων μοναχών από τούς Σαρακηνούς. Ό αββάς Θεόδωρος απάντησε στον προβληματισμό τους με μια ομιλία του πού είχε θέμα, «Ό θάνατος των Αγίων» . Σ' αυτή την περιοχή συνάντησαν επίσης και τον αββά Σερήνο, ό όποιος τούς μίλησε για «Την αστάθεια του νου και για τα πονηρά Πνεύματα» , καθώς και «Για την Φύση των Πονηρών Πνευμάτων» .

Στον τόπο αυτό κατοικούσε και ό αββάς Ισαάκ, με τον όποιο συνομίλησαν δύο φορές «Για την προσευχή» .

Λίγες ημέρες μετά από την επίσκεψης τους σ' αυτή την έρημο, έφθασαν εκεί και οι «πανηγυρικές επιστολές» του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, με τις όποιες ενημέρωνε τούς μοναχούς για την εορτή του Πάσχα, παράλληλα όμως καταφερόταν ενάντια στην αίρεση του ανθρωπομορφισμού, ή οποία τότε βρισκόταν σε έξαρση. Τον γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση μεταξύ των μοναχών τής Σκήτης. Οι άλλοι Προεστώτες απαγόρευσαν να διαβαστούν οι επιστολές αυτές δημόσια. Μονάχα ό αββάς Παφνούτιος, ό προεστώς του Μοναστηρίου πού φιλοξενούνταν οι δύο φίλοι, επέτρεψε να διαβαστούν στους μοναχούς. Με όλη αύτη τη διαλλακτική στάση του ό αββάς Παφνούτιος κέρδισε την πλειονότητα των μοναχών, πού δέχθηκαν μια σωστότερη θεολογική θέση, από εκείνη πού επικρατούσε μέχρι τότε στις αντιλήψεις τους .

Ή παραμονή του αββά Κασσιανού και του φίλου του πατέρα Γερμανού στην Σκήτη φαίνεται ότι περιορίσθηκε έως εκεί. Τον πιθανότερο είναι ότι δεν προχώρησαν περισσότερο -γιατί, όταν ό αββάς Κασσιανός μιλάει για την Θηβάίδα και τα Μοναστήρια της, φαίνεται να περιγράφει ότι γνωρίζει εξέφρασαν ακοής και όχι ότι γνώρισε από προσωπική του εμπειρία- αν και ό αρχικός σκοπός τους ήταν οπωσδήποτε να επισκεφθούν μεταξύ των άλλων και την περιοχή τής Θηβάίδας .

Ό χρόνος τής επισκέψεως στην Αίγυπτο

Στα κείμενα του αββά Κασσιανού υπάρχουν αρκετές ενδείξεις πού συμβάλλουν στον καθορισμό του χρόνου τής επίσκεψης τους στην Αίγυπτο. Στην Συνομιλία τους με τον αββά Πιαμούν, ό αββάς Κασσιανός αναφέρει τον άγιο Αθανάσιο ως «μακαριστό». Στον έβδομο κεφάλαιο επίσης, οι φράσεις πού χρησιμοποιούνται αναφορικά με τον αυτοκράτορα Βαλέντιο, δίνουν την εντύπωση ότι αυτός είχε ήδη πεθάνει. Ό Μέγας Αθανάσιος έφυγε από αυτή την ζωή τον 373 μ.Χ. και ό αυτοκράτορας Βαλέντιος τον 378 μ.Χ.

Επιπλέον, στην Συνομιλία τους με τον αββά Αβραάμ, ό αββάς Κασσιανός αναφέρεται στον πρόσωπο του αββά Ιωάννη τής Λυκοπόλεως και λέει ότι ή φήμη του ήταν τόση, ώστε τον συμβουλεύονταν ακόμα και οι άρχοντες πού κυβερνούσαν την οικουμένη, οι όποιοι εμπιστεύθηκαν στην προσευχή του τον στέμμα τής αυτοκρατορίας τους και την έκβαση των πολέμων στους οποίους εμπλέκονταν.

Με βάση αυτές τις εκφράσεις οι διάφοροι μελετητές θεωρούν ότι ό συγγραφέας υπαινίσσεται τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο και την νίκη του στον πόλεμο κατά του Μαξεντίου πού έγινε τον 388 μ.Χ., καθώς και την υπεροχή του στην αναμέτρηση πού είχε με τον Ευγένιο .

Αλλά όλα αυτά είναι σχετικά, δεδομένου ότι οι Συνομιλίες αυτές με τούς Πατέρες ήλθαν στην επιφάνεια μετά από πολλά χρόνια, και δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθούμε με βεβαιότητα, κατά πόσο αυτές είναι πράγματι παλιές καταγραφές ή αναχωρητές ανακλήθηκαν στην μνήμη τού συγγραφέα, όταν τού ζητήθηκε γραπτώς ή εμπειρία του από τις Συνομιλίες του με τούς Πατέρες τής ερήμου. Εκείνο πού μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι ό άγιος Κασσιανός βρισκόταν πράγματι στην Αίγυπτο, κατά την εποχή τής διαμάχης για τον «Ανθρωπομορφισμό», ή οποία προηγήθηκε από τις επιστολές τού Θεοφίλου τον 399 μ.Χ. Και επειδή με αυτό συμπίπτουν σχεδόν και οι αναφορές στα γεγονότα πού προαναφέραμε, γι' αυτό και θα ήταν δικαιολογημένο αναχωρητές τοποθετούσαμε τις δύο επισκέψεις τού αββά Κασσιανού στην Αίγυπτο, μεταξύ των ετών 380 μ.Χ. και 400 μ.Χ.

Γύρω στον 400 μ.Χ. οι δύο φίλοι πρέπει να έφυγαν οριστικά από την Αίγυπτο, παίρνοντας μαζί τους πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς, πού απεκόμισαν από τις Συνομιλίες τους με όλα τα μεγάλα πνευματικά αναστήματα τής ερήμου.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ. ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ.

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 2011

Π ΝΕΟ

9 22 ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤ. Ι.Μ. ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ.

24 06 ΕΙΚΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ "ΠΟΡΤΑΙΤΙΣΣΑ" Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ.

25 07 ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Ι.Μ. ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ. Ι.Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ. ΣΚΗΤΗ Ι. ΙΜ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ.

ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΑΥΜΑ. ΤΟ ΑΓΡΙΜΙ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΓΕΩΡΓΙΟΣ.


ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ.

ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΜΕ ΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ. ΜΙΑ ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ.


ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ.

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ.


ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΑΤΗΡ ΑΛΕΞΙΟΥ ΚΑΡΑΚΑΛΗΝΟΥ ΠΡΩΗΝ ΜΕΘΟΔΙΣΤΗ. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

Νικόλαος Σαββούδης



Γεννήθηκε το 1899 στο Γυαλί Τσιφλίκι τής Μ. Ασίας. Μετά τον ξεριζωμό των Ελλήνων από την Μικρασία, ήρθε ως πρόσφυγας στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε και από τον γάμο του απέκτησε μία κόρη και εγγόνια. Ή σύζυγος του είχε δύσκολο χαρακτήρα καθώς και ό γαμπρός του. Τους αντιμετώπιζε όμως με ηρεμία.

Ήταν γενικά ήρεμος άνθρωπος. Ζούσε σαν ασκητής, νήστευε πολύ, μελετούσε βιβλία εκκλησιαστικά και ασκητικά, πού έφερε από την «πατρίδα», και συμβούλευε τα εγγόνια του δίνοντάς τους εφόδια για την ζωή.

Όλη την εβδομάδα βοσκούσε τα πρόβατα. Το Σάββατο το απόγευμα επέστρεφε στο σπίτι και ετοιμαζόταν για την θ. Λειτουργία τής Κυριακής.

Στην Εκκλησία διακονούσε ανάβοντας τα καντήλια και βοηθώντας τον ιερέα.

Έκανε αγαθοεργίες. Στην περίοδο της Κατοχής έκρυψε έναν Άγγλο για να του σώσει την ζωή, τον περιποιήθηκε όταν αρρώστησε, και τον φιλοξένησε όσο διάστημα χρειάστηκε.

Όταν πέθανε ένας συγχωριανός του, πού ή οικογένειά του ήταν φτωχή και δεν είχε χρήματα για την κηδεία, ό Νικόλαος πήγε κρυφά στο σπίτι τους και άφησε χρήματα. Οι άνθρωποι του σπιτιού ποτέ δεν έμαθαν ποιός «καλός άγγελος» τούς έστειλε την βοήθεια.

Φιλοξενούσε συχνά στο σπίτι του ανθρώπους περαστικούς πού νυχτώνονταν στο χωριό.

Τον Νικόλαο Σαββούδη είχε γνωρίσει και ό γέροντας Γρηγόριος, Πνευματικός τής Ί.Μ.Τιμίου Προδρόμου Μεταμορφώσεως, ό όποιος αναφέρει:

«Βρισκόμουν στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής. Μόλις είχα φθάσει και στην σκιά κάποιου πεύκου συζητούσα με 5-6 χωρικούς. Σε λίγο έφθασε εκεί και κάποιος μεσόκοπος, πενηντάρης περίπου, χαιρέτησε και στάθηκε σιωπηλός παραπέρα. Ένας εκ των χωρικών μου είπε: Αυτός πάει τα μεσάνυχτα στην Εκκλησία και ανάβει τα κανδήλια για να βλέπουν οι Άγιοι».

