Θυμᾶται ὁ Κων/νος Κούρκουλας:
«Τόν Αὔγουστο του 1939 τόν πέρασα στό μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Γεροκομίτισσας, προετοιμαζόμενος γιά τίς εἰσαγωγικές τοῦ Πανεπιστημίου,
Βρισκόμαστε στις παραμονές του πολέμου. Οι λόγοι του Hitler καί τό ὄνομά του εἶχαν κατακλύσει το στερέωμα.
Εἴχαμε ἀποσπερίσει ἐκεῖνο το δειλινό ὅταν μέ καλεσε ὁ πατήρ Γαβριήλ [Φραγκούλης] στο κελλί.
Ἤθελε νά μέ φιλέψη φροῦτα. Δίνοντάς μου σταφύλια μέ ρώτησε περίεργα:
—Αὐτός ὁ ΧίΝτλερ μέ ποιούς εἶναι, παιδί μου; Η με τούς Ἐγγλέζους;
—Ὄχι, Γέροντα. Μέ τούς Γερμανούς, τοῦ ἀπάντησα
—Ὁ Θεός νά τόν φωτίση κι αὐτόν, ἀναστέναξε.
—Γιατί παππούλη, ρώτησα ἀπορημένος· δέν τά ξέρατε αὐτά; Πῶς δέν γνωρίζετε ὅτι ὁ Χίτλερ εἶναι Γερμανός; Δέν διαβάζετε ἐφημερίδες;
Χμ!... Εἶμαι τιμωρημένος, μοῦ ἀπάντησε γελαστά.
Πῆρε ἕνα βαθύ ἀναστεναγμό καί μοῦ διηγήθηκε
τήν αἰτία τῆς τιμωρίας του.
—Στά 1913 ἤμουν ἐφημέριος σ᾿ ἕνα χωριό τῆς Ἠλείας. Ηταν καί τότε πόλεμος. Δέν προλάβαινα να τελειώσω τόν ἑσπερινό κι ἔτρεχα διψασμένος στο σταθμό γιά νά πάρω ἐφημερίδα φρέσκια, πού τήν ἔφερνε τό τραῖνο.
Θυμᾶμαι σάν νά 'ναι τώρα τό ἀπογευματινό ἐκεῖνο, κατά τό ὁποῖο ἔφθασε ἡ εἴδησι πώς οἱ Βούλγαροι μπῆκαν στη Θεσ/νίκη. Μόλις διάβασα τήν εἴδησι αὐτή ἄναψε τό αἷμα μου.
Ἄχ! νά 'μουν ἐκεῖ νά σφάξω δέκαι, μουρμούρισα μέ λύσσα. Ἀλλά δέν ἄργησα νά αἰσθανθῶ τήν πτῶσι μου. "Βρέ, Γαβριήλ", εἶπα. "Ντροπή σου! Παπᾶς εἶσαι σύ; ΑΪ: Παπᾶς ἢ λήσταρχος εἶσαι; Νά σφάξης τους ανθρώπους; Φτου σου, Γαβριήλ"...
Ἕνας κόμπος ἔπνιξε τή φωνή στο λαιμό του. "Ότι τὴν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός". Τα μάτια του βούρκωσαν και βιάσθηκε να τελειώση.
Ἀπό τότε ἔβαλα ποινή, "κανόνα", στόν ἑαυτό μου νὰ μὴ ξαναδιαβάσω ποτέ ἐφημερίδα. Κι οὔτε τήν ξανάπιασα στα χέρια μου... Ἀπό τότε κάνω τήν ποινή μου».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ. ΟΥΡΑΝΙΟΙ ΟΔΟΔΕΊΚΤΕΣ.
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΊΤΗΣ ΙΩΆΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ
ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΑΓΊΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2026.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου