Μαθήματα
ταπεινοφροσύνης από τον Ιερομόναχο Λαυρέντιο (Șovre, 1923 – 20 Ιουλίου 2002),
Γέροντα της Μονής Φρασινέι (Frăsinei). Από το βιβλίο *Πατήρ Λαυρέντιος – Ένας
Άνθρωπος του Θεού*, του Ιερομονάχου Μύρωνα (Petru).
Για τον
Γέροντα, η ταπεινοφροσύνη ήταν η πιο πολύτιμη αρετή.
Κάποτε,
κάποιοι τηλεοπτικοί ρεπόρτερ θέλησαν να του πάρουν συνέντευξη. Ο Γέροντας δεν
τους επέτρεψε καν να τον βιντεοσκοπήσουν· απλώς είπε:
«Τι
μπορείτε να βρείτε σε μένα; Δεν είμαι παρά σαπίλα, που αξίζει μόνο να
πεταχτεί. Πηγαίνετε να μιλήσετε στον Ηγούμενο — εγώ δεν είμαι τίποτα».
Με αυτά
τα λόγια, αποσύρθηκε στο κελλί του.
Αυτή η
στάση —σε συνδυασμό με τις συχνές αυτοκατηγορίες του, όπως «είμαι τεμπέλης»,
«είμαι ένα σπασμένο κομμάτι», «είμαι μόνο για τα σκουπίδια» ή «δεν έχω κάνει
ούτε μία καλή πράξη»— τις οποίες επαναλάμβανε κάθε φορά που συναντούσε εμένα ή
άλλους, με βοήθησε να καταλάβω πόσο πολύ εκτιμούσε αυτή την αρετή.
Συχνά τον
άκουγα να λέει, αφού είχε μοιράσει τρόφιμα ή ρούχα σε φτωχούς:
«Δεν έχω
κάνει τίποτα καλό· το σακί μου είναι γεμάτο από το τίποτα».
Αυτή η
επίγνωση της πνευματικής του πτώχειας —την οποία, στην πραγματικότητα, δεν
είχε— ωθούσε τον Γέροντα να επιτελεί όλο και περισσότερα καλά έργα.
Παρόλο
που είχε περάσει πολλά χρόνια εκτελώντας διάφορα διακονήματα στη Μονή,
βοηθώντας τους φτωχούς, προσφέροντας χρήματα για την ανέγερση εκκλησιών και
δίνοντας σε άλλους το δικό του μερίδιο από τα εφόδια, εκείνος εξακολουθούσε να
θεωρεί ότι δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα. Ο Γέροντας αγόραζε επίσης τυρί,
πατάτες, κρασί, ψωμί και άλλα είδη για τη Μονή, και παρείχε οικονομική βοήθεια
σε χωρικούς που είχαν εργαστεί παλαιότερα στο μοναστήρι. Κι όμως, άκουγα πάντα
τα ίδια λόγια από το στόμα του:
«Δεν έχω
κάνει τίποτα· είμαι φτωχός». Ακόμη και μετά από πολλά χρόνια σκληρής εργασίας
και νύχτες αϋπνίας, έλεγε:
«Είμαι
τεμπέλης. Έχετε κάποια θεραπεία για την τεμπελιά;»
Όλα αυτά
με βοήθησαν να κατανοήσω το νόημα της τέλειας ταπείνωσης ενός ανθρώπου που είχε
αφιερώσει τη ζωή του στον Θεό επί 54 χρόνια και που ποτέ δεν λησμονούσε τα
λόγια του Σωτήρος: «Ούτω και υμείς, όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν,
λέγετε ότι δούλοι αχρείοί εσμεν· ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν» (Λουκ.
17:10).
Με όλη
του την ψυχή, ο Γέροντας επιθυμούσε να δει την ταπείνωση να ξυπνά και στις
ψυχές των μαθητών του. Θυμάμαι πως, όποτε πήγαινα κοντά του και χτυπούσα την
πόρτα του, εκείνος ρωτούσε:
«Ποιος
είναι;»
«Ο π.
Μύρων.»
«Ο π.
Μύρων... και τι άλλο;»
Αν δεν
πρόσθετα τη λέξη «αμαρτωλός», δίσταζε να ανοίξει την πόρτα. Με αυτόν τον τρόπο,
με βοηθούσε να συνειδητοποιήσω την πραγματική κατάσταση της ψυχής μου — την
κατάσταση ενός ανθρώπου αμαρτωλού.
Όταν
έμπαινα μέσα, ο Γέροντας —ταπεινώνοντας τον εαυτό του— ζητούσε την ευλογία μου:
«Ευλόγησέ
με, π. Μύρων. Είμαι γεμάτος τεμπελιά. Εσύ έχεις καθόλου τεμπελιά;»
«Έχω,
Γέροντα.»
«Δεν
νομίζω. Μου φαίνεται πως δεν είσαι καθόλου τεμπέλης.»
«Όχι,
Γέροντα, έχω λίγη.»
«Παιδί
μου, να θυμάσαι τούτο: όποιος κατηγορεί τον εαυτό του για όλα, βρίσκει ειρήνη.»
Σε
κάποιους, τα λόγια αυτά ίσως φανούν παράξενα, αλλά ο Γέροντας τα χρησιμοποιούσε
σκόπιμα, επιδιώκοντας να μας προσφέρει ωφέλιμη καθοδήγηση με απλά λόγια,
προσαρμοσμένα στο επίπεδο της πνευματικής μας αντίληψης.
Ο
Γέροντας δοκίμαζε επίσης τους λαϊκούς που τον επισκέπτονταν, θέλοντας να
διαπιστώσει αν διέθεταν το χάρισμα της ταπείνωσης — την οποία περιέγραφε ως την
αρχή της μετάνοιας.
Ο
Γέροντας γνώριζε πως μία από τις ανόητες επιθυμίες του σύγχρονου ανθρώπου είναι
να κατέχει υψηλά αξιώματα, προκειμένου να αποκτήσει εξουσία και χρήματα.
Θυμάμαι μια φορά που ήρθε κάποιος και ο Γέροντας του είπε:
«Α, κύριε
Δήμαρχε!»
«Δεν
είμαι δήμαρχος, Γέροντα.» «Θα ήθελες όμως να γίνεις; Έχεις σίγουρα την εμφάνιση
και την εμπειρία γι’ αυτό».
«Θα
ήθελα».
«Κοίτα,
δεν είναι μια θέση που μας σώζει. Όσο μεγαλύτερη είναι η ευθύνη, τόσο
μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος να αμαρτήσεις ενώπιον του Θεού. Να ευχαριστείς
τον Θεό για όλα όσα έχεις, διότι Εκείνος γνωρίζει τι είναι κατάλληλο για σένα.
Και να λες: “Κύριε, δώσε μου ό,τι μπορώ να αντέξω, όχι ό,τι επιθυμώ· κάνε μαζί
μου ό,τι θέλεις”».
Πράγματι,
πολλοί, από υπερηφάνεια, θεωρούσαν τους εαυτούς τους άξιους για υψηλά αξιώματα,
και ο Γέροντας τους ταπείνωνε.
Κάποτε
δοκίμαζε κι εμάς τους μοναχούς, λέγοντας:
«Α, ο
πατήρ Μύρων — η προσευχή του είναι σαν φωτιά! Όταν κοιτάζω προς το κελλί του
από εδώ, βλέπω μια στήλη φλόγας να φτάνει ως τους ουρανούς, και λέω στον εαυτό
μου: “Α, ο πατήρ Μύρων προσεύχεται!” Πάτερ, φαντάζομαι πως είσαι γεμάτος καλά
έργα — μοιράσου λίγα και μαζί μου».
Αν δεν
κατανοούσαμε τον σκοπό πίσω από τέτοιες παρατηρήσεις, θα μπορούσαν να φανούν
ασήμαντες. Όμως ο Γέροντας το έκανε επίτηδες, για να δει αν θα δεχόμασταν τον
έπαινο ως επίπληξη, και την επίπληξη ως έπαινο.
Την ώρα
της κουράς μου, ο Γέροντας μου είπε:
«Λένε πως
κάποιος αδελφός διάβασε κάποτε στις Πράξεις των Αποστόλων ότι ο άνθρωπος πρέπει
να είναι νεκρός ως προς τον κόσμο, αλλά δεν κατάλαβε το νόημα αυτών των λόγων.
Έτσι, πήγε στον Άγιο Αντώνιο για να τον ρωτήσει σχετικά. Ο Άγιος έδωσε εντολή
στον αδελφό να πάει στο κοιμητήριο και να περάσει την ημέρα —μέχρι το βράδυ—
επαινώντας τους νεκρούς, και μετά να επιστρέψει στο κελλί του. Ο αδελφός έκανε
ό,τι του ζητήθηκε. Την επόμενη μέρα, ο Άγιος τον έστειλε πίσω για να βρίσει
τους νεκρούς». Αφού το έκανε αυτό, ο αδελφός επέστρεψε στο κελλί του και ο
Άγιος τον ρώτησε: «Λοιπόν, παιδί μου, όταν επαινούσες τους νεκρούς, σου
απάντησαν;» «Όχι». «Κι όταν τους έβριζες;» Ο αδελφός απάντησε ότι ούτε τότε
απάντησαν. «Κατά τον ίδιο τρόπο, πρέπει κι εσείς να είστε σαν τους νεκρούς.
Όταν σας επαινούν, μην αφήνετε τον νου σας να φουσκώνει από υπερηφάνεια· όταν
σας κακολογούν, μην ταράζεστε. Τότε, είστε νεκροί ως προς τον κόσμο».
Ο
Γέροντας έκανε το ίδιο και με εμάς —άλλοτε επαινώντας, άλλοτε επιπλήττοντας—
προκειμένου να παρατηρήσει τις αντιδράσεις μας, να εντοπίσει την πνευματική
ασθένεια που υπήρχε μέσα μας και να μας βοηθήσει να τη θεραπεύσουμε.
Θυμάμαι
ότι, κάποιες φορές, μας μάλωνε:
«Δεν
κάνετε για τίποτα! Πείτε μου, είστε άραγε καλοί για το οτιδήποτε;»
Από
φιλαυτία, εμείς απαντούσαμε μερικές φορές:
«Γέροντα,
ίσως να είμαστε καλοί για κάτι».
Με αυτόν
τον τρόπο, αποκάλυπτε το πάθος της υπερηφάνειας μέσα μας, διακρίνοντας με ποια
πάθη παλεύαμε και τι κρυβόταν στις σκέψεις μας.
Αν όμως
του απαντούσαμε:
«Είναι
αλήθεια, Γέροντα· δεν κάνουμε για τίποτα»,
τότε
έβλεπε ότι είχαμε, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό, πάρει το μάθημα: ότι η
αυτομεμψία (το να κατηγορεί κανείς τον εαυτό του) αποτελεί χρήσιμο φάρμακο
ενάντια στη φιλαυτία και την επιθυμία για έπαινο, βοηθώντας στην αποβολή
τέτοιων σκέψεων.
Πηγή:
https://bisericadincasa.blogspot.com/.../parintele...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου