Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Πέμπτη 3 Μαΐου 2012
ΙΩΑΚΕΙΜ Ο ΓΚΡΑΒΑΡΙΤΗΣ
Θάταν παράληψις στις αγιορείτικες
αναμνήσεις μου αν δεν ανέφερα και για τον πατέρα
Ιωακείμ, ή τον «Γκραβαρίτη» όπως τον
έλεγε ό γέροντας μου Νικόδημος. Καταγόταν από
το Μαυρολίθαρο της Ευρυτανίας,
παραδελφός του γέροντα και πνευματικό τέκνο του γέρο-Γιάννη.
Χρόνια πολλά πριν, στην νεανική του
ηλικία, άφησε ξαφνικά τον κόσμο κι ασκήτεψε στην άγια Άννα. Αγωνιστής,
εγκρατής, φιλακόλουθος και δουλευτής πολύ ήταν ό π. ' Ιωακείμ. Είχε όμως μια
αδυναμία-δεν έβλεπε με καλό μάτι τούς «ρεμπεσκέδες». Έτσι ονόμαζε τούς
περαστικούς της καλύβης μας, πού ήρχοντο να φαν και να πιουν και να τούς γεμίζει
ό γέρων Νικόδημος τον τρουβά τους με διάφορες κουμπάνιες λάδι, τυρί, λεμόνια και
άλλα κηπουρικά από τον κήπο μας. Ήταν γνωστός σε όλους με το παρατσούκλι
«γκραβαρίτης» πού στην αγιορείτικη διάλεκτο, θα πει ζητιάνος και φιλάργυρος.
Πώς όμως ήλθε στο άγιον Όρος ό π.
Ιωακείμ; Αξίζει να σάς το διηγηθώ όπως ό Ίδιος μου είπε το ιστορικό του.
Νέος, λεβεντόκορμος, είχε καταταχτεί στην ανακτορική φρουρά των Αθηνών. Η
φουστανέλα το τσαρούχι και το φέσι τον έκαναν πιο λεβέντη. Εκεί στην πρωτεύουσα
είχε στενές φιλίες με ένα συγχωριανό του πού υπηρετούσε στη χωροφυλακή.
Έχει απολυθεί ό Γιάννης από την
ανακτορική φρουρά, και φορώντας ακόμη τα τσολιαδίστικά του γύρισε στο
Μαυρολίθαρο, το χωριό του. Σε δύο τρις ήμερες ήλθε με άδεια από την Αθήνα και ό
φίλος του ό χωροφύλακας. Συναντήθηκαν στην πλατεία της Εκκλησίας και τάλεγαν.
Ξαφνικά ακούστηκε μια πιστολιά και οι χωριανοί πού καμάρωναν τα δύο λεβεντόπαιδα
του χωριού, είδαν τον χωροφύλακα να πέφτει κάτω.
Έτρεξαν κοντά και διαπίστωσαν
ότι ήταν νεκρός, ενώ στο χέρι του Γιάννη άχνιζε ακόμα το πιστόλι. Τί είχε
συμβεί; Ποιος μπορούσε να πιστέψει ότι άθελα σκότωσε το φίλο του ό Γιάννης.
Ο
χωροφύλακας του έδειχνε το καινούργιο του πιστόλι πού αγόρασε από την Αθήνα, και
μια σφαίρα ξεχασμένη πού ήταν μέσα, έκαμε το κακό.
Κλείστηκε στη φυλακή ό Γιάννης. Έγινε
το δικαστήριο και καταδικάστηκε για λίγα χρόνια με την κατηγορία του ακούσιου
φονιά.
Αλλά τα κρίματα του Θεού άβυσσος.
Μέσα στη φυλακή γνώρισε το Χριστό. Ένας από τούς φυλακισμένους, κρατούσε το
βιβλίο της αγίας Γραφής και συνεχώς δίδασκε τούς κρατουμένους.
Όταν τελείωσε ή ποινή του Γιάννη,
ήταν αναγεννημένος. Έτοιμος για το μοναστήρι. Από τα δεσμά της φυλακής δέθηκε στα
δεσμά του Χριστού. Έφυγε χωρίς να γυρίσει στο χωριό του και στη Σκήτη της άγιας
Αννης πέθανε με όσιακό θάνατο, μιμούμενος στην ελεημοσύνη τον γέροντα Νικόδημο,
όταν εκείνος απέθανε κι ανέλαβε αυτός τις ευθύνες της ηγουμενίας.
Αξέχαστα γεροντάκια. Η ευχή των μαζί
μας. ΑΙΩΝΙΑ ΤΩΝ Η ΜΝΗΜΗ
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΟΥ
ΙΕΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΝ ΜΥΡΟΒΟΛΟ ΧΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ.
ΑΘΗΝΑ 1990
ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΣΤΟΡΙΑΣ
Κ.Κ. ΠΕΤΡΟΥ.
ΝΑ ΣΟΥ ΞΕΡΑΘΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ.
Ο γέρο-Νικόδημος, ό γέροντας μου,
όπως και άλλοτε σας έχω ξαναμιλήσει, ήταν ένας απλός και άγιος άνθρωπος. Τον
τρίτον όμως κατά σειρά στην συνοδεία μας, τον Ιωάννη, πολύ σπάνια τον ανέφερε με
το όνομα του. Ρωμάνα τον ανέβαζε και τον κατέβαζε.
Έχει δίκιο ό γέροντας, διότι ό Ιωάννης
έμοιαζε πολύ στην σκληρότητα της Ρωμάνας, πού αναφέρεται στον βίον του αγίου '
Ιωάννου του Θεολόγου, όταν με τον μαθητή του τον Πρόχωρον είχαν μαρτυρήσει στα
χέρια της, στην Έφεσο.
Ό Ιωάννης ήταν τότε γύρω στα πενήντα
του. Παχύσαρκος, ξεσκούφωτος πάντοτε, ιδιότροπος και σκληροτράχηλος είχε το
διακόνημα να μαγειρεύει και να πλέκει κάλτσες στη καλτσομηχανή.
Μέσα στη συνοδεία έκανε ότι αυτός
ήθελε. Όχι μόνον δεν έπαιρνε από εντολές, αλλά πολλές φορές είχε πρωτοβουλίες με
όχι ευχάριστα αποτελέσματα.
Δίκαια λοιπόν ό γερό-Νικόδημος τον
φώναζε «Ρωμάνα».
Θυμάμαι πού κάποτε τον καταράστηκε ό
γέροντας: «Να σου ξεραθεί το χέρι». Αίτια διότι ό ' Ιωάννης έριξε μια πέτρα και
από απροσεξία κτύπησε τον γέροντα στο χέρι».
Πέρασαν μερικά χρόνια από τότε και ό
π. ' Ιωάννης αρρώστησε βαριά. Πιάστηκαν τα ούρα του και πέθανε μέσα σε
φοβερούς, φρικτούς πόνους. Τον κλάψαμε όλοι διότι έφυγε άωρα.
Εκεί στην άκρη του κήπου μας, κάτω από
μια συκιά, ανοίξαμε τον τάφο του. Δίπλα του, σε απόσταση ούτε μισό μέτρο, ήταν
θαμμένος ό Κύπριος γερό-Μακάριος.
Πέρασαν τρία χρόνια και ήλθε ή ήμερα της
εκταφής.' Ανοίξαμε πρώτα τον τάφο του γερό-Μακαρίου φλουρί στο χρώμα τα κόκκαλα
του. Αφήσαμε να περάσει λίγος καιρός για να ξεθάψουμε και τον ' Ιωάννη.
Ένα μεσημέρι, πού οι πατέρες
ησύχαζαν, ό γερό-Νικόδημος κι εγώ πήραμε τα φτυάρια κι αρχίσαμε την εκταφή. Δεν
προλάβαμε να προχωρήσαμε και μετά από δύο-τρεις φτυαριές το πρώτο από τα οστά
πού τράβηξε το φτυάρι ήταν φοβερό και απίστευτο, ένα άλιωτο χέρι, κομμένο από τον
καρπό της παλάμης, ξερό, αποτρόπαιο στη θέα. «Πέτρο», μου λέγει ό γερό-Νικόδημος,
«ό Ιωάννης έχει βαρύ δεσμό». Και ξέσπασε
στα δάκρυα. «Δεν τώχα πή, παιδί μου ' Ιωάννη, με την καρδιά μου, για να σου ξεραθεί
το χέρι, και ό Θεός το άκουσε. Συγχώρεσε με Κύριε».
Σε λίγο, ύστερα από προσεκτικό
σκάψιμο, είδαμε ότι όλο το σώμα, από το κεφάλι έως τα γόνατα, ήταν άλιωτο.
Ίσως να ήτο πρώτη φορά στα χρονικά του
άγιου Όρους, υποτακτικός και να βγει δεμένος, να μην τον έχει χωνέψει ή
γή.
Γράψαμε στον αείμνηστο πρ. Φλωρίνης τον
Χρυσόστομο, πού τον είχαμε πνευματικό αρχηγό μας, πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου
των Γ.Ο.Χ., Ελλάδος. «Κάμετε ολίγον υπομονή και με του Θεού την βοήθεια θα ενωθεί
ή ' Εκκλησία, οπότε θα πάρετε τον εφησυχάζοντα Μητροπολίτη ' Ιερόθεο, τον πρ.
Μιλητουπόλεως πού είναι κοντά σας, να γονατίσει επάνω στον τάφο και να διάβαση την
συγχωρητική ευχή.»
Οι μήνες όμως περνούσαν, και ή ποθητή
ένωσης δεν έφαίνετο να πραγματοποιείται. Του ξαναγράψαμε και τότε ό άγιος
εκείνος άνθρωπος, ό άξιος εκείνος ηγέτης του Ιερού ημών Αγώνος, έδωσε εντολή να τον αναπλήρωση ό
πνευματικός της άγιας Αννης, ό παπά-Διονύσιος
από την καλύβι του άγιου Σεραφείμ.
Πράγματι, ήλθε ό πνευματικός και
γονάτισε επάνω στον τάφο τού Ιωάννη. Διάβασε την συγχωρητική ευχή και ανοίξαμε τον
λάκκο. Ω του θαύματος! Το σώμα είχε διαλυθεί και μαζέψαμε ένα προς ένα τα οστά του
μακαρίτη. Προηγουμένως ό γέρο-Νικόδημος είχε δώσει πολλές φορές ελεημοσύνες για
την ψυχή του και τα δάκρυα και οι προσευχές του εισακούστηκαν από τον Θεό, και
εδόθη ή λύσις εις τον πάρηκοον Ιωάννη, πού τον ονόμαζε «Ρωμάνα», διά την
σκληρότητα της καρδίας του.
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΟΥ
ΙΕΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΝ ΜΥΡΟΒΟΛΟ ΧΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ.
ΑΘΗΝΑ 1990
ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΣΤΟΡΙΑΣ
Κ.Κ. ΠΕΤΡΟΥ.
Π. Τύχωνος Σεβκούνωφ «Σχεδόν άγιοι»
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Η ωραιότερη ακολουθία
της ζωής μου
Τη σοβιετική εποχή, δεν υπήρχε ίσως
φρικτότερο σύμβολο του αφανισμού τής Ρωσικής Εκκλησίας από τη μονή Ντιβέγεβο.
Αυτή η μονή, ιδρυμένη από τον όσιο
Σεραφείμ τού Σάρωφ, είχε
μεταβληθεί σε τρομακτικά ερείπια.
Υψωνόταν πάνω από την άλλοτε όμορφη και χαρούμενη πόλη Ντιβέγεβο, που είχε πια
μετατραπεί σε ένα μίζερο σοβιετικό περιφερειακό κέντρο. Οι αρχές δεν εξαφάνισαν
ολοκληρωτικά το μοναστήρι. Άφησαν τα ερείπια σαν αναμνηστικό τής νίκης τους,
σαν μνημείο της αιώνιας υποδούλωσης της Εκκλησίας. Κοντά στις ιερές πύλες τής
μονής, είχε υψωθεί άγαλμα του ηγέτη τής επανάστασης, το οποίο υποδεχόταν άγρια
και απειλητικά όποιον ερχόταν στο ρημαγμένο μοναστήρι.
Όλα εδώ μαρτυρούσαν ότι δεν υπάρχει
επιστροφή στο παρελθόν. Οι τόσο αγαπημένες σε όλη την ορθόδοξη Ρωσία προφητείες
τού οσίου Σεραφείμ για το λαμπρό μέλλον τής μονής Ντιβέγεβο, έμοιαζαν
ποδοπατημένες για πάντα και γελοιοποιημένες. Πουθενά, ούτε στα κοντινά ούτε στα
μακρινά περίχωρα του Ντιβέγεβο, δεν είχαν απομείνει ναοί σε λειτουργία – είχαν
όλοι καταστραφεί. Στο άλλοτε ένδοξο μοναστήρι τού Σάρωφ και στη γύρω πόλη του,
εκτεινόταν μία από τις πιο μυστικές και φυλασσόμενες εγκαταστάσεις τής
Σοβιετικής Ένωσης, με την ονομασία «Αρζαμάς-16». Ήταν τόπος κατασκευής πυρηνικών
όπλων.
Όσοι ιερείς επιχειρούσαν προσκύνημα
στο Ντιβέγεβο, το έκαναν κρυφά, ντυμένοι με κοσμικά ρούχα. Αλλά έτσι κι αλλιώς
τους ανακάλυπταν. Το ίδιο έτος, που κατάφερα πρώτη φορά να πάω στο
κατεστραμμένο μοναστήρι, είχαν συλλάβει δύο ιερομόναχους, που είχαν έρθει να
προσκυνήσουν τα ιερά τού Ντιβέγεβο, και τους είχαν χτυπήσει βάναυσα στην
αστυνομία. Για 15 μέρες τούς κρατούσαν σε κελί με δάπεδο σκεπασμένο από πάγο.
Εκείνο τον χειμώνα, ένας εξαιρετικός
μοναχός από τη Λαύρα τού Αγίου Σεργίου, ο αρχιμανδρίτης Βονιφάτιος, με
παρακάλεσε να τον συνοδεύσω σε ταξίδι στο Ντιβέγεβο. Ήθελε να πάει εκεί για να
κοινωνήσει τις ηλικιωμένες μοναχές που ζούσαν στα περίχωρα του μοναστηριού –
τις τελευταίες που είχαν επιζήσει ως τις μέρες μας από την προεπαναστατική
εποχή τής μονής. Σύμφωνα με τους κανόνες τής Εκκλησίας, ο ιερέας που έφευγε για
μακρύ ταξίδι με τα Τίμια Δώρα, το Σώμα και το Αίμα τού Χριστού, έπρεπε
οπωσδήποτε να πάρει μαζί του συνοδό, ώστε σε απρόβλεπτες καταστάσεις να
υπερασπιστούν μαζί και να διαφυλάξουν τον πολύτιμο μαργαρίτη.
Το ταξίδι θα γινόταν με τρένο ως το
Νίζνι Νόβγκοροντ (Γκόρκι λεγόταν τότε), κι από εκεί με αμάξι ως το Ντιβέγεβο.
Στο τρένο ο παππούλης δεν κοιμήθηκε: στον αυχένα του κρεμόταν από μεταξένιο
κορδόνι ένα μικρό αρτοφόριο με τα Τίμια Δώρα. Εγώ κοιμόμουν στο διπλανό κρεβάτι
και από καιρό σε καιρό ξυπνούσα από τον θόρυβο των τροχών κι έβλεπα ότι ο πατήρ
Βονιφάτιος καθόταν στο τραπεζάκι και διάβαζε το Ευαγγέλιο με το αδύναμο φως τής
νυχτερινής λάμπας τού βαγονιού.
Φτάσαμε στο Νίζνι Νόβγκοροντ, την
πατρίδα τού π. Βονιφατίου, και μείναμε στο πατρικό του σπίτι. Ο πατήρ
Βονιφάτιος μου έδωσε να διαβάσω ένα προεπαναστατικό βιβλίο – τον πρώτο τόμο των
έργων τού αγίου Ιγνατίου (Μπριαντσανίνοφ) κι εγώ όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι,
ανακαλύπτοντας αυτό τον καταπληκτικό συγγραφέα τού χριστιανισμού.
Το πρωί ξεκινήσαμε για το Ντιβέγεβο.
Ο δρόμος ήταν γύρω στα 80 χιλιόμετρα. Ο πατήρ Βονιφάτιος προσπάθησε να ντυθεί
έτσι, ώστε να μην μπορούν πάνω του ν’ αναγνωρίσουν τον ιερέα: μάζεψε επιμελώς
την άκρη του ράσου κάτω από το παλτό και έκρυβε τη μακρύτατη γενειάδα του με
κασκόλ και κολλάρο.
Ήδη άρχιζε να νυχτώνει, όταν
πλησιάσαμε στον προορισμό μας. Από το παράθυρο του αυτοκινήτου, μέσα από τους
στροβιλισμούς τής χιονοθύελλας του Φεβρουαρίου, διέκρινα με συγκίνηση το ψηλό
καμπαναριό χωρίς τον τρούλο, και τους σκελετούς των κατεστραμμένων ναών. Παρά
την τόσο θλιβερή εικόνα, έμεινα κατάπληκτος από την ασυνήθιστη μυστική δύναμη
αυτής της μεγάλης μονής – σκέφτηκα αμέσως ότι η μονή τού Ντιβέγεβο δεν πέθανε,
αλλά ζει τη δική της, ακατανόητη για τον κόσμο, απόκρυφη ζωή.
Έτσι αποδείχθηκε! Σ’ ένα φτωχικό
σπιτάκι στα περίχωρα του Ντιβέγεβο συνάντησα κάτι, που δε θα μπορούσα να
φανταστώ ούτε στα πιο φωτεινά μου όνειρα. Είδα την Εκκλησία, την ακατάβλητη και
ανίκητη, που μένει πάντα νέα και ζει τον Προνοητή και Σωτήρα Θεό με ευφροσύνη
και αγαλλίαση. Τότε ακριβώς άρχισα να καταλαβαίνω τη μεγάλη δύναμη των τολμηρών
λόγων τού αποστόλου Παύλου: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ!».
Στην πιο ωραία και αξέχαστη ακολουθία
τής ζωής μου δε βρισκόμουν σε κάποιο μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό, ούτε σε ναό
δοξασμένο από την πατίνα τής αρχαιότητας, αλλά στο περιφερειακό κέντρο
Ντιβέγεβο, στο σπίτι της οδού Λιεσνάγια, αριθμός 16. Για την ακρίβεια δεν ήταν
καν σπίτι. Ήταν αποθήκη κατοικημένη...
Όταν πρωτοπήγα εκεί με τον π.
Βονιφάτιο, είδα ένα δωματιάκι με υπερβολικά χαμηλή οροφή και μέσα εκεί δέκα
γερόντισσες, τρομερά... αρχαίες! Η πιο νέα ήταν τουλάχιστον πάνω από 80 ετών.
Και η μεγαλύτερη είχε ξεπεράσει τα 100. Όλες φορούσαν απλά γεροντικά ρούχα,
συνηθισμένα μαντήλια. Ούτε ράσα, ούτε μοναχικές καλύπτρες, ούτε κουκούλια. Μα
τι μοναχές ήταν αυτές; «Ε, απλές γιαγιάδες», θα σκεφτόμουν, αν δεν ήξερα ότι
αυτές οι γερόντισσες ήταν μερικές από τις πιο γενναίες γυναίκες τού καιρού μας,
αληθινές ασκήτριες, που είχαν περάσει στις φυλακές και τα στρατόπεδα χρόνια και
δεκαετίες. Και παρ’ όλες τις δοκιμασίες, είχαν πολλαπλασιάσει στην ψυχή τους
την πίστη και την αφοσίωση στον Θεό.
Συγκλονίστηκα, όταν μπροστά μου ο
πατήρ Βονιφάτιος, αυτός ο σεβάσμιος αρχιμανδρίτης, ο οικονόμος των ναών των
πατριαρχικών καταλυμάτων τής Λαύρας τού αγίου Σεργίου, ο άξιος και γνωστός στη
Μόσχα πνευματικός, γονάτισε μπροστά σ΄αυτές τις γερόντισσες και τους έβαλε
εδαφιαία μετάνοια! Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα στα μάτια μου. Ο ιερέας
σηκώθηκε κι άρχισε να ευλογεί τις γερόντισσες, που τον πλησίαζαν με τη σειρά
κουτσαίνοντας αδέξια. Η χαρά τους για τον ερχομό του ήταν ολοφάνερη.
Όσο ο πατήρ Βονιφάτιος και οι
γερόντισσες αντήλλασσαν χαιρετισμούς, εγώ έριχνα ματιές τριγύρω. Στους τοίχους
του δωματίου μπροστά στις εικόνες με τις αρχαίες κορνίζες, έκαιγαν θαμπά
καντήλια. Μια εικόνα αμέσως μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Ήταν μια μεγάλη,
υπέροχης αισθητικής, εικόνα, του οσίου Σεραφείμ τού Σάρωφ. Το πρόσωπο του
γέροντος έλαμπε με τέτοια καλοσύνη και θέρμη, ώστε δεν ήθελα τα πάρω τα μάτια
μου από πάνω του. Η εικόνα αυτή, όπως έμαθα αργότερα, είχε αγιογραφηθεί για τον
νέο ναό τού Ντιβέγεβο, που δεν πρόλαβαν να εγκαινιάσουν πριν την επανάσταση,
και είχε από θαύμα σωθεί από τη βεβήλωση.
Εκείνη την ώρα άρχισαν να
προετοιμάζονται για την αγρυπνία. Η αναπνοή μου σταμάτησε, όταν οι μοναχές
άρχισαν να βγάζουν από τις μυστικές τους κρυψώνες τα αυθεντικά αντικείμενα του
οσίου Σεραφείμ, και να τα τοποθετούν με προσοχή πάνω στο κακοφτιαγμένο τραπέζι.
Εδώ βρίσκονταν το επιτραχήλιο του οσίου, ο βαρύς σιδερένιος σταυρός του με τις
αλυσίδες, ένα δερμάτινο γάντι, το παμπάλαιο τσίγκινο δοχείο, όπου ο γέροντας
του Σάρωφ ετοίμαζε το φαγητό του. Μετά την ερήμωση του μοναστηριού τα κειμήλια
αυτά περνούσαν επί δεκαετίες από χέρι σε χέρι, από τη μία αδελφή του Ντιβέγεβο
στην άλλη.
Ο πατήρ Βονιφάτιος φόρεσε τα άμφιά
του κι έκανε την εναρκτήρια εκφώνηση. Οι μοναχές αμέσως ζωήρεψαν κι άρχισαν να
ψάλλουν.
Τι θαυμάσιος, τι εξαίσιος χορός ήταν
εκείνος!
«Ἦχος πλάγιος τοῦ δευτέρου! Κύριε, ἐκέκραξα
πρός Σέ, εἰσάκουσόν μου!», εκφώνησε με τραχιά, βραχνή γεροντική φωνή η μοναχή
που κανοναρχούσε. Ήταν 102 ετών. Είχε περάσει σχεδόν 20 χρόνια σε φυλακές και
εξορίες.
Κι όλες οι μεγάλες γερόντισσες
άρχισαν να ψάλλουν μαζί της:
«Κύριε, ἐκέκραξα πρός Σέ, εἰσάκουσόν
μου! Εἰσάκουσόν μου, Κύριε!».
Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν
εκείνη την ακολουθία. Τα κεριά έκαιγαν. Ο όσιος Σεραφείμ κοίταζε από την εικόνα
με την απέραντα αγαθή και σοφή ματιά του. Οι εκπληκτικές μοναχές έψαλαν σχεδόν
όλη την ακολουθία απ’ έξω. Κάπου-κάπου μονάχα έριχνε κάποια απ’ αυτές μια ματιά
στα χοντρά βιβλία, μέσα από έναν τεράστιο μεγεθυντικό φακό με ξύλινη λαβή. Έτσι
έκαναν τις ακολουθίες στα στρατόπεδα, στις εξορίες, κι έπειτα εδώ, στο
Ντιβέγεβο, μετά την επιστροφή τους, όταν εγκαταστάθηκαν πια στις φτωχικές
καλύβες απόμερα της πόλης.
Όλα ήταν συνηθισμένα γι’ αυτές, μα εγώ πραγματικά
δεν μπορούσα να καταλάβω αν βρισκόμουν στον ουρανό ή στη γη.
Αυτές οι γερόντισσες είχαν τέτοια
πνευματική δύναμη, τέτοια προσευχή, τέτοια ανδρεία, τέτοια πραότητα, καλοσύνη
και αγάπη, τέτοια πίστη, που ακριβώς τότε, σ’ εκείνη την ακολουθία, κατάλαβα
ότι αυτές θα νικήσουν τα πάντα. Και την άθεη εξουσία με όλη τη δύναμή της και
την απιστία τού κόσμου και τον ίδιο τον θάνατο, που τον κοίταζαν άφοβα.
(προδημοσίευση από το βιβλίο του π.
Τύχωνος Σεβκούνωφ «Σχεδόν άγιοι», εκδόσεις εν πλω, κυκλοφορία μέσα στο Μάιο
2012)
Το βιβλίο είναι best seller στη Ρωσία
έχοντας ξεπεράσει μέσα σε λίγους μήνες τα 1.000.000 αντίτυπα και αφορά πνευματικές
αφηγήσεις από τη Ρωσία του χθες και του σήμερα που αναδεικνύουν τη δύναμη και
το βάθος της πίστης στον Χριστό.
Εκδοσεις Εν ΠλωΣτοα του βιβλιου
Πεσμαζογλου 5 και Σταδιου
105 64 Αθηνα
Τηλ. 2103226343
Fax. 2103221238
Τετάρτη 2 Μαΐου 2012
Σας ενημερώνουμε ότι βρίσκεται ήδη σε λειτουργία η νέα, αναβαθμισμένη και εμπλουτισμένη ιστοσελίδα της Παγκύπριας Ένωσης Γονέων.
Σας ενημερώνουμε ότι βρίσκεται ήδη σε λειτουργία η νέα, αναβαθμισμένη και εμπλουτισμένη ιστοσελίδα της Παγκύπριας Ένωσης Γονέων
Η ΝΕΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ.
ΝΕΟΤΗΤΑ
Η προσευχή εκείνη με συνόδευε τότε που η ηλικία μου
πλησίαζε ήδη τα 17 ή 18 χρόνια· είναι δύσκολο να πω με ακρίβεια. Εκείνα τα
χρόνια διάβαζα για τον βουδισμό, τη γιόγκα και άλλα μυστικιστικά βιβλία. Και
μου φαινόταν [//28] ότι το Ευαγγέλιο ήταν λιγότερο βαθύ από τις άλλες παρόμοιες
διδασκαλίες.
Σκέφθηκα ότι το Ευαγγέλιο λέει: «Αγάπα τον Θεό και τον πλησίον» .
Αναλογίστηκα: «Αυτό είναι ψυχισμός, ενώ οι άλλες διδασκαλίες μιλούσαν για το
Υπερ-προσωπικό Απόλυτο». Αγαπούσα πολύ να προσεύχομαι και με την προσευχή αυτή
φύλαξα την αγάπη μου προς τον Χριστό, δηλαδή δεν απέρριψα το παλαιό. Το νέο
όμως μου φαινόταν πιο βαθύ.
Στην κατάσταση αυτή της έντασης έζησα πολλά χρόνια. Είχα
εργαστήριο στην πλατεία Μπόρμπι. Εκεί η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική
συνοδευόταν διαρκώς από τη σκέψη της μετάβασης στην αιωνιότητα. Δεν με
συγκινούσε η αφηρημένη τέχνη της εποχής εκείνης που φιλοτεχνούσε διακοσμητικά
θέματα. Περνούσα ώρες δουλεύοντας πάνω σε κάθε τοπίο ή προσωπογραφία. Η σκέψη
μου χανόταν στην αίσθηση του μυστηρίου της φύσεως. Συνήθως παρατηρείται το
φαινόμενο, κατά το οποίο οι άνθρωποι απλώς για να προσανατολισθούν παρατηρούν
διάφορα αντικείμενα: τον ουρανό, τα σπίτια, τα χωριά, τους ανθρώπους. Για μένα
το καθένα από τα φαινόμενα αυτά ήταν απρόσιτο μυστήριο. Με αυτό τον τρόπο
γεννιέται η θεώρηση αυτή. Να τι με εξέπληττε: Από αυτή τη θεώρηση αναπτύσσεται
ένα αίσθημα ωραιότητος, γιατί όσο βαθύτερα εισχωρείς στην ασυνήθιστη
πολυπλοκότητα οποιουδήποτε φαινομένου της ζωής, τόσο περισσότερο αισθάνεσαι την
ωραιότητά του. Μερικές φορές αναπτυσσόταν μέσα μου ένα αίσθημα ωραιότητος σε
τέτοιο βαθμό, που υπό την επίδρασή του έχανα εντελώς την αίσθηση του χρόνου.
Βέβαια είναι δύσκολο να διηγηθώ για τις ατέλειωτες εκείνες ημέρες που περνούσα
στο εργαστήριό μου, κάποτε από το πρωΐ έως αργά το βράδυ.
Είτε έτσι όμως είτε αλλιώς, όλο τον καιρό δύο
πράγματα κυριαρχούσαν μέσα μου: το ένα ήταν η σκέψη για το Υπερ-προσωπικό
Απόλυτο, και το άλλο, το πώς μπορεί ο άνθρωπος να υπερβεί τα όρια της μικρής
και σύντομης ζωής. Δηλαδή το πνεύμα του ανθρώπου δεν αποδέχεται την ιδέα του
θανάτου. Θυμάμαι ότι τότε είχαν τεράστια επίδραση επάνω μου τα λόγια του
Πούσκιν:
Όχι, ολόκληρος δεν θα πεθάνω, η ψυχή σαν μύχια λύρα διαλαλεί ότι
το λείψανό μου θα επιζήσει και τη φθορά θα ξεφύγει …
Είναι δύσκολο να πούμε τι είχε στο μυαλό του ο Πούσκιν
όταν έλεγε, «όχι, ολόκληρος δεν θα πεθάνω». Παρ’ όλα αυτά είχε περισσότερο την
ιδέα της ιστορικής αθανασίας: «Η ψυχή σαν μύχια λύρα διαλαλεί ότι το λείψανό
μου θα επιζήσει».
Θυμάμαι ότι κάποτε διάβαζα ένα σπουδαίο βιβλίο όπου
περιγράφονταν τέσσερα είδη αθανασίας: Η υλιστική, σύμφωνα με την οποία τα άτομα
είναι αμετάβλητα και η ύλη παραμένει αιώνια όπως είναι. Η ιστορική, κατά την
οποία ο δοξασμένος άνθρωπος ζει στη μνήμη των γενεών στους αιώνες. Η
πανθεϊστική, που δέχεται ότι ο κόσμος προέρχεται από κάποια πηγή, από κάποιο
Απόλυτο και προς αυτό επιστρέφει. Και τέλος, αυτή την οποία αναφέρει ο Χριστός
στο Ευαγγέλιο, δηλαδή η προσωπική αθανασία.
Πρέπει να πω ότι η υλιστική αθανασία δεν με ενδιέφερε. Η
ιστορική με ενδιέφερε πάρα πολύ λίγο. Η πανθεϊστική ήταν για μένα παρεμφερής με
την υλιστική: Θα επιστρέψω σ’ αυτό που ήμουν από την αρχή, όσα δισεκατομμύρια
αιώνες και αν περάσουν, χωρίς να θυμάμαι τίποτε [//30] και η συνείδησή μου θα
χαθεί. Έτσι η παρουσία μου στον κόσμο ως προσώπου εμφανιζόταν ως παράλογη
διαδικασία:
Όλα τα παθήματά μου, όλες οι σκέψεις για οτιδήποτε, όλος ο αγώνας
μου, όλα φαίνονταν μάταια. «Καλά, επιβιώνω σ’ αυτό τον αγώνα 30, 40, ακόμη και
100 χρόνια. Κι έπειτα τί; Θα εξαφανισθώ;». Όλα μου φαίνονταν παράλογα.
Παρόλο που η πανθεϊστική αθανασία λίγο με ενδιέφερε,
όμως η σκέψη αυτή για το Υπερπροσωπικό Απόλυτο παρέμενε μέσα μου για πολύν
καιρό πολύ δυνατή, ακόμη και τότε, όταν ήδη είχα φύγει για το εξωτερικό. Το
πρώτο «χτύπημα» το δέχθηκα στην πάροδο Μιλιούτινσκ, εκεί όπου ενώνονται η οδός
Σρέτενκα με τη Λιουμπιάνκα. Μερικά μέτρα μετά από εκείνη τη γωνία μου ήρθε η
σκέψη:
- Προσεύχεσαι;
- Ναι.
- Κι ακόμη σκέφτεσαι για την αθανασία;
- Ναι.
- Αλλά το Ευαγγέλιο λέει: «Αγάπα τον Θεό και τον πλησίον
σου».
Σε μια στιγμή πέρασε αυτή η σκέψη. Αλλά μου
παρουσιάσθηκε μία εικόνα, ότι υπάρχει κάτι υψηλότερο από Αυτό για το Οποίο
μιλάει το Ευαγγέλιο. Και τότε, παρά τη συνήθειά μου να προσεύχομαι, άρχισα με
μεγάλη δυσκολία να αναχαιτίζω μέσα μου εκείνη την προσευχή. Μου ήταν δύσκολο να
περνώ κοντά από μερικούς ναούς. Υπήρχε στην πόλη το παρεκκλήσι του Αγίου
Σεργίου. Δεν μπορούσα στην αρχή να περάσω από μπροστά του, και αποφάσισα να
απομακρυνθώ από την παιδική προσευχή μου.
Έτσι η σκέψη για το απόλυτο Είναι με συνόδευε συνεχώς, και
χωρίς αυτήν κάθε τέχνη και κάθε φαινόμενο της ζωής δεν είχε νόημα: Αν αυτό
αύριο εξαφανισθεί, ούτε εγώ θα υπάρχω, ούτε το πρόσωπο που αγαπώ ή
ζωγραφίζω. Αυτό μου φαινόταν τόσο παράλογα απαράδεκτο ώστε, παρ’ όλη τη
δυσκολία, συνέχιζα να σκέφτομαι για αυτό το ρήγμα στην αιωνιότητα, για την
έξοδο από αυτά τα στενά όρια του χρόνου και του χώρου. Αν έτσι αντιμετωπίζεις
τη ζωή, όλος ο κόσμος φανερώνεται με άλλη εικόνα. Θυμάμαι ότι κάθε αντικείμενο
που παρατηρούσα μπορεί να μου φαινόταν έτσι, ώστε να ξεχνώ εντελώς τα πάντα.
Ήταν απρόσιτο μυστήριο, πώς από το Μη-Όν γεννιέται αυτό το Όν. Μια φορά
ζωγράφιζα την Μαρία, και μου ήρθε η εξής σκέψη: Πώς περνάς πέρα από τα όρια του
θανάτου; Πέρασαν τρεις ώρες και αλήθεια δεν αισθάνθηκα καθόλου εκείνο τον
χρόνο: Θα μπορούσα να πω ότι για μένα είχαν περάσει δέκα λεπτά. Και τότε βλέπω
στο πρόσωπο της Μαρίας να κυλούν δάκρυα. Της λέω:
- Μαρία, τι συμβαίνει;
- Δεν μπορώ άλλο. Κουράστηκα.
Κοιταζόμασταν επί τρεις ώρες: Την ζωγράφιζα τρεις ώρες
χωρίς διακοπή. Αυτό ήταν ένα επεισόδιο, του οποίου μάρτυρας ήταν η Μαρία. Και
αυτό συνέβαινε πολύ συχνά.
Κάθε άνθρωπος κατέχει το ένα ή το άλλο χάρισμα με το
οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Ας πούμε, οι συγγραφείς δια του λόγου
προσεγγίζουν τον κόσμο με τη λογοτεχνία, οι ποιητές με την ποίηση, οι μουσικοί
με τους ήχους και οι ζωγράφοι με την όψη του ορατού κόσμου. Και όταν όλη η
προσοχή του ανθρώπου συγκεντρώνεται σε αυτό που θα λέγαμε ότι μοιάζει με το
ορατό, πραγματοποιείται κάποια ταύτιση. Όλα γίνονται είτε θέαμα είτε άκουσμα
είτε, ας το πούμε έτσι, ποιητική αντίληψη του κόσμου και τα παρόμοια.
Για μένα ο κόσμος ήταν η ζωγραφική. Το μυστήριο αυτού
του οράματος με κρατούσε αλυσοδεμένο με τον εαυτό μου. Και από αυτή την αίσθηση
της ωραιότητος δέχθηκα και αρρωστημένες μορφές, διότι όλα τα μέσα που
διέθετα στη ζωγραφική ήταν μηδαμινά: Δεν μπορούσαν να εκφράσουν αυτό το όραμα.
Ευρισκόμενος όλο τον καιρό στην κατάσταση αυτή, πέρασα κάπως έξω από τα
ιστορικά γεγονότα. Όλο μου το είναι ήταν φυλακισμένο στην αναζήτηση εξόδου από
τα στενά πλαίσια του χρόνου και του χώρου. Για μένα τα μεγαλύτερα γεγονότα δεν
ήταν κάποια ιστορικά συμβάντα, αλλά μόνο η έξοδος του ανθρώπου από το πλαίσιο
του θανάτου, η εισόρμηση στην αθανασία.
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ
Τρίτη 1 Μαΐου 2012
Ευχή εις την Οσία Ματρώνα
Αναγιγνωσκομένη στο Απόδειπνο.
Υπό Ισιδώρας Μοναχής Αγιεροθεϊτίσσης
Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός
ημών, ο της κτίσεως πάσης Δημιουργός και συνοχεύς και κυβερνήτης πάνσοφος· ο τω
λόγω μόνω φως εκ σκότους παραγαγών και εν τω φωτί ημάς πορεύεσθαι ποιήσας· ο εν
Πατρί και Πνεύματι δοξαζόμενος και υπ’ Αγγέλων ασιγήτως ανυμνούμενος· ο Φως
οικών απρόσιτον και του Φωτός του αιωνίου ημάς κληρονόμους γενέσθαι καταξιώσας·
η του αληθινού Φωτός και της αθανάτου ζωής υπόστασις·ο τους Αγίους σου τους σε
ακολουθήσαντας, Φωτός του αϊδίου καθαρότατα έσοπτρα αναδείξας· ο δι’ αυτών
πάντας ημάς εις την του Φωτός πολιτείαν ανακαλούμενος, την δε σην άπειρον
αγαθότητα δι’ αυτών, ημίν τοις δεομένοις σου χαριζόμενος· ο την ανείκαστόν σου
δύναμιν εν τοις Αγίοις σου πάσιν θαυμαστώσας μόνε εύσπλαγχνε και την αγιάζουσάν
σου χάριν, δι’ αυτών ημίν διοχετεύων πανοικτίρμον Κύριε· ο την δωρεάν των
ιαμάτων δια των Αγίων σου συμπαθώς ημίν προμηθούμενος και τούτους επικαλείσθαι
ημάς διακελεύσας· ο δι’ αυτών θαύματα άπειρα ενεργών πάσι τοις πιστεύουσιν εξ
όλης καρδίας· ο την Οσίαν σου Ματρώναν, την εν υστέροις τούτοις χρόνοις εν τη
Ρωσία ασκήσασαν, εν δε θαύμασι και δυνάμεσι μεγάλαις το Όνομά Σου το πανάγιον
δοξάσασαν και Σε εν τω κόσμω παντί μεγαλύνασαν, αντιδοξάσας μόνε Δυνατέ· ο τους
πηρωθέντας αυτής οφθαλμούς, Φωτί τω αδύτω σου διαυγάσας, εις το καθοράν του σου
κάλλους την λαμπρότητα· ο τους επί χρόνοις πλείοσι παρειμένους πόδας αυτής επί
τη ασαλεύτω πέτρα των εντολών σου εδράσας μόνε Ισχυρέ· ο σοφίσας αυτήν εις το
τας θείας σου εντολάς διδάξαι και πολλούς εν τη πίστει σου στηρίξαι Αγαθέ· ο
καταξιώσας αυτήν της εγκρατείας την οδόν βαδίσαι, σαρκός δε ασθένειαν εν
καρτερία υπομείναι και της των τυράννων δουλείας τον πικρόν ζυγόν περιχαρώς
βαστάσαι, θλίψεις δε και σκώμματα ωσεί τρυφήν ηγείσθαι και χαράς πρόξενα της
αδιαδόχου· Αυτός και νυν Δέσποτα, ταις της Οσίας σου ταύτης πρεσβείαις αεί
δυσωπούμενος και ευμενώς ημίν ιλεούμενος, πρόσδεξαι και νυν τους σους ικέτας
πολυέλεε, ο της σης χάριτος τας δωρεάς παρέχων. Και αξίωσον ημάς τω σω φωτί
πορεύεσθαι και τας σας βουλάς εν τη καρδία ημών διαπαντός μελετάν, τα δε σα
προστάγματα επιμελώς φυλάττειν. Ίνα καταξιωθέντες σοι δουλεύειν ειλικρινώς και
το θέλημά σου το Άγιον εν αληθεία πράττειν, την δε αγάπην προς Σε εν καθαρότητι
φυλάττειν, καθώς ημίν προσέταξας μόνε ευσυμπάθητε, της δόξης σου τύχωμεν και
της λαμπρότητος του φωτός σου απολαύσωμεν, μετά πάντων των απ’ αιώνων εκλεκτών
σου. Ότι σοι αρμόζει η τιμή και η μεγαλοπρέπεια και σοι ανήκει η δόξα και η προσκύνησις,
συν τω προανάρχω σου Πατρι και τω ομοουσίω καί ζωοποιώ σου Πνεύματι πάντοτε,
νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
ΑΓΙΑ ΜΑΤΡΩΝΑ Η ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΟΠΟΛΙΤΙΣΣΑ.
Tο βιβλίο του Πνευματικού μας Πατέρα Αρχιμ. Αθηναγόρα Κολυβά, που
ευλαβείται ιδιαιτέρως την Αγία Ματρώνα και μας μιλά καθημερινά για το τρόπο ζωή
της και τα θαύματα της
Ο Γέροντας την αποκαλεί
"ταχυδρόμο" και "ουρανοπολίτισσα" γιατί μεταφέρει τα αιτήματα μας στον Άγιο
Θεό.
Κάθε Δευτέρα το απόγευμα στις 17:30
τελείται Ιερά Παράκληση στην Αγία.
Τα έσοδα του βιβλίου διατίθενται για το Φιλόπτωχο ταμείο της ενορίας.
ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΤΡΩΝΑΣ ΤΗΣ ΡΩΣΣΙΔΟΣ ΤΗΣ ΑΟΜΜΑΤΟΥ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.
Την αποκάλεσαν αόμματη, όμως εκείνη
έβλεπε πιο καθαρά και πιο βαθιά από τα πιο ισχυρά ανθρωπίνως μάτια. Η Οσία
Ματρώνα, αν και δεν είχε το σωματικό οφθαλμό να γνωρίσει τον κόσμο διαμέσου του
φυσικού φωτός, ωστόσο, μέσω των πνευματικών οφθαλμών ήδη μας γνώριζε.Αν και δεν
μπορούσε να περπατήσει λόγω της αναπηρίας της, μπορούσε να φτάσει πολύ πιο
γρήγορα σε εμάς, από ότι εμείς σε εκείνη.Αχ, Οσία Ματρώνα μας, προσευχήσου και
για μας εκεί ψηλά που βρίσκεσαι δίπλα στα πόδια του Χριστού μας και πρέσβευε
υπέρ ημών των αμαρτωλών.(Αρχιμ. Αθηναγόρας Κολυβάς – από το Βιβλίο για την Αγία
Ματρώνα).
Saint Cross from Limburg
The Reliquary
containting a fragment from the Holy Cross was made in 959 in Constantinople. Later it was taken by the
Crusaders and now is in the Cathedral in
Limburg, Germany. The fragment of the Cross is not in the picture. At that moment it was in the altar,
at the Versperal Ceremony, in the Great
Friday
Tom Hanks, Greek Orthodox Easter 2012
This is a
picture of Tom Hanks carrying the epitaphion at Saint Sophia's Cathedral in LA
during their Greek Orthodox Good Friday evening services.
Tom Hanks
is married to Rita Wilson, a Greek-American actress.
ΜΠΛΑΓΟΣΛΑΒΗ ΝΙΚΟΝΤΗΜ
O
γέροντας μου, ό γέρω-Νικόδημος,
ήταν ένα καλοκάγαθο γεροντάκι από την
Κύπρο. Στο Αγιον Όρος είχε περισσότερα από πενήντα χρόνια. Έφημίζετο πολύ διό την
καλοσύνη του. Είχε το χάρισμα της ελεημοσύνης. ' Η καλύβι μας, ή «Άνάληψις» του
Χριστού, βρισκόταν στο κέντρο της Σκήτης της άγιας Άννης, κάτω από το Κυριάκο.
Πολλοί
ασκητές και ερημίτες περνούσαν από την καλύβι μας για να τούς γέμιση ό γέρω-Νικόδημος
τον τρουβά τους με παξιμάδια, λεμόνια, πορτοκάλια, και ελιές, και πότε-πότε
κανένα κομμάτι τυρί. «Έλα, έλα μψυχή μου, έλα να πιής κανέναν γκαφέ,»
τούς έλεγε με το χαμόγελο στα χείλη με την κυπριώτικη του προφορά. Το θεωρούσε
αμαρτία να μη φιλοξενήση τον περαστικό Αγιοβασιλειάτη ή Κατουνακιώτη πού ζούσαν στην
έρημο του άγιου Όρους.
Πώς θα
ξεχάσω πού πολλές φορές μου γέμιζε τον τρουβά με τρόφιμα, και κρυφά, όταν οι
άλλοι μετά το από δείπνο πλάγιαζαν για ύπνο, με έστελνε να επισκεφθώ άρρωστους και
πτωχούς κάτω στα Βουλευτήρια ή στα Κατουνάκια.
Ήταν
λιγάκι δύσκολο αυτό γιατί έπρεπε στις δύο από τα μεσάνυχτα, την ώρα της
Ακολουθίας, να είμαι στη θέση μου μέσα στην ' Εκκλησία. Κανείς δεν έπρεπε να
ξέρη την νυκτερινή μου αποστολή. Ευτυχώς πού έβγαζαν φτερά τα πόδια μου, νέο
παιδί τότε, και έτσι τα έβγαζα πέρα.
Ή
φήμη του γέρω-Νικοδήμου είχε έξαπλωθή σ' όλο το άγιον Όρος. Στο Ρωσικό
Μοναστήρι του άγιου Παντελεήμονα ήταν γνωστός με το όνομα Μπλαγοσλαβή Νικοντήμ,
δηλαδή, ευλογημένος Νικόδημος.
Κάποτε
- μας διηγήθηκε ό Ίδιος - σε μια πολύ βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα ή πόρτα της
καλύβης κτύπησε. Άνοιξε ό ίδιος και είδε εμπρός του έναν άγνωστο καλόγηρο. Του
είπε να περάση μέσα, να ξεκούραστη και να στέγνωση τα βρεγμένα του ράσα, αλλά
εκείνος δεν δέχτηκε. «Πάρε και φύλαξε μου αυτό πού σού δίνω ώσπου να ξανάλθω.»
Του
παρέδωσε ένα σακουλάκι μικρό πού από το βάρος κατάλαβε πώς είχε μέσα νομίσματα
χάλκινα. Ο άγνωστος καλόγηρος
καληνύχτισε κι έφυγε χωρίς να ειπεί ούτε το όνομα του.
Πέρασε
πολύς καιρός, πάνω από χρόνος, και να μια ωραία ηλιόλουστη μέρα έρχεται πίσω
και ζητά από το γέρω-Νικόδημο την παρακαταθήκη.
- Μου δίνης γέρω-Νικόδημε αυτό πού σού έδωσα
να μου φύλαξης;
- Ναι, ναι μψυχή μου. Έλα, έλα κάθισε
μέσα να ξεκούραστης και να σου το δώσω.
Αυτή
τη φορά, ο ξένος δέχτηκε την πρόσκληση. Προτίμησε τσάι από «γκαφέ» και ό γέρω-Νικόδημος
του έφερε το κομπόδεμα του. Με έκπληξη και θαυμασμό ό ξένος διαπίστωσε ότι το
κομπόδεμα ήταν άθικτο, δεν είχε ανοιχτή. ' Ο γέρω-Νικόδημος δεν είχε την
περιέργεια να το άνοιξη και να δή τί περιείχε. - Πάρε το μψυχή μου, δικό σου
είναι. ' Εκείνος το άνοιξε και το άδειασε επάνω στο τραπέζι, ήταν χρυσά
ρούβλια.
Γέρω-Νικόδημε,
σε ευχαριστώ. Είσαι άνθρωπος του Θεού. Εγώ είμαι Ρώσος καλόγηρος προσκυνητής. Άκουσα
για σένα να λένε και ήλθα να βεβαιωθώ από κοντά. Πράγματι είσαι μπλαγοσλάβη
Νικοντήμ.
Άφησε
μερικά ρούβλια πάνω στο τραπέζι και έφυγε για να διαλάληση και στη Ρωσία την
αρετή του Κυπρίου γέροντα της Αναλήψεως, του γέροντα μου, του γέρω-Νικόδημου,
πού στην μνήμη του έδωσα το όνομα του στον υποτακτικό μου αρχιμανδρίτη
Νικόδημον, και εύχομαι να πάρη την άρετήν του.
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΟΥ
ΙΕΡΕΣ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΝ ΜΥΡΟΒΟΛΟ ΧΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ.
ΑΘΗΝΑ
1990
ΥΠΟ
ΤΟΥ ΣΕΒ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΣΤΟΡΙΑΣ
Κ.Κ.
ΠΕΤΡΟΥ.
Η ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ ΛΕΕΙ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΙΧΑΙΑΣ.
Ή εξαγγελλόμενη αυτή καταστροφή
παριστάνεται αλλού ότι πρόκειται να συντελεσθεί με πόλεμο, κατά τον όποιο οι
εχθροί, έκπληρώνοντες το σχέδιο του Θεού, θα καταστρέψουν τα πάντα:
6, 9
Άκου, ό Γιαχβέ φωνάζει προς την πόλη.
Ακούτε εσείς πού ανήκετε στην φυλή και
τον δήμο της πόλης,
της όποιας οι πλούσιοι είναι γεμάτοι
κακουργία
και οι κάτοικοι της μιλούν
ψεύδη.
10 Μπορώ να λησμονήσω τον αθέμιτο
πλούτο
και το βδελυκτό ελλιπές μέτρο;
11 Μπορώ να συγχωρήσω τις ψευδείς
πλάστιγγες
και τα μέσα στον θύλακα ψεύτικα
σταθμά;
13 Αλλά και εγώ θα αρχίσω να σε
κτυπώ,
να σε ερημώνω λόγω της αμαρτίας σου.
14 Θα τρως, αλλά ποτέ δεν θα
χορταίνεις.
15 Θα σπέρνεις, αλλά ποτέ δεν θα
θερίζεις.
Θα πατάς ελιές, αλλά ποτέ δεν θα
αλειφθείς με
λάδι, θα πατάς σταφύλια, αλλά δεν θα
πιεις ποτέ κρασί.
16 Τήρησες τις εντολές του Όμρί και
όλες τις πράξεις του οίκου Άχάβ.
Γι' αυτό θα σε καταστήσω έρημη και
τούς κατοίκους σου αντικείμενο εμπαιγμού.
Άλλου ό προφήτης παριστάνει την
καταστροφή ότι έγινε ήδη, ότι ό εχθρός καταμετράει την γη, δείγμα ότι περιήλθε πια
στην κυριαρχία του:
2,4
Ή κληρονομιά του λαού μου καταμετρείται, κανένας δεν υπάρχει πού να
μπορεί να αποδώσει κάτι.
Οι εχθροί μας διαμοιράζουν την χώρα
μας. Τελείως καταστραφήκαμε!
Αυτό το περί καταστροφής κήρυγμα
πλήγωνε βεβαίως την ψυχή του Ιουδαίου προφήτη. Είχε όμως εντολή από τον Θεό ό
Μιχαίας να εξαγγείλει αυτό το κήρυγμα. Την θλίψη του προφήτη για την ερχόμενη
καταστροφή εκφράζει και αυτός ό μονόλογος του:
1, 8 Για τα έξης θέλω να θρηνήσω,
θέλω γυμνόπους και γυμνός να βαδίσω,
θέλω σαν το τσακάλι να θρηνήσω και σαν στρουθοκάμηλος να στενάξω!
Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΙΧΑΙΑΣ ΥΠΟ ΑΡΧΙΜ. ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΦΟΥΝΤΑ 1998
Οι ισχυροί, καταπατώντας το δίκαιο, καταδυνάστευαν τούς αδύνατους και για τον πλουτισμό τους μεταχειρίζονταν κάθε μέσο μέχρι και φόνο ακόμη.
Όπως
φαίνεται από το ίδιο το βιβλίο του προφήτη (βλ. Μιχ. 1, 1), ό Μιχαίας κλήθηκε στο
προφητικό αξίωμα πριν από την κατάλυση τού ισραηλιτικού βασιλείου (722/21
π.Χ.), γιατί την προφητεύει και ζούσε ακόμη στην εποχή τού βασιλιά Εζεκία (βλ. και
Ίερ. 33, 18). Έτσι ό Μιχαίας είναι λίγο νεώτερος από τον Αμώς και τον
Ώσηέ, σύγχρονος όμως τού Ησαΐα, αλλά και από αυτόν κάπως νεώτερος. Αυτοί οι
προφήτες, Αμώς - Ώσηέ - Ησαΐας - Μιχαίας, αποτελούν την τετράδα των μεγάλων
προφητών τού 8ου αιώνα.
Κατά
τα παραπάνω, ό προφήτης Μιχαίας έδρασε στην ανώμαλη περίοδο του δευτέρου ημίσεως
τού 8ου αιώνα, κατά την οποία συνέβησαν μεγάλες πολιτικές ζυμώσεις και πολεμικά
γεγονότα. Αλλά, ενώ σοβαρά γεγονότα συνέβαιναν στην εποχή του, πού κατέληξαν και
σ' αυτήν την καταστροφή τού έθνους του, όμως ό προφήτης μας δεν φαίνεται να τα
θίγει. Την προσοχή του την επισύρει ή εσωτερική κατάσταση της κοινωνίας, ό
έκλυτος ηθικός βίος και ή ηθική κατάπτωση. Και πραγματικά, αυτά ήταν οι αιτίες για
την κατάλυση του ισραηλιτικού έθνους, και αυτά είναι τα σημεία στα όποια
στρέφει το πύρινο προφητικό του κήρυγμα ό Μιχαίας γιατί, όπως και οι άλλοι
προφήτες, έτσι και ό Μιχαίας πιστεύει ότι, όταν ένα έθνος δεν έχει ηθικές
βάσεις, δεν μπορεί να σταθεί όρθιο, δεν μπορεί να ζήσει. Την προφητική του
δράση ό Μιχαίας συνοψίζει στο να εξαγγείλει «του Ιακώβ την ασέβεια και του
Ισραήλ την αμαρτία» (Μιχ. 3, 8).1
Το
κήρυγμα του προφήτη
Το
κέντρο στο όποιο στρέφεται το κύριο κήρυγμα του προφήτη Μιχαία αποτελεί ή ηθική
και κοινωνική κατάσταση της τότε εποχής. Οι ισχυροί, καταπατώντας το δίκαιο,
καταδυνάστευαν τούς αδύνατους και για τον πλουτισμό τους μεταχειρίζονταν κάθε
μέσο μέχρι και φόνο ακόμη. Και ό Μιχαίας με μεγάλη δύναμη, πού την αντλεί από την
ακλόνητη πίστη του στον ηθικό Θεό και τις ηθικές Του επιταγές, επιτίθεται κατά των
αρχόντων καυτηριάζοντας όλο τους τον βίο, αλλά ιδιαίτερα καυτηριάζει την
καταδυνάστευση και εκμετάλλευση των φτωχών και των αδυνάτων. Λέει:
1 Αλλοίμονο σ' εκείνους πού σκέπτονται την
κακία
στα
κρεβάτια τους και μόλις ξημερώσει την εκτελούν,
γιατί έχουν την δύναμη στα
χέρια τους.
2
Αν επιθυμούν κτήματα αρπάζουν, αν οικίες τις αποσπούν
και
καταδυναστεύουν τον άνθρωπο και τα υπάρχοντα του,
τον
οικοδεσπότη και το κτήμα του.
3 Σεις όμως εναντίον του λαού μου ώς εχθροί παρουσιάζεστε.
Από
φιλήσυχους ανθρώπους αρπάζετε τον μανδύα και από τούς βαδίζοντας αμέριμνα
αφαιρείτε το ιμάτιο.
4 Τις γυναίκες του λαού μου εκδιώκετε από τα
ευτυχισμένα σπίτια τους
και
από τα παιδιά αρπάζετε τα χαρούμενα δωμάτια τους.
5.
Εμπρός! φύγετε, γιατί
δεν είναι εδώ ό τόπος της ησυχίας σας!
Και
σε άλλη πάλι προφητεία παρουσιάζει ό προφήτης πολύ παραστατικά τούς άρχοντες να
κατατρώγουν τις σάρκες του λαού:
3, Τότε είπα:
Ακούτε,
σεις οι αρχηγοί του Ιακώβ,
και
σεις οι άρχοντες του Ισραήλ.
Δεν
είναι έργο σας
να
γνωρίζετε το δίκαιο;
1
Σεις όμως μισείτε το καλό
και
αγαπάτε το κακό!
2.
Τρώγουν τις σάρκες του λαού μου
και
αποσπούν το δέρμα του
και
θραύουν τα οστά του.
Και
άλλου πάλι ό προφήτης ελέγχει τούς άρχοντες όχι μόνο ότι διαστρέφουν το δίκαιο
ένεκα χρημάτων, αλλά και ότι δεν διστάζουν και φόνους ακόμη να διαπράξουν για το
συμφέρον τους:
3.
Ακούστε, λοιπόν, αυτά αρχηγοί του οίκου Ιακώβ και εσείς οι άρχοντες του οίκου
Ισραήλ. Αλλοίμονο σε 'κείνους πού αποστρέφονται το Δίκαιο
και διαστρέφουν το ευθύ, οι
όποιοι οικοδομούν την Σιών με αίματα και κτίζουν την Ιερουσαλήμ με αδικίες.
Οι άρχοντες της κρίνουν δωροδοκούμενοι
και οι ιερείς της προφητεύουν με πληρωμή.
Παράλληλα
προς τούς άρχοντες ό Μιχαίας, όπως και οι προηγούμενοι προφήτες, πολεμάει τούς
ψευδοπροφήτες, τούς οποίους θεωρεί συνυπεύθυνους της ηθικής και κοινωνικής
αθλιότητας του κράτους. Αυτοί οι ψευδοπροφήτες ήταν προσκολλημένοι στην
βασιλική αυλή και έλεγαν στον λαό δήθεν προφητείες, τις όποιες συνέθεταν με
βάση τα συμφέροντα των αρχόντων. Έτσι, με το κύρος πού είχαν, ως νομιζόμενοι
προφήτες, βοηθούσαν τούς άρχοντες στην εγκληματικότητα τους. Αυτούς τούς
ψευδοπροφήτες ό προφήτης Μιχαίας τούς καλεί λαοπλάνους, εκμεταλλευτές του λαού
πού τρώγουν τις σάρκες του.
3, Τα έξης λέει ό Γιαχβέ:
Αλλοίμονο
στους προφήτες, οι όποιοι παραπλανούν τον λαό μου. Αν έχουν κάτι στα δόντια
τους να φάνε, έχουν ειρήνη.
Σ' εκείνον
όμως πού δεν δίνει κάτι στο στόμα τους κηρύσσουν τον πόλεμο.
Ή
ηθική όμως κατάπτωση δεν παρατηρείται στις ανώτερες τάξεις, αλλά και σ' αυτόν τον
κυβερνώμενο λαό. Τα πάντα έχουν διαφθαρεί. Με βαθειά λύπη ό προφήτης
διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος με ευσέβεια και ειλικρίνεια. Και
εξωτερικεύοντας την βαθειά του θλίψη παριστάνει τον εαυτό του σαν εκείνον πού
ερευνά τον αγρό μετά την συγκομιδή να βρει καρπούς. Δεν υπάρχουν καρποί -
ευσεβείς, δηλαδή, άνθρωποι - , γιατί μπήκαν άλλοι προηγουμένως στον αγρό και τον
κατατρύγησαν. Ό προφήτης διαζωγραφίζει την όλη κατάσταση λέγοντας:
7, Αλλοίμονο σε μένα, γιατί είμαι σαν
τον συναθροίζοντα οπώρες μετά την συγκομιδή.
Καμιά
σταφυλή δεν υπάρχει για να φάω, κανένα πρωτόπλαστο σύκο για να επιθυμήσει ή ψυχή
μου.
2 Ό ευσεβής χάθηκε από την χώρα και
δεν υπάρχει αγαθός μεταξύ των ανθρώπων. Όλοι τους ενεδρεύουν για αίματα, ό ένας
κυνηγάει τον άλλο.
3 Τα χέρια τους είναι ικανά να πράξουν το
κακό. Ό αξιωματούχος ζητάει πληρωμή, ό ισχυρός κρίνει κατά την επιθυμία του και
ό κριτής διαστρέφει το δίκαιο.
4 Μην έχετε εμπιστοσύνη στον σύντροφο, μην
εμπιστεύεστε στον φίλο, από τον
επιστήθιο φίλο σου φύλαξε την θύρα του στόματος σου.
5 Ό υιός περιφρονεί τον πατέρα και
ή θυγατέρα επαναστατεί κατά της μητέρας της και
ή νύφη κατά της πεθεράς της, εχθροί του άνθρωπου έγιναν οι οικείοι του.
Επειδή
δε επικρατεί τέτοια ηθική και κοινωνική κατάπτωση και στα δύο βασίλεια, και στο
ιουδαϊκό και στο ισραηλιτικό, όπως πληροφορούμαστε και από τους προφήτες Αμώς,
Ώσηέ και Ησαΐα, ό Μιχαίας προφητεύει την καταστροφή των βασιλείων αυτών. Γιατί,
όπως και οι άλλοι προφήτες, πιστεύει και αυτός ότι οι κοινωνίες και τα έθνη
τότε μόνο μπορούν να ευδοκιμήσουν και να σταθούν στην ζωή, όταν στηρίζονται
στους αναλλοίωτους ηθικούς νόμους, την τήρηση των οποίων έχει ό Θεός, το
απολύτως ηθικό Ον. Βλέπει, λοιπόν, ό Μιχαίας στον κόσμο τιθεμένη ηθική τάξη και
στην ιστορία βλέπει πάλι την θεία ενέργεια, πού τιμωρεί την παράβαση των
αιωνίων ηθικών νόμων. Έτσι, προφητεύει την άφευκτη καταστροφή τού ισραηλιτικού και
ιουδαϊκού βασιλείου, γιατί παρέβησαν τούς ηθικούς νόμους. Σε μια φοβερή εικόνα
παρουσιάζει τον κυρίαρχο της φύσεως Θεό να κατέρχεται στην γη και να επιφέρει ό
ίδιος την καταστροφή των αμαρτωλών βασιλείων:
1,2 Ακούστε όλοι οι λαοί και
ακροαστείτε ή γη και το πλήρωμα της.
3 Ιδού ό Γιαχβέ βγαίνει από τον τόπο του και
κατεβαίνει στις κορυφές της γης.
4 Τα όρη λειώνουν κάτω από Αυτόν και
σχίζονται οι κοιλάδες
σαν
τον κηρό μπροστά στην φωτιά,σαν τα νερά πού κυλίονται στην κατωφέρεια,
5 λόγω της ανομίας του Ιακώβ και
λόγω της αμαρτίας του οίκου του Ιούδα.
6 Την Σαμάρεια θα μεταβάλω σε ερείπια, σε αγρό
και τόπο φυτείας αμπελιών, τούς λίθους της θα κατακυλίσω στην πεδιάδα και τα
θεμέλια της θα κατασκάψω,
7 γιατί από χρήματα πορνείας είναι
μαζεμένα και σε χρήματα πορνείας θα μεταβληθούν.
Και
τότε, λέει ό προφήτης, θα είναι ανωφελείς οι παρακλήσεις προς τον Θεό:
Τώρα
θα φωνάξουν στον Γιαχβέ
Δεν
θα αποκριθεί όμως σε αυτούς
Αλλά
θα κρύψει το πρόσωπο Του απ` αυτούς
Γιατί
επιτέλεσαν κακές πράξεις.
Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΙΧΑΙΑΣ ΥΠΟ ΑΡΧΙΜ. ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΦΟΥΝΤΑ 1998
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