»Έτσι γνώρισα τον μπάρμπα-Νικόλα Σαββούδη. Επειδή πήγαινα συχνά στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής, πάντοτε τον έβλεπα σιωπηλό, ήρεμο και γαλήνιο. Πάντα πρώτος στην Εκκλησία. Στεκόταν δίπλα στο ψαλτήρι και ψιθύριζε παρακολουθώντας τον ιεροψάλτη. Μόνον εκεί άκουγες την φωνή του σε πολύ χαμηλό τόνο. Μόλις καταλάβαινες ότι έψελνε. Έλεγε και το "Πάτερ ημών", πάντοτε ήταν δικό του.

«Μυστήριο ό μπάρμπα-Νικόλας. Κάποια μέρα πήγα στο σπίτι του, -έναν ημιυπόγειο, απλό, απέριττο, για πάτωμα είχε τσιμέντο, ασκητικότατο-, για να τον γνωρίσω καλύτερα. Στον πάνω όροφο έμενε ό γαμπρός του πού, όπως αργότερα έμαθα, τον κακομεταχειριζόταν. Ήταν πολύ νευρικός αλλά ό μπάρμπα-Νικόλας κουβέντα δεν έλεγε γι' αυτόν. Νόμιζες πώς δεν είχε μιλιά. Όμως ό μπάρμπα-Νικόλας όχι μόνον ήξερε να μιλά μα και διάβαζε Πατέρες.

»Εκεί είδα εκτός από τον άγιο Δαμασκηνό και άλλους Πατέρες, φιλοκαλικούς και μη. Όλα αυτά τα βιβλία τα μελετούσε ό μπάρμπα-Νικόλας και φαίνεται πώς προσπαθούσε να βάλει σε εφαρμογή την πατερική διδασκαλία γι' αυτό εκτός από την σιωπή ήταν στολισμένος και με άλλες αρετές. Ποτέ δεν ασχολείτο με τούς άλλους. Αν και τον περιέπαιζαν οι συγχωριανοί του, αυτός τούς αντιμετώπιζε με την σιωπή του και μ' έναν ελαφρό μειδίαμα.

»Από' όσα είδα πρέπει να έκανε άσκηση μεγάλη και να αγαπούσε την προσευχή. Κανείς όμως δεν γνώριζε τί προσευχές έκανε μόνος μόνω Θεώ. Πολλά μυστικά πήρε μαζί του, γιατί ήταν πολύ σιωπηλός. Από τούς χωρικούς έμαθα ότι ζούσε με τα χρήματα πού του έστελνε κάποιος Άγγλος πρώην αξιωματικός, από ευγνωμοσύνη γιατί στην Γερμανική Κατοχή ό μπάρμπα-Νικόλας με κίνδυνο ζωής τον έκρυψε στο σπίτι του και τον γλύτωσε από τούς Γερμανούς.

»Στις 24 Νοεμβρίου 1969 με ειδοποίησαν ότι ό αγαθός και ήσυχος Νικόλαος έκλεισε τα μάτια του. Τα άφησα όλα και πήγα στο Βατοπέδι. Τον διαβάσαμε και «τον φυτέψαμε» (θάψαμε), όπως λένε οι χωρικοί, για να άνθιση στην αιωνιότητα. Το πρόσωπο του ήταν γαλήνιο μέσα στο φέρετρο, νόμιζες πώς κοιμόταν.

«Πέρασαν τρία χρόνια από την κοίμησή του και τρεις ευλαβείς γυναίκες, πολύ γνωστές μου, πήγαν να τον ξεθάψουν, να κάνουν ανακομιδή. Όταν βρήκαν το λείψανο του τάχασαν. Ήταν ακέραιο, όλοκίτρινο και ανέδιδε απαλή ευωδιά! Ή κ. Βαρβάρα, μία από τις τρείς, το σήκωσε λίγο με τα χέρια της και είδε ότι ήταν πολύ ελαφρό. "Σαν να ήταν μόνο κόκαλα με το δέρμα", όπως έλεγε.

«Έκπληκτες μπροστά στο πρωτοφανές και απροσδόκητο γεγονός, μη γνωρίζοντας τί να κάνουν, θεώρησαν καλό να θάψουν πάλι το τίμιο λείψανο του μακαρίου Νικολάου Σαββούδη».

Αιωνία του ή μνήμη. Αμήν.

ΒΙΒΛ. ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ.