Το 1990, εργαζόμουν σε ένα αρτοποιείο που βρισκόταν εντός του κτιρίου της Θεολογικής Σχολής και Ακαδημίας της Τιφλίδας. Ένα απόγευμα, μια δυνατή, επιβλητική φωνή αντήχησε από την τραπεζαρία.
Συνήθως, ο χώρος όπου παρασκευάζονταν τα πρόσφορα ήταν τόπος σιωπής, όπου όλοι εργάζονταν με πνεύμα προσευχής. Αυτή η κραυγή διέκοψε απότομα την επικρατούσα ηρεμία. Υποθέσαμε ότι κάποιος ταραχοποιός είχε εισβάλει στην τραπεζαρία. Όλοι έσπευσαν εκεί, νομίζοντας ότι ίσως χρειαζόταν βοήθεια, καθώς ακούγονταν οι ταραγμένες φωνές των νεαρών γυναικών που εργάζονταν στον χώρο.
Μπαίνοντας μέσα, είδα έναν ηλικιωμένο άνδρα, κοντό στο ανάστημα, με γκρίζα γενειάδα και μακρύ μοναχικό ράσο. Ενέπνεε σεβασμό, ωστόσο η συμπεριφορά του δεν παρέπεμπε σε ιερομόναχο. Φώναζε, απαιτώντας —με παντελή έλλειψη ευπρέπειας— ένα ασημένιο μαχαίρι και πιρούνι.
«Πού είναι το ασημένιο μαχαίρι και το πιρούνι μου;!» βροντοφώναξε, λες και βρισκόταν απέναντι σε ορκισμένους εχθρούς.
«Και γιατί δεν μου έχουν φέρει το κρασί μου;!»
Φώναζε στις νεαρές γυναίκες που βρίσκονταν στην τραπεζαρία. Εκείνες, τρομαγμένες και μπερδεμένες, κινούνταν νευρικά εδώ κι εκεί, εντελώς αποσβολωμένες. Δεν υπήρχαν πουθενά ασημένιο μαχαίρι και πιρούνι —και, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε κρασί. Πλησίασα τον γέροντα. Όταν με κοίταξε, έμεινα ακίνητος: τα μάτια του έμοιαζαν με μια καθαρή, διαυγή λίμνη. Μια βαθιά γαλήνη απέρρεε από το πρόσωπό του και με πλημμύρισε κι εμένα. Γιατί, λοιπόν, φώναζε και προκαλούσε τόση αναστάτωση; Μου φάνηκε πως προσπαθούσε να αναδείξει κάποιο ελάττωμα ή πάθος στις νεαρές γυναίκες. Προσελκυσμένος από τον θόρυβο, έσπευσε στο σημείο ο Πρωτοπρεσβύτερος Γκιόργκι Γκαμρεκέλι. Όλοι πίστεψαν ότι ο γέροντας θα σιωπούσε, αλλά εκείνος άρχισε να φωνάζει και σε εκείνον:
«Πρωτοπρεσβύτερε πατέρα Γεώργιε!»
Ο ιερέας, ξαφνιασμένος και εμφανώς ταραγμένος, έσπευσε προς την κουζίνα. Αργότερα έμαθα ότι, στη Σχολή, υπήρχαν ειδικά μαχαιροπίρουνα που τοποθετούνταν στο τραπέζι [για τέτοιες περιστάσεις]. Οι φωνές συνεχίζονταν αμείωτες. Ο πατήρ Γεώργιος επέστρεψε στην τράπεζα —και αυτή τη φορά αγκάλιασε τον γέροντα. Μόνο τότε σταμάτησε ο γέροντας να φωνάζει. Αργότερα έμαθα ότι επρόκειτο για τον πατέρα Γαβριήλ, έναν «σαλό» για χάρη του Χριστού. Κάπως έτσι γνώρισα για πρώτη φορά τον γέροντα Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε)...
Γκότσα Τκεμαλάτζε

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου