Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΤΟ 70 Μ.Χ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ



ΤΗΝ 8η ΜΕΡΑ ΤΟΤ ΕΒΡΑΪΚΟΥ ΜΗΝΑ ΑΒ, ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 70 μ.Χ-, ο Τίτος, γιος του Ρωμαίου αυτοκράτορα Βεσπασιανού, που επί τέσσερις μήνες διηύθυνε την πολιορκία της Ιερουσαλήμ, διέταξε τον στρατό του να ετοιμαστεί για έφοδο στον Ναό τα χαράματα. Η επόμενη μέρα ήταν η επέτειος της ημέρας κατά την οποία οι Βαβυλώνιοι είχαν καταστρέψει την Ιερουσαλήμ πριν από πεντακόσια και περισσότερα χρόνια. Τώρα ο Τίτος διοικούσε μια στρατιά τεσσάρων λεγεώνων - συνολικά 60.000 Ρωμαίους λεγεωνάριους και ντόπια βοηθητικά στρατεύματα που αδημονούσαν να καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα στην τσακισμένη πόλη, που συνέχιζε όμως να αντιστέκεται. Μέσα από τα τείχη, περίπου μισό εκατομμύριο Εβραίοι που λιμοκτονούσαν ζούσαν σε συνθήκες κόλασης: εν μέρει ήταν φανατικοί θρησκευτικοί ζηλωτές, εν μέρει ληστές, κυρίως όμως ήταν αθώες οικογένειες που δεν είχαν κανένα τρόπο να ξεφύγουν από την εντυπωσιακή αυτή παγίδα θανάτου.


 Υπήρχαν πολλοί Εβραίοι που ζούσαν εκτός Ιουδαίας -μπορούσε να τους βρει κανείς σ’ όλη τη Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή-, κι αυτή η ύστατη απελπισμένη μάχη θα ήταν αποφασιστική όχι μόνο για τη μοίρα της πόλης και των κατοίκων της, αλλά και για το μέλλον του ιουδαϊσμού και μιας μικρής εβραϊκής αίρεσης, του χριστιανισμού - ακόμα και, αν μπορούσε κανείς να δει έξι αιώνες μπροστά, για τη μορφή που θα έπαιρνε το ισλάμ.



Οι Ρωμαίοι είχαν κατασκευάσει ράμπες που ανέβαιναν έως τα τείχη του Ναού. Οι επιθέσεις τους, όμως, είχαν αποτύχει. Νωρίτερα εκείνη τη μέρα ο Τίτος είχε πει στους στρατηγούς του ότι οι προσπάθειές του να διασώσει αυτό τον «ξένο ναό» τού στοίχιζαν υπερβολικά πολλούς στρατιώτες και διέταξε να πυρπολήσουν τις πύλες του. Το ασήμι των πυλών έλιωσε, με αποτέλεσμα η πυρκαγιά να εξαπλωθεί στις ξύλινες πόρτες και στα παράθυρα, κι από εκεί στα ξύλινα υλικά στους διαδρόμους του ίδιου του Ναού. Ο Τίτος διέταξε να σβήσουν τη φωτιά. Οι Ρωμαίοι, δήλωσε, έπρεπε «να πάρουν την εκδίκησή τους από άντρες όχι από άψυχα αντικείμενα». Έπειτα αποσύρθηκε για τη νύχτα στο αρχηγείο του στο μισογκρεμισμένο οχυρό Αντωνία, που δέσποζε πάνω από το μεγαλόπρεπο συγκρότημα του Ναού.






Γύρω από τα τείχη διαδραματίζονταν μακάβριες σκηνές που θα πρέπει  να θύμιζαν επίγεια κόλαση. Χιλιάδες πτώματα σάπιζαν στον ήλιο. Η δυσωδία ήταν αφόρητη. Αγέλες σκυλιών και τσακαλιών χόρταιναν με ανθρώπινη σάρκα. Τους προηγούμενους μήνες ο Τίτος είχε διατάξει να σταυρωθούν όλοι οι αιχμάλωτοι ή οι λιποτάκτες. Πεντακόσιοι Εβραίοι σταυρώνονταν κάθε μέρα. Στο Όρος των Ελαιών και στους βραχώδεις λόφους γύρω από την πόλη οι σταυροί ήταν τόσο πυκνοί, που δεν υπήρχε χώρος για περισσότερους, ούτε δέντρα για να τους φτιάξουν. Οι στρατιώτες του Τίτου  διασκέδαζαν καρφώνοντας τα θύματά τους με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά σε γελοίες στάσεις. Πολλοί Ιεροσολυμίτες ήθελαν τόσο απελπιστικά  να εγκαταλείψουν την πόλη, που, καθώς έφευγαν, κατάπιναν τα νομίσματα τους για να τα κρύψουν, ελπίζοντας να τ’ ανακτήσουν όταν θα βρίσκονταν  σε απόσταση ασφαλείας από τους Ρωμαίους. Εμφανίζονταν «φουσκωμένοι  από την πείνα και πρησμένοι σαν να υπέφεραν από υδρωπικία», αν όμως  έτρωγαν, «έσκαζαν», και τότε οι στρατιώτες ανακάλυπταν τους δύσοσμους  θησαυρούς που έκρυβαν στα έντερά τους. Έτσι άρχισαν να ξεκοιλιάζουν  όλους τους αιχμαλώτους, βγάζοντάς τους τα έντερα και ψάχνοντάς τα ενώ I ήταν ακόμα ζωντανοί. 


Ο Τίτος εξανέστη και προσπάθησε να απαγορεύσει  αυτές τις ανατριχιαστικές λεηλασίες. Μάταια: οι βοηθητικοί Σύροι στρατιώτες του Τίτου, που μισούσαν τους Εβραίους όσο τους μισούσαν κι εκείνοι, με όλη τη μοχθηρία που οι γείτονες νιώθουν συνήθως ο ένας για τον άλλο, απολάμβαναν τα μακάβρια αυτά παιχνίδια. Η θηριωδία των Ρωμαίων και  των επαναστατών εντός των τειχών μπορεί να συγκριθεί με μερικές από  τις χειρότερες φρικαλεότητες του 20ού αιώνα.


Ο πόλεμος ξεκίνησε όταν η ανικανότητα και η απληστία των Ρωμαίων διοικητών ώθησαν ακόμα και την ιουδαϊκή αριστοκρατία, τους Εβραίους  συμμάχους της Ρώμης, να συμπαραταχθεί με μια λαϊκή θρησκευτική εξέγερση. Οι επαναστάτες ήταν ένα μείγμα από θρήσκους Εβραίους και καιροσκόπους ληστές που εκμεταλλεύτηκαν την παρακμή του αυτοκράτορα  Νέρωνα και το χάος που ακολούθησε την αυτοκτονία του για να διώξουν  τους Ρωμαίους και να εγκαθιδρύσουν ξανά ένα ανεξάρτητο εβραϊκό κράτος  γύρω από τον Ναό. Η εβραϊκή επανάσταση όμως άρχισε αμέσως να αναλώνεται σε αιμοσταγείς καθάρσεις και συγκρούσεις συμμοριών.


Μετά τον Νέρωνα, τρεις Ρωμαίοι αυτοκράτορες διαδέχθηκαν ο ένας τον  άλλο μέσα σε ελάχιστο διάστημα. Όταν ο Βεσπασιανός επικράτησε τελικά ως αυτοκράτορας κι έστειλε τον Τίτο να καταλάβει την Ιερουσαλήμ, η πόλη είχε χωριστεί ανάμεσα σε τρεις πολέμαρχους που αντιμάχονταν ο ένας τον άλλο. Στην αρχή, οι Ιουδαίοι πολέμαρχοι έδωσαν τακτικές μάχες στα προαύλια του ναού, όπου το αίμα έρρεε άφθονο, και στη συνέχεια λεηλάτησαν την πόλη. Οι μαχητές τους κατάφεραν να φτάσουν στις πλουσιότερες γειτονιές, καταληστεύοντας τα σπίτια, σκοτώνοντας τους άντρες και βιάζοντας τις γυναίκες - «γι’ αυτούς ήταν ένα παιχνίδι». 


Ερεθισμένοι από τη δύναμη και την έξαψη του κυνηγιού, πιθανόν μεθυσμένοι από το κλεμμένο κρασί, «επιδόθηκαν σε γυναικεία πάθη, στόλισαν τα μαλλιά τους και φόρεσαν γυναικεία ρούχα και πασαλείφτηκαν με λάδια κι άπλωσαν μπογιές κάτω από τα μάτια τους». Αυτοί οι επαρχιώτες μαχαιροβγάλτες, καμαρώνοντας με «ωραία βαμμένους μανδύες», σκότωναν οποιονδήποτε έβρισκαν στον δρόμο τους. Παρασυρμένοι από την εφευρετική διαφθορά τους, «επινοούσαν αθέμιτες ασέλγειες». Η Ιερουσαλήμ, έχοντας παραδοθεί σε «αφόρητη ακαθαρσία», έγινε «πορνείο» και αίθουσα βασανιστηρίων - κι ωστόσο παρέμεινε ιερή.
Κατά κάποιο τρόπο ο Ναός συνέχισε να λειτουργεί. Τον Απρίλιο, είχαν πάει προσκυνητές για το Πάσχα ακριβώς προτού οι Ρωμαίοι περικυκλώσουν την πόλη.


Ο πληθυσμός ανερχόταν συνήθως σε πολλές δεκάδες χιλιάδες, οι Ρωμαίοι όμως είχαν παγιδέψει τώρα τους προσκυνητές και πολλούς πρόσφυγες από τον πόλεμο, με αποτέλεσμα να υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι μέσα στην πόλη. Μόνον όταν ο Τίτος περικύκλωσε τα τείχη σταμάτησαν οι εξεγερμένοι αρχηγοί τον αλληλοσπαραγμό για να ενώσουν τους 21.000 πολεμιστές τους και να αντιμετωπίσουν τους Ρωμαίους μαζί.


Η πόλη που ο Τίτος είδε για πρώτη φορά από το Όρος Σκοπός, που είχε πάρει το όνομά του από την ελληνική λέξη σκοπώ, που σημαίνει «παρατηρώ», ήταν, σύμφωνα με την περιγραφή του Πλινίου, «μακράν η πιο γνωστή πόλη της Ανατολής», μια πλούσια, ζωντανή μητρόπολη χτισμένη γύρω από έναν από τους σπουδαιότερους ναούς της αρχαιότητας, που ήταν κι ο ίδιος ένα εξαίσιο έργο τέχνης σε τεράστια κλίμακα. Η Ιερουσαλήμ υπήρχε ήδη χιλιάδες χρόνια, αλλά αυτή η πόλη με τα πολλά τείχη και τα πολλά φρούρια, πάνω σε δύο όρη ανάμεσα στα γυμνά βράχια της Ιουδαίας, δεν είχε ποτέ τόσο μεγάλο πληθυσμό ούτε ενέπνεε τόσο φοβερό δέος όσο τον 1ο αιώνα μ.Χ.: όντως η Ιερουσαλήμ δεν θα αποκτούσε τόση σπουδαιότητα ποτέ ξανά πριν από τον 20ό αιώνα. Αυτό ήταν το επίτευγμα του Ηρώδη του Μεγάλου, του ευφυούς, ψυχωτικού Ιουδαίου βασιλιά, που τα ανάκτορά του και τα φρούριά του ήταν χτισμένα σε τόσο μνημειώδη κλίμακα και διακοσμημένα με τόση πολυτέλεια, που ο Εβραίος ιστορικός Ιώσηπος διαβεβαιώνει ότι «υπερβαίνουν όλη μου την ικανότητα να τα περιγράφω».


Ο ίδιος ο Ναός επισκίαζε όλα τα υπόλοιπα με την υπερκόσμια λαμπρότητά του. «Με το πρώτο χάραμα», τα αστραφτερά του προαύλια και οι επίχρυσές πύλες του «αντανακλούσαν ένα εξαιρετικά πύρινο θάμβος και ανάγκαζαν όλους όσοι πίεζαν τον εαυτό τους να τον κοιτάξουν να αποστρέψουν το βλέμμα». Στους ξένους -όπως ο Τίτος και οι λεγεωνάριοι του- που έβλεπαν τον Ναό για πρώτη φορά, φάνταζε «σαν χιονοσκέπαστο βουνό». Οι ευσεβείς Εβραίοι ήξεραν ότι στο κέντρο των προαυλίων αυτής της πόλης-μέσα-στην-πόλη στην κορυφή του όρους Μόριά υπήρχε ένα πολύ μικρό δωμάτιο υπέρτατης αγιότητας που δεν περιείχε απολύτως τίποτα. Ο χώρος αυτός ήταν το κέντρο της εβραϊκής ιερότητας: τα Άγια των Αγίων, η κατοικία του ίδιου του θεού.



Ο Ναός του Ηρώδη ήταν ένα ιερό, ήταν όμως κι ένα σχεδόν απόρθητο φρούριο εντός των τειχών της πόλης. Οι Εβραίοι, παίρνοντας θάρρος από την αδυναμία των Ρωμαίων το Έτος των Τεσσάρων Αυτοκρατόρων, και εκμεταλλευόμενοι το απόκρημνο ύψος της Ιερουσαλήμ, τα οχυρωματικά της έργα και τον ίδιο τον λαβυρινθώδη Ναό, αντιμετώπισαν τον Τίτο με επαρμένη αυτοπεποίθηση. Στο κάτω κάτω απέκρουαν τη Ρώμη σχεδόν πέντε χρόνια. Ωστόσο ο Τίτος διέθετε το κύρος, τη φιλοδοξία, τους πόρους και το ταλέντο που χρειάζονταν για να φέρει σε πέρας το έργο που είχε αναλάβει. Βάλθηκε να συρρικνώνει την Ιερουσαλήμ με συστηματική αποτελεσματικότατα και ακαταμάχητη δύναμη. Πέτρες βαλλίστρας, που μάλλον εκσφενδόνιζαν οι στρατιώτες του, βρέθηκαν στις σήραγγες δίπλα στον δυτικό τοίχο του Ναού, απόδειξη της έντασης των ρωμαϊκών βομβαρδισμών. 


Οι Εβραίοι υπερασπίζονταν την πόλη τους πόντο τον πόντο με σχεδόν αυτοκτονική εγκατάλειψη. Ωστόσο ο Τίτος, έχοντας στη διάθεσή του ένα πλήρες οπλοστάσιο από πολιορκητικές μηχανές και καταπέλτες αλλά και την εφευρετικότητα των Ρωμαίων μηχανικών, κατέλαβε το πρώτο τείχος μέσα σε δεκαπέντε μέρες. Οδήγησε χίλιους λεγεωνάριους μέσα από τον λαβύρινθο των αγορών της Ιερουσαλήμ και επιτέθηκε στο δεύτερο τείχος. Οι Εβραίοι όμως έκαναν μια έξοδο και το ξαναπήραν. Χρειάστηκε να γίνει δεύτερη έφοδος. Στη συνέχεια ο Τίτος επιχείρησε να τρομάξει την πόλη βάζοντας τον στρατό του να παρελάσει - με τους θώρακες, τα κράνη, τα σπαθιά ν’ αστράφτουν, τα λάβαρα να ανεμίζουν, τους αετούς να γυαλίζουν, τα «άλογα στολισμένα με πλούσια φάλαρα». Χιλιάδες Ιεροσολυμίτες συγκεντρώθηκαν στις επάλξεις για να παρακολουθήσουν με το στόμα ανοιχτό την επίδειξη αυτή, έκθαμβοι με «την ομορφιά των πανοπλιών τους και τη θαυμαστή παράταξη των ανδρών». Οι Εβραίοι παρέμειναν προκλητικοί, ή ίσως φοβόνταν τόσο πολύ τους πολέμαρχούς τους, ώστε δεν τολμούσαν να μην υπακούσουν στις εντολές τους, και δεν παραδόθηκαν.



Τελικά, ο Τίτος αποφάσισε να περικυκλώσει και να σφραγίσει ολόκληρη την πόλη χτίζοντας ένα τείχος ολόγυρά της. Στα τέλη Ιουνίου, οι Ρωμαίοι έκαναν έφοδο στο Οχυρό Αντωνία, που δέσποζε πάνω από τον ίδιο τον Ναό, και το ισοπέδωσαν, με εξαίρεση έναν πύργο, όπου ο Τίτος έστησε το αρχηγείο του.




Στα μέσα του καλοκαιριού, καθώς στους πυρωμένους, απόκρημνους λόφους φύτρωναν δάση από σταυρωμένα πτώματα με σύννεφα από μύγες γύρω τους, η ίδια η πόλη βασανιζόταν από μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής, αδιάλλακτο φανατισμό, ιδιότροπο σαδισμό και βασανιστική πείνα. Ένοπλες συμμορίες έψαχναν να βρουν κάτι να φάνε. Τα παιδιά άρπαζαν κομματάκια τροφής από τα χέρια των πατεράδων οι μανάδες έκλεβαν το φαγητό από τα ίδια τους τα μωρά. Κλειδωμένες πόρτες σήμαιναν κρυμμένες προμήθειες, και οι πολεμιστές έκαναν έφοδο, ανασκολοπίζοντας τα θύματά τους για να τα αναγκάσουν να αποκαλύψουν τους κρυψώνες με το σιτάρι. 

Αν δεν έβρισκαν τίποτα, γίνονταν ακόμη πιο «βάρβαρα σκληροί», σαν να τους είχαν «εξαπατήσει». Παρότι οι ίδιοι οι πολεμιστές είχαν ακόμα τρόφιμα, σκότωναν και βασάνιζαν από συνήθεια, «για να διατηρήσουν την τρέλα τους σε φόρμα». Η Ιερουσαλήμ σπαρασσόταν από κυνήγια μαγισσών, καθώς οι άνθρωποι κατέδιδαν ο ένας τον άλλο ότι συγκέντρωναν τρόφιμα και πρόδιδαν την πατρίδα. Καμιά άλλη πόλη, έγραψε ο αυτόπτης μάρτυρας Ιώσηπος, «δεν επέτρεψε ποτέ τέτοιες αθλιότητες, ούτε καμιά εποχή έθρεψε μια γενιά πιο καρποφόρα σε μοχθηρία απ’ αυτήν, από καταβολής κόσμου».




Οι νέοι περιφέρονταν στους δρόμους «σαν σκιές, πρησμένοι από τον λιμό κι έπεφταν νεκροί, όποτε τους κατέβαλλε η αδυναμία τους». Οι άνθρωποι πέθαιναν πάνω στην προσπάθειά τους να θάψουν τις οικογένειές τους, ενώ άλλοι θάβονταν απρόσεκτα, παρότι ανέπνεαν ακόμη. Ο λιμός καταβρόχθισε ολόκληρες οικογένειες μέσα στα σπίτια τους. Οι Ιεροσολυμίτες έβλεπαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα να πεθαίνουν «με στεγνά μάτια και ανοιχτά στόματα. Μια βαθιά σιωπή και κάτι σαν θανατηφόρα νύχτα κατέλαβαν την πόλη» - ωστόσο εκείνοι που πέθαιναν το έκαναν «με τα μάτια στυλωμένα στον Ναό». Στους δρόμους υπήρχαν σωροί από πτώματα. Σύντομα, παρά τον εβραϊκό νόμο, κανένας δεν έθαβε πια τους νεκρούς στο μεγαλειώδες αυτό σφαγείο. Ίσως ο Ιησούς Χριστός το είχε προβλέψει αυτό όταν προφήτεψε την επικείμενη Αποκάλυψη λέγοντας «άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς». Καμιά φορά οι επαναστάτες απλώς πετούσαν τα πτώματα από τα τείχη. Οι Ρωμαίοι τα άφηναν να σαπίσουν. 




Ωστόσο οι επαναστάτες εξακολουθούσαν να πολεμούν.
0 ίδιος ο Τίτος, ένας καθόλου ευαίσθητος Ρωμαίος στρατιώτης, που είχε σκοτώσει δώδεκα Εβραίους με την ίδια του τη βαλλίστρα στην πρώτη αψιμαχία, ένιωθε φρίκη και έκπληξη: μπορούσε απλώς να αναστενάζει για να τον ακούν οι θεοί ότι δεν έφταιγε εκείνος για όλα αυτά. «Ο αγαπημένος κι η απόλαυση της ανθρώπινης φυλής» ήταν γνωστός για τη μεγαλοψυχία του. «Φίλοι, έχασα μια μέρα», έλεγε όταν δεν είχε βρει χρόνο να δώσει δώρα στους συντρόφους του. Γεροδεμένος και τραχύς με λακκάκι στο σαγόνι, ευχάριστο στόμα και στρογγυλό πρόσωπο, ο Τίτος είχε αρχίσει να αποδεικνύεται ταλαντούχος διοικητής και δημοφιλής γιος του νέου αυτοκράτορα Βεσπασιανού: η δυναστεία τους, που δεν είχε δοκιμαστεί, εξαρτιόταν από τη νίκη του Τίτου επί των Εβραίων επαναστατών.


Το περιβάλλον του Τίτου ήταν γεμάτο Εβραίους αποστάτες, στους οποίους περιλαμβάνονταν τρεις κάτοικοι της Ιερουσαλήμ - ένας ιστορικός, ένας βασιλιάς και (απ’ ότι φαινόταν) μια βασίλισσα, που μοιραζόταν το κρεβάτι του Καίσαρα. Ο ιστορικός ήταν ο σύμβουλος του Τίτου Ιώσηπος, ένας επαναστάτης Εβραίος διοικητής που είχε αυτομολήσει στους Ρωμαίους και ο οποίος είναι η μοναδική πηγή για την αφήγηση αυτή. Ο βασιλιάς ήταν ο Ηρώδης Αγρίππας Β', ένας πολύ Ρωμαίος Εβραίος, που είχε μεγαλώσει στην αυλή του αυτοκράτορα Κλαύδιου- ήταν ο επιτηρητής του Εβραϊκού Ναού, που είχε χτίσει ο προπάππους του Ηρώδης ο Μέγας, και συχνά έμενε στο ανάκτορό του στην Ιερουσαλήμ, αν και κυβερνούσε διάφορα εδάφη στη βόρεια περιοχή του σύγχρονου Ισραήλ, της Συρίας και του Λιβάνου.


Τον βασιλιά τον συνόδευε σχεδόν σίγουρα η αδελφή του Βερενίκη, κόρη Εβραίου μονάρχη και δύο φορές βασίλισσα λόγω γάμου, που είχε γίνει πρόσφατα ερωμένη του Τίτου. Οι Ρωμαίοι εχθροί της αργότερα την κατήγγειλαν ως «Εβραία Κλεοπάτρα». Ήταν περίπου σαράντα ετών, αλλά «ήταν στα καλύτερά της χρόνια και στο απόγειο της ομορφιάς της», σημείωνε ο Ιώσηπος. Στην αρχή της εξέγερσης, εκείνη και ο αδελφός της, που ζούσαν μαζί (αιμομικτικά, ισχυρίζονταν οι εχθροί τους), είχαν προσπαθήσει να ηρεμήσουν τους Εβραίους με μια ύστατη έκκληση στη λογική. Τώρα οι τρεις αυτοί Εβραίοι παρακολουθούσαν ανήμποροι «τον επιθανάτιο ρόγχο μιας διάσημης πόλης» - η Βερενίκη από το κρεβάτι του καταστροφέα της.


Οι αιχμάλωτοι και οι λιποτάκτες έφερναν νέα από μέσα από την πόλη που αναστάτωναν ιδιαίτερα τον Ιώσηπο, μια και οι γονείς του ήταν παγιδευμένοι εκεί. Ακόμα κι οι πολεμιστές είχαν αρχίσει να ξεμένουν από τρόφιμα, με αποτέλεσμα κι εκείνοι να τσιγκλάνε και να πετσοκόβουν ζωντανούς και νεκρούς, ψάχνοντας για χρυσάφι, για ψίχουλα, για σπόρους, «παραπαίοντας και σκουντουφλώντας σαν λυσσασμένα σκυλιά». Έτρωγαν κοπριές αγελάδας, δέρματα, φλούδες δέντρων, υποδήματα και πολυκαιρισμένο σανό.

 Μια πλούσια γυναίκα, ονόματι Μαρία, έχοντας χάσει όλα τα χρήματα και τατρόφιμά της, παραφρόνησε σε τέτοιο σημείο, που σκότωσε τον ίδιο της τον γιο και τον έψησε, τρώγοντας τον μισό και αφήνοντας τον υπόλοιπο για αργότερα. Το νόστιμο άρωμα ξεχύθηκε στην πόλη. Οι επαναστάτες το μύρισαν, έψαξαν να βρουν από πού προερχόταν και εισέβαλαν στο σπίτι, αλλά ακόμα κι αυτοί οι σκληρόπετσοι εκτελεστές, βλέποντας το μισοφαγωμένο σώμα του παιδιού, «βγήκαν έξω τρέμοντας».


Η παράνοια και οι υποψίες ότι παντού υπήρχαν κατάσκοποι κυβερνούσαν την Αγία Ιερουσαλήμ - όπως αποκαλούνταν στα εβραϊκά νομίσματα. Τσαρλατάνοι που παραληρούσαν και ιεροφάντες που έβγαζαν κηρύγματα στοίχειωναν τους δρόμους, δίνοντας υποσχέσεις για απελευθέρωση και σωτηρία. II Ιερουσαλήμ, παρατήρησε ο Ιώσηπος, ήταν «σαν άγριο θηρίο που έχει λυσσάξει και που, μη βρίσκοντας τροφή, έχει αρχίσει να κατασπαράζει την ίδια του τη σάρκα».


Εκείνη τη νύχτα της 8ης του εβραϊκού μήνα Αβ, όταν ο Τίτος αποσύρθηκε στη σκηνή του, οι λεγεωνάριοι του, ακολουθώντας τις διαταγές του, προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά που εξαπλώθηκε όταν την άναψαν για να λιώσουν το ασήμι. Οι επαναστάτες όμως επιτέθηκαν στους πυροσβέστες- λεγεωνάριους. Οι Ρωμαίοι αντιστάθηκαν κι ανάγκασαν τους Εβραίους να υποχωρήσουν στον Ναό. Ένας λεγεωνάριος, υποκύπτοντας σε μια «θεία οργή», άρπαξε μερικά φλεγόμενα υλικά και, με τη βοήθεια ενός άλλου στρατιώτη που τον σήκωσε ψηλά, έβαλε φωτιά στα παραπετάσματα και στην κάσα ενός «χρυσού παράθυρου», από το οποίο οι φλόγες πέρασαν και στις υπό-λοιπες αίθουσες γύρω από τον ίδιο τον Ναό. Το πρωί, η φωτιά είχε φτάσει στην καρδιά του ιερού αυτού μέρους. Οι Εβραίοι, βλέποντας τις φλόγες να γλείφουν τα Άγια των Αγίων και ν’ απειλούν να τα καταστρέψουν, «έβγαλαν μια δυνατή κραυγή και όρμησαν να τις εμποδίσουν». Ήταν όμως πολύ αργά. Οχυρώθηκαν στην Εσωτερική Αυλή και παρακολούθησαν την καταστροφή εμβρόντητοι και σιωπηλοί.



Μόλις μερικά μέτρα παραπέρα, ανάμεσα στα ερείπια του Οχυρού Αντωνία, ο Τίτος ξύπνησε• πετάχτηκε πάνω και «έτρεξε προς τον Ιερό Οίκο για να σταματήσει τη φωτιά». Το περιβάλλον του, συμπεριλαμβανομένων του Ιώσηπου και, κατά πάσα πιθανότητα, του βασιλιά Αγρίππα και της Βερενίκης, ακολούθησε, ενώ πίσω τους έτρεξαν χιλιάδες Ρωμαίοι στρατιώτες όλοι «κατάπληκτοι». Η μάχη ήταν φρενήρης. Ο Ιώσηπος ισχυρίζεται ότι ο Τίτος διέταξε ξανά να σβήσουν τη φωτιά, αυτός ο Εβραίος δωσίλογος όμως είχε λόγους να δικαιολογήσει τον προστάτη του. Ωστόσο όλοι φώναζαν, η πυρκαγιά εξαπλωνόταν και οι Ρωμαίοι στρατιώτες ήξεραν ότι, σύμφωνα με τους νόμους του πολέμου, μια πόλη που είχε αντισταθεί τόσο πεισματικά περίμενε ότι θα τη λεηλατούσαν.


Προσποιήθηκαν ότι δεν άκουσαν τον Τίτο, και μάλιστα φώναξαν στους συντρόφους τους να ρίξουν κι άλλα αναμμένα δαδιά. Οι λεγεωνάριοι ήταν τόσο βίαιοι, που πολλοί συνθλίφτηκαν ή κάηκαν στον συνωστισμό που προ- κάλεσε η ίδια η λύσσα τους για αίμα και η απληστία τους για χρυσάφι, ενώ επιδόθηκαν σε τέτοιας έκτασης λεηλασίες, που η τιμή του χρυσού σύντομα έπεσε σε όλη την Ανατολή. Ο Τίτος, μη μπορώντας να σταματήσει τη φωτιά, και σίγουρα ανακουφισμένος με την προοπτική της τελικής νίκης, διέσχισε τον φλεγόμενο Ναό μέχρι που έφτασε στα Άγια των Αγίων. Ακόμα κι ο ίδιος ο αρχιερέας επιτρεπόταν να μπει εκεί μόνο μία φορά τον χρόνο. 


Κανένας ξένος δεν είχε μολύνει τον χώρο από την εποχή του Ρωμαίου στρατιωτικού-πολιτικού Πομπήιου το 63 π.Χ. Ο Τίτος όμως κοίταξε μέσα στην αίθουσα και «την είδε, καθώς και τα αντικείμενα που περιείχε, τα οποία θεώρησε σπουδαία», έγραψε ο Ιώσηπος, και μάλιστα «όχι λιγότερο σπουδαία απ’ όσο εμείς οι ίδιοι καμαρώναμε γι’ αυτά». Διέταξε τους εκατόνταρχους να μαστιγώσουν τους στρατιώτες που είχαν συμβάλει στην εξάπλωση της πυρκαγιάς, αλλά «το πάθος τους ήταν υπερβολικά δυνατό». Καθώς η κόλαση έσφιγγε ασφυκτικά τον κλοιό της γύρω από τα Άγια των Αγίων, οι υπασπιστές του Τίτου τον ανάγκασαν να απομακρυνθεί σε απόσταση ασφαλείας«και κανένας δεν τους απαγόρευσε να το πυρπολήσουν» πια.


Οι μάχες μαίνονταν ανάμεσα στις φλόγες: ζαλισμένοι, πεινασμένοι Ιεροσολυμίτες περιφέρονταν χαμένοι και απελπισμένοι μέσα από τις φλεγόμενες πύλες. Χιλιάδες άμαχοι και επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στα σκαλιά του θυσιαστηρίου, περιμένοντας να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων ή απλώς να πεθάνουν. Συνεπαρμένοι, οι Ρωμαίοι τούς έσφαξαν σαν να επρόκειτο για μια μαζική ανθρώπινη θυσία, μέχρι που «γύρω από το θυσιαστήριο στοιβάζονταν πτώματα το ένα πάνω στο άλλο», με το αίμα να κυλάει στα σκαλοπάτια. Δέκα χιλιάδες Εβραίοι πέθαναν μέσα στον φλεγόμενο Ναό.


Οι μεγάλες πέτρες και τα ξύλινα δοκάρια που έσκαγαν έκαναν θόρυβο σαν του κεραυνού. Ο Ιώσηπος παρακολούθησε τον θάνατο του Ναού:
Ο βρυχηθμός των φλογών που απλώνονταν παντού ανακατευόταν με τα βογκητά των θυμάτων και, εξαιτίας του ύψους του λόφου και της έκτασης της πυρκαγιάς, θα έλεγε κανείς ότι καιγόταν ολόκληρη η πόλη. Κι έπειτα ο θόρυβος - δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τίποτα πιο εκκωφαντικό ή πιο τρομερό απ’ αυτό. 

Υπήρχαν οι πολεμικές ιαχές των ρωμαϊκών λεγεώνων που προήλαυναν προς τα πάνω, τα ουρλιαχτά των επαναστατών που είχαν περικυκλωθεί από τη φωτιά και τα σπαθιά, ο συ-νωστισμός των ανθρώπων που, αποκομμένοι από πάνω, είχαν τραπεί σε φυγή πανικόβλητοι για να πέσουν απλώς στα χέρια του εχθρού και οι οιμωγές τους καθώς έρχονταν αντιμέτωποι με τον θάνατο, αναμειγμένες με τους θρήνους και τους κλαυθμούς [εκείνων στην πόλη]. Η Περαία και τα γύρω βουνά συνέβαλλαν με τον αντίλαλό τους, κάνοντας ακόμα βαθύτερο το βουητό. Θα έλεγε κανείς ότι ο λόφος του Ναού έβραζε ολόκληρος, όντας παντού μια μάζα φωτιάς.


Το όρος Μόριά, ένα από τα δύο όρη της Ιερουσαλήμ, όπου ο βασιλιάς Δαβίδ είχε τοποθετήσει την Κιβωτό της Διαθήκης και όπου ο γιος του, Σολομών, είχε χτίσει τον πρώτο Ναό, «ψηνόταν από τη φωτιά σε κάθε του σημείο», ενώ μέσα στον Ναό πτώματα σκέπαζαν τα δάπεδα. Οι στρατιώτες όμως ποδοπάτησαν τα πτώματα, παρασυρμένοι από τον θρίαμβό τους. Οι ιερείς αντιστάθηκαν και μερικοί ρίχτηκαν στη φωτιά. Τώρα οι Ρωμαίοι, βλέποντας ότι ο εσωτερικός Ναός είχε καταστραφεί, άρπαξαν το χρυσάφι και τα έπιπλα, βγάζοντας έξω τη λεία τους, προτού πυρπολήσουν το υπόλοιπο συγκρότημα.



Καθώς καιγόταν η Εσωτερική Αυλή και χάραζε η επόμενη μέρα, οι επαναστάτες που είχαν επιζήσει έσπασαν τις ρωμαϊκές γραμμές και βγήκαν στις λαβυρινθώδεις Εξωτερικές Αυλές, και μερικοί κατάφεραν να διαφύγουν στην πόλη. Οι Ρωμαίοι αντεπιτέθηκαν με ιππικό, σκοτώνοντας τους επαναστάτες και στη συνέχεια καίγοντας τις αίθουσες θησαυρών του Ναού, που ήταν γεμάτες πλούτη από τον φόρο του Ναού, που πλήρωναν όλοι οι Εβραίοι, από την Αλεξάνδρεια έως τη Βαβυλώνα. Εκεί βρήκαν 6.000 γυναικόπαιδα κουλουριασμένα όλα μαζί με μια έκφραση προσμονής: ένας «ψευδοπροφήτης» είχε ισχυριστεί νωρίτερα ότι μπορούσαν να περιμένουν τα «θαυμαστά σημάδια της απελευθέρωσής τους» στον ναό. Οι λεγεωνάριοι απλώς πυρπόλησαν τους διαδρόμους, καίγοντας όλους αυτούς τους ανθρώπους ζωντανούς.


Οι Ρωμαίοι μετέφεραν τους αετούς τους στο Ιερό Όρος, θυσίασαν στους θεούς τους και ανακήρυξαν τον Τίτο IMPERATOR- αρχιστράτηγο. Κάποιοι ιερείς κρύβονταν ακόμη γύρω από τα Άγια των Αγίων. Δύο βούτηξαν στις φλόγες κι ένας κατάφερε να βγάλει έξω τους θησαυρούς του Ναού - τα άμφια του αρχιερέα, τα δύο χρυσά κηροπήγια και σωρούς κανέλα και κάσια, μπαχαρικά που έκαιγαν κάθε μέρα στο Ιερό. Όταν οι υπόλοιποι παραδόθηκαν, ο Τίτος τούς εκτέλεσε, καθώς «ήταν ταιριαστό οι ιερείς να πεθάνουν μαζί με τον Ναό τους».


Η Ιερουσαλήμ ήταν -και ακόμη είναι- μια πόλη σηράγγων. Τώρα οι επαναστάτες εξαφανίστηκαν κάτω από τη γη ενώ διατήρησαν τον έλεγχο του Πύργου του Δαβίδ, του Φρουρίου, και της Άνω Πόλης στα δυτικά. Ο Τίτος  χρειάστηκε άλλον ένα μήνα για να κατακτήσει την υπόλοιπη Ιερουσαλήμ.  Όταν έπεσε, οι Ρωμαίοι και τα βοηθητικά στρατεύματα από τη Συρία και την Ελλάδα «ξεχύθηκαν στους δρόμους. Με το σπαθί ανά χείρας• έσφαζαν αδιακρίτως όλους όσους συναντούσαν κι έκαιγαν τα σπίτια με όλους όσοι  είχαν καταφύγει εκεί μέσα». Τη νύχτα, όταν οι σκοτωμοί σταμάτησαν, «η φωτιά επικράτησε ξανά στους δρόμους».



Ο Τίτος ήρθε σε διαπραγματεύσεις με δύο Εβραίους πολέμαρχους από την άλλη πλευρά της γέφυρας που ένωνε τον Ναό με την πόλη πάνω από την κοιλάδα, τους ζήτησε να παραδίνονταν και, σε αντάλλαγμα, θα τους χάριζε τη ζωή. Εκείνοι όμως συνέχισαν να αρνούνται. Διέταξε να λεηλατηθεί και να πυρποληθεί η Κάτω Πόλη, στην οποία ουσιαστικά κάθε σπίτι ήταν | γεμάτο πτώματα. Όταν οι Ιεροσολυμίτες πολέμαρχοι αναδιπλώθηκαν στο ανάκτορο του Ηρώδη και στο Φρούριο, ο Τίτος έχτισε αναχώματα για να τους υπονομεύσει, και στις 7 του εβραϊκού μήνα 'Ελουλ, στα μέσα Αυγού- στου, οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν στα οχυρά. Οι επαναστάτες συνέχισαν να πολεμούν στις σήραγγες μέχρι που ένας από τους ηγέτες τους, ο Ιωάννης από τα Γίσχαλα, παραδόθηκε (του χάρισαν τη ζωή αν και τιμωρήθηκε με την ποινή ισόβιων δεσμών). Ο άλλος αρχηγός, ο Σίμων μπεν Γιώρα, αναδύθηκε φορώντας έναν λευκό μανδύα από μια σήραγγα κάτω από τον Ναό κι έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στον Θρίαμβο του Τίτου, τον εορτασμό της νίκης του στη Ρώμη.



Στο χάος και στη μεθοδική καταστροφή που ακολούθησαν, ένας κόσμος χάθηκε, αφήνοντας μερικές στιγμές παγωμένες στον χρόνο. Οι Ρωμαίοι έσφαξαν τους γέρους και τους ανάπηρους: το αποσκελετωμένο χέρι μιας γυναίκας που βρέθηκε στο κατώφλι του καμένου σπιτιού της αποκαλύπτει τον πανικό και τον τρόμο• οι στάχτες των επαύλεων στην Εβραϊκή Συνοικία δείχνουν την κόλαση που ξέσπασε. Διακόσια χάλκινα νομίσματα βρέθηκαν σ’ ένα κατάστημα στον δρόμο που περνούσε κάτω από το μνημειώδες κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στον ναό, ένα κομπόδεμα που, κατά πάσα πιθανότητα, κάποιος είχε κρύψει εκεί τις τελευταίες ώρες πριν από την πτώση της πόλης. Σύντομα, ακόμα κι οι Ρωμαίοι κουράστηκαν από τις σφαγές. Οι Ιεροσολυμίτες οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που στήθηκαν στην Αυλή των Γυναικών του Ναού, όπου τους ξεδιάλεξαν: οι μαχητές εκτελεστή καν• οι γεροί στάλθηκαν να δουλέψουν στα αιγυπτιακά ορυχεία- οι νέοι και οι ωραίοι πουλήθηκαν σκλάβοι: άλλους τους επέλεξαν για να σκοτωθούν παλεύοντας με λιοντάρια στην αρένα κι άλλους για να τους επιδείξουν στον Θρίαμβο.



0 Ιώσηπος έψαξε ανάμεσα στους αξιοθρήνητους αιχμαλώτους στις αυλές του Ναού και βρήκε τον αδελφό του και πενήντα φίλους, που ο Τίτος τού επέτρεψε ν’ αφήσει ελεύθερους. Οι γονείς του μάλλον είχαν πεθάνει. Παρατήρησε όμως τρεις φίλους του ανάμεσα στους σταυρωμένους. «Ράγισε η καρδιά μου και το είπα στον Τίτο», που διέταξε να τους κατεβάσουν από τον σταυρό και να τους φροντίσουν οι γιατροί. Μόνο ένας επέζησε.



0 Τίτος αποφάσισε, όπως ο Ναβουχοδονόσορ, να εξαφανίσει την Ιερουσαλήμ. Ήταν μια απόφαση για την οποία ο Ιώσηπος κατηγόρησε τους επαναστάτες: «Η εξέγερση κατέστρεψε την πόλη και οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν την εξέγερση». Η κατεδάφιση του πιο εντυπωσιακού μνημείου του Ηρώδη του Μεγάλου, του Ναού, θα πρέπει να αποτέλεσε πρόκληση για τους μηχανικούς. Οι γιγάντιοι λαξευμένοι ογκόλιθοι της Βασιλικής Στοάς γκρεμίστηκαν στα νέα λιθόστρωτα από κάτω, κι εκεί βρέθηκαν δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα σ’ έναν κολοσσιαίο σωρό, ακριβώς όπως είχαν πέσει, κρυμμένοι κάτω από χαλάσματα αιώνων. Τα ερείπια πετάχτηκαν στην κοιλάδα δίπλα στον Ναό, όπου άρχισαν να γεμίζουν τη χαράδρα, που τώρα είναι σχεδόν αόρατη, ανάμεσα στο Όρος του Ναού και την Πάνω Πόλη. Όμως, τα τείχη στήριξης του Όρους του Ναού, στα οποία συμπεριλαμβάνεται το σημερινό Δυτικό Τείχος, επέζησαν. Τα αρχιτεκτονικά μέλη από τον Ναό του Ηρώδη κι από την πόλη υπάρχουν παντού στην Ιερουσαλήμ, καθώς τα χρησιμοποίησαν ξανά και ξανά όλοι οι κατακτητές και οι χτίστες της Ιερουσαλήμ, από τους Ρωμαίους έως τους Άραβες, από τους σταυροφόρους έως τους Οθωμανούς, για πάνω από χίλια χρόνια μετά.



Κανένας δεν ξέρει πόσοι άνθρωποι πέθαναν στην Ιερουσαλήμ, και οι αρχαίοι ιστορικοί δεν είναι ποτέ σχολαστικοί με τους αριθμούς. Ο Τάκιτος λέει ότι υπήρχαν 600.000 στην πολιορκημένη πόλη, ενώ ο Ιώσηπος ισχυρίζεται ότι ήταν πάνω από ένα εκατομμύριο. Όποιος κι αν είναι ο πραγματικός αριθμός, ήταν μεγάλος, κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν από την πείνα, σκοτώθηκαν ή πουλήθηκαν σκλάβοι



0 Τίτος ξεκίνησε έναν μακάβριο γύρο θριάμβου. Η ερωμένη του Βερενίκη και ο αδελφός της ο βασιλιάς τον φιλοξένησαν στην πρωτεύουσά τους, την Καισάρεια του Φιλίππου, στα σημερινά Υψίπεδα του Γκολάν. Εκεί παρακολούθησε χιλιάδες Εβραίους αιχμαλώτους να πολεμούν ο ένας με τον άλλο -και με άγρια θηρία- μέχρι θανάτου. Μερικές μέρες αργότερα είδε να σκοτώνονται άλλες 2.500 στην αρένα της Καισαρείας της Παραλίου, ενώ πολλοί ακόμα σφάχτηκαν στη Βηρυτό προτού ο Τίτος επιστρέψει στη Ρώμη για να γιορτάσει τον Θρίαμβό του.



Οι λεγεώνες «ισοπέδωσαν την υπόλοιπη πόλη και γκρέμισαν τα τείχη της». 


Ο Τίτος άφησε μόνο τους πύργους του Φρουρίου του Ηρώδη «ως μνημείο της καλής του τύχης». Εκεί η Δέκατη Λεγεώνα έστησε το αρχηγείο της. «Αυτό ήταν το τέλος στο οποίο κατέληξε η Ιερουσαλήμ», έγραψε ο Ιώσηπος, «μια πόλη εξαιρετικής κατά τα άλλα μεγαλοπρέπειας και φημισμένη σε ολόκληρη την ανθρωπότητα».



Η Ιερουσαλήμ είχε καταστραφεί ολοσχερώς έξι αιώνες νωρίτερα από τον Ναβουχοδονόσορα, βασιλιά της Βαβυλώνας. Μέσα σε πενήντα χρόνια από την πρώτη εκείνη καταστροφή, ο Ναός ξαναχτίστηκε και οι Εβραίοι επέστρεψαν. Αυτή τη φορά όμως, μετά το 70 μ.Χ., ο Ναός δεν ξαναχτίστηκε ποτέ - και, με εξαίρεση μερικά σύντομα διαλείμματα, οι Εβραίοι δεν θα κυβερνούσαν ποτέ ξανά την Ιερουσαλήμ για σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια. Ωστόσο, στις στάχτες της συμφοράς αυτής υπήρχαν οι σπόροι όχι μόνο του σύγχρονου ιουδαϊσμού, αλλά και της ιερότητας της Ιερουσαλήμ για τη χριστιανοσύνη και για το ισλάμ.


Στα πρώτα στάδια της πολιορκίας, σύμφωνα μ’ έναν πολύ μεταγενέστερο ραβινικό μύθο, ο Γιοχανάν μπεν Ζακάι, ένας σεβαστός ραβίνος, είχε διατάξει τους μαθητές του να τον βγάλουν από την καταδικασμένη πόλη μέσα σ’ ένα φέρετρο, μια αλληγορία για την ίδρυση ενός νέου ιουδαϊσμού! που δεν θα βασιζόταν πια στη θυσιαστική λατρεία στον Ναό.



Οι Εβραίοι, που συνέχισαν να ζουν στην ύπαιθρο της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας, καθώς και σε μεγάλες κοινότητες σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή και την Περσική Αυτοκρατορία, θρηνούσαν τον χαμό της Ιερουσαλήμ κι τιμούσαν την πόλη για πάντα μετά. Η Βίβλος και η προφορική παράδοση αντικατέστησαν τον Ναό, έλεγαν όμως ότι η Θεία Πρόνοια περίμενε τριάμισι χρόνια στο Όρος των Ελαιών για να δει αν θα ξαναχτιζόταν ο Ναός - προτού αναληφθεί στους ουρανούς. Η καταστροφή είχε επίσης αποφασιστικές συνέπειες για τους χριστιανούς.



Η μικρή χριστιανική κοινότητα της Ιερουσαλήμ, υπό την ηγεσία του Σίμωνα, του εξαδέλφου του Ιησού, είχε διαφύγει από την πόλη προτού την αποκλείσουν οι Ρωμαίοι. Παρότι υπήρχαν πολλοί μη Ιουδαίοι χριστιανοί που ζούσαν σε όλο τον ρωμαϊκό κόσμο, αυτοί οι Ιεροσολυμίτες παρέμειναν μια εβραϊκή αίρεση που προσευχόταν στον Ναό. Τώρα όμως ο Ναός είχε καταστραφεί και οι χριστιανοί πίστευαν ότι οι Εβραίοι είχαν χάσει την εύνοια του Θεού: οι οπαδοί του Ιησού αποσπάστηκαν οριστικά από τη μητρική πίστη, ισχυριζόμενοι ότι ήταν οι δικαιωματικοί κληρονόμοι της ιουδαϊκής κληρονομιάς. Οι χριστιανοί οραματίζονταν μια νέα, ουράνια Ιερουσαλήμ, όχι μια τσακισμένη εβραϊκή πόλη. Τα πρώτα ευαγγέλια, που κατά πάσα πιθανότητα γράφτηκαν αμέσως μετά την καταστροφή, περιέγραφαν πώς ο Ιησούς είχε προφητέψει την πολιορκία της πόλης: «ότε δε ίδητε την Ιερουσαλήμ περικυκλουμένην υπό στρατοπέδων»• και την κα-τεδάφιση του Ναού: «δεν θέλει αφεθή εδώ λίθος επί λίθον». Το κατεστραμμένο Ιερό και η πτώση των Εβραίων ήταν απόδειξη της νέας αποκάλυψης. 



Στη δεκαετία του 620, όταν ο Μωάμεθ ίδρυσε τη νέα του θρησκεία, πρώτα υιοθέτησε εβραϊκές παραδόσεις• προσευχόταν στραμμένος προς την Ιερουσαλήμ, σεβόταν τους Εβραίους προφήτες• επειδή και γι’ αυτόν η καταστροφή του Ναού αποδείκνυε ότι ο Θεός είχε αποσύρει την ευλογία του από τους Εβραίους και την είχε δώσει στο ισλάμ.

Είναι ειρωνικό ότι η απόφαση του Τίτου να καταστρέψει την Ιερουσαλήμ βοήθησε στο να γίνει η πόλη κέντρο ιερότητας για τους άλλους δύο Λαούς της Βίβλου. Από την αρχή, η αγιοσύνη της Ιερουσαλήμ δεν εξελίχθηκε απλώς, αλλά προωθήθηκε από τις αποφάσεις μερικών ανδρών. Γύρω στο 1000 π.Χ., χίλια χρόνια πριν από τον Τίτο, ο πρώτος από τους άνδρες αυτούς κατέλαβε την Ιερουσαλήμ: ο βασιλιάς Δαβίδ.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΑΙΜΟΝ ΣΙΜΠΑΓΚ ΜΟΝΤΕΦΙΟΡΕ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΩΚΕΑΝΙΔΑ,

Christians begin worshipping a tree in Russia after seeing the face of Jesus on its trunk-ΡΩΣΙΑ. ΚΛΑΔΕΨΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΚΙ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ & ΑΓΙΩΝ. ΣΗΜΑΔΙ ΘΕΟΥ;




ΡΩΣΙΑ. ΚΛΑΔΕΨΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΚΙ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ & ΑΓΙΩΝ. ΣΗΜΑΔΙ ΘΕΟΥ;
Ο ένας μετά τον άλλο συρρέουν οι προσκυνητές σε ένα χωριό της Ρωσίας για να δουν από κοντά το "σημάδι του Θεού" στον κορμό ενός δέντρου.
Το περίεργο περιστατικό συνέβη στο χωριό Burmakino στην κεντρική Ρωσία, όταν κηπουροί
κλάδεψαν κάποια δέντρα και σε ένα από αυτά άρχισαν τα σχηματίζονται οι εικόνες του Χριστού και των μαθητών του όπως ισχυρίζονται οι κάτοικοι οι οποίοι εξέλαβαν αυτές τις μορφές πάνω στο δέντρο ως μήνυμα του Θεού.
"Μου φαίνεται ότι ήρθαν σε εμάς γιατί θέλουν να μας πουν κάτι" δήλωσε ένας κάτοικος του χωριού στο οποίο δεν υπάρχουν εκκλησίες από το 1930 που τις κατέστρεψαν κομμουνιστές
Τώρα θεωρούν θαύμα τις μορφές στον κορμό του δέντρου και σπεύδουν στο σημείο για να προσευχηθούν ενώ την ίδια ώρα ξεκινούν οι ετοιμασίες για την επανακατασκευή της εκκλησίας του χωριού.
"Ο άγιος Πατέρας μας μίλησε και τον ακούμε" δήλωσε ένας ιερέας.


Face of Jesus Christ 'appears' on a tree stump in Belfast

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ. Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΘΟΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ.



Ό πόνος της φτώχειας και ό πόθος των γραμμάτων


Ως στρατιώτης ό Κωνσταντίνος Τζαννής, υπηρετεί στις διαβιβάσεις με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Διακρίνεται για την ευσυνειδησία και το ήθος του.


Μετά από ενδεκάμηνο θητεία σπάει σέ κάποιες ασκήσεις το χέρι του και με μεσολάβηση του στρατιωτικού ιερέως, ό όποιος πολύ τον είχε εκτιμήσει, παίρνει διετή αναβολή. Βρίσκει Λοιπόν ευκαιρία και γυρίζει στα θρανία. Επιτέλους, μετά από τόσες περιπέτειες καταφέρνει το 1954 και τελειώνει το Γυμνάσιο. Πήρε και το άπόλυτηριό του από το στρατό, έξαγοράζοντας την υπόλοιπη εννιά μήνη θητεία, «ή δέ διαγωγή αυτού άμεμπτος».


Βρίσκεται πια στα 26 του χρόνια. Κι όμως δεν καταβάλλεται, δεν απογοητεύεται, θέλει να σπουδάσει. Όμως ό πατέρας του είναι ανυποχώρητος: «Δεν μπορώ να σέ βοηθήσω...» Ή οικονομική κατάστασης της οικογένειας, εκείνον τον καιρό είναι τραγική. Οι αδελφές του ανύπανδρες, φτώχεια, και οι σπουδές ήθελαν πολλά λεφτά.


Ή περίοδος τών εισαγωγικών εξετάσεων περνάει κι ό Κωνσταντίνος από πουθενά δεν βλέπει φώς. Πικραμένος με λαχτάρα στρέφεται στον Ουρανό, προσεύχεται, θέλει τόσο πολύ να σπουδάσει... Και ξαφνικά αλλάζει ό πατέρας του απόφαση, επηρεασμένος από κάποιον, πού προσπαθούσε να τού απόδειξη, ότι είναι κρίμα να μην δώση την ευκαιρία αυτή στο γιό του. Όμως, όλες οι Σχολές είχαν τελειώσει τις εισαγωγικές τους εξετάσεις, με το σύστημα, πού γίνονταν τότε. Είχε μείνει μόνο ή Πάντειος. Διάβασε τρεις μέρες ο Κωστής, τόσο περιθώριο είχε, έδωσε και πέρασε.


Έτσι βρέθηκε στην Αθήνα. Φοιτητής, χωρίς πόρους, χωρίς εργασία, χωρίς γνωριμίες. Άρχιζε γι' αυτόν μια αφάνταστη ταλαιπωρία. Δεν είχε χρήματα για να ενοικίαση δωμάτιο- έτσι αναγκάζεται να καταφυγή σέ μια αδελφή της γιαγιάς του, την θεία Πελαγία. Η


Ή θεία του αυτή δούλευε χρόνια σαν υπηρέτρια σέ μια αρχοντική οικογένεια ονόματι Δράκου, πού όμως την εποχή, πού ζήτησε ό Κωνσταντίνο ή την βοήθειά της, είχε οικονομικώς ξεπέσει. Ή καλή του θεία, την οποία  μνημόνευε πάντοτε, παρά ταύτα τού εξασφάλισε διαμονή στο.. φωταγωγώ τού σπιτιού!

Έτσι «ταχτοποιήθηκε» ό φοιτητής. Ό φωταγωγός χρησίμευε ώς αποθήκη  τού σπιτιού κι ήταν γεμάτος παλιά σκονισμένα έπιπλα• όμως αυτό δέ πείραζε και τόσο τον Κωστή. Αυτό, πού τον στενοχωρούσε ήταν, ότι το «δωμάτιο» του ήταν σχεδόν σκοτεινό. Πώς να διάβαση; Αναγκάστηκε να κάθεται στα παγκάκια τού «Βασιλικού κήπου» και να διαβάζει με το φως το! δρόμου.


Όσον αφορά την διατροφή, όπως ό ίδιος έλεγε, πήγαινε κι έκανε τον ψάλτη -έψελνε πολύ ωραία- σέ διάφορες Εκκλησίες και σ' αγρυπνίες, πού γίνονταν σέ σπίτια, κι έτσι εξοικονομούσε κάποια, ελάχιστα βέβαια, χρήματα! Αλλά πού να φτάσουν για φαγητό, ντύσιμο, έγγραφές, βιβλία, και τόσο αλλά, πού χρειαζόταν. Αναγκαζόταν να κάνη φοβερή οικονομία.


Διηγιόταν ό Γέροντας, ότι αγόραζε ένα τριβίδι ψωμί από το φούρνο κι έπειτα πήγαινε σ’ ένα εστιατόριο και ζητούσε μια μερίδα σάλτσα από στιφάδο για να 'ναι φτηνό, κι έτρωγε το ψωμί του, βουτώντας το στη σάλτσα. Τι έκανε πολλές φορές αυτό. Κάποια φορά λοιπόν τού έφεραν μία κανονική μερίδα στιφάδο. Ό νέος ανησύχησε, φώναξε το σερβιτόρο και τού είπε, ότι πρέπει να έχει κάνει λάθος, διότι εκείνος είχε παραγγείλει μόνο σάλτσα! 


Χαμογέλασε ό άνθρωπος: «Όχι, παιδί μου, φοιτητής δεν είσαι; Δεν έκανε λάθος, το αφεντικό σού το στέλνει δωρεάν». Ό καταστηματάρχης ήταν φαίνεται άνθρωπος, πού ήξερε από φτώχεια, είχε καταλάβει τού φτωχού φοιτητή την ανάγκη, και συγκινημένος από τον αγώνα του, τον βοήθησε!
κι άλλες πολλές φορές προσφέροντάς του δωρεάν φαγητό.


Τη δεύτερη χρονιά των σπουδών του έδωσε ξανά εξετάσεις, αυτή τη φορά για να μπει στη Θεολογική Σχολή. Αυτός ήταν ό μεγάλος του πόθος. Κι ενώ έγραψε άριστα σ' όλα τά μαθήματα, όταν έγραφε Λατινικά και τελείωνε, γυρίζει το μελανοδοχείο και χύνεται όλο το μελάνι στην κόλλα του. Ή ώρα δεν τον έπαιρνε πια για να το ξαναγράψει κι έτσι δεν πέρασε Θεολογία.


Μάλιστα θεώρησε το γεγονός αυτό ώς «δάχτυλο Θεού», ότι δηλαδή δεν ήθελε ό Θεός να ασχοληθεί με την Θεολογία, κι έτσι δεν έκανε άλλη προσπάθεια. Είχε όμως, πάντα όπως κι ό ίδιος ομολογούσε πολύ δυνατή πίστη και πολύ ζήλο εις τά «περί πίστεως».

Συνεχίζει λοιπόν τις σπουδές του στην «Πάντειο», πάντοτε με μεγάλες δυσκολίες.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ.
        

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΤΖΑΝΝΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ.






Παιδικά χρόνια

I. «Ματαία είναι κατ' άλήθειαν ή ζωή μας, το πρόσκαιρο Αγάθο, κι ή ευμορφία τον κόσμον τούτον, οι βραχύταταις χαραίς κι άπόλαυσες της ταραχώδους και κυμαινομένης ταύτης ζωής, και μόνοι καλότυχοι όσοι απαρνούνται τον κόσμον και τά τον κόσμον, δια τον Κύριον και περιπατούσι την στενήν και τεθλιμμένη όδόν τήν ουράνιον...»
(Αγάπιου μοναχού τού Κρητός, « Αμαρτωλών Σωτηρία»
(κεφ. ΛΑ')



Το δωδεκάχρονο, Λεπτοκαμωμένο αγόρι με τά κατάμαυρα σπινθηροβόλα μάτια, διάβαζε μεγαλόφωνα από το παλιό, ξεσχισμένο βιβλίο. Διάβαζε και μια ολόκληρη παρέα παιδιών, άκουγε με προσοχή.
I Ό μικρός Κωνσταντίνος, το πέμπτο από τά οκτώ παιδιά τού Γρηγόρη Τζαννή, από τότε, που βρήκε παραπεταμένη μια παλιά ξεσχισμένη «Αμαρτωλών Σωτηρία», κάθε τόσο έβρισκε ευκαιρία, εκεί στα λειβάδια, πού πήγαιναν τά παιδιά τού χωριού να βοσκήσουν τά ζωντανά των γονιών τους, να τούς διαβάσει και κάτι απ' το «θησαυρό» του, κι έπειτα να προσπαθεί να τούς εξηγεί, τί σήμαιναν τά λόγια τού βιβλίου.



Όλοι στο χωριό του, το μικρό Κεραμούτσι στο Μαλεβίζι Ηρακλείου, τον θεωρούσαν «φωτισμένο», «εκλεκτό τού Θεού». Κι αυτό, γιατί το παιδί αυτό, πού γεννήθηκε μια Κυριακή πρωί στις 16 Νοεμβρίου τού 1928, εκτός από την φυσική του ευφυΐα και τη φοβερή μνήμη, πού τον διέκρινε, τούς είχεόλους στ' αλήθεια προβληματίσει με την πολλή του ευλάβεια προς τά θεία την μεγάλη του αγάπη για την Εκκλησία, τις Ακολουθίες, «τ' αγιωτικά».  Από μικρό παιδί τού άρεσε, όταν τ' άλλα παιδιά έπαιζαν, ή κάθονταν με τούς μεγάλους στις βραδινές βεγγέρες και διασκέδαζαν, να κλείνεται μόνος στο σπίτι και να κάνη μετάνοιες. Όμως, όπως διηγιόταν αργότερα ό ίδιος, όχι μόνον πολλοί χωριανοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον ζήλο του αυτό, γιατί νόμιζαν, πώς θα ξελογιάσει τά παιδιά τους με τά «καλογερικά» του, αλλά ακόμα κι αυτοί οι δικοί του δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τη| θέρμη της πίστεώς του, τούς άγιους πόθους του.

Οι γονείς του ήταν ευσεβείς βέβαια, όπως όλοι οι απλοί χωρικοί της Κρήτης, αλλά δεν είχαν αυτόν τον ξεχωριστό ζήλο, πού έβλεπαν στο μικρό Κωνσταντίνο. Όλα τ' αδέλφια του ήταν ζωηρά, γεροδεμένα κι είχαν το νου τους, όπως όλα τά παιδιά, στα παιχνίδια και στις σκανδαλιές. Τούτος, ό Κωστής, ήταν διαφορετικός. Λεπτοκαμωμένος, ευαίσθητος, ήρεμος και πράος, δεν ήθελε τίποτε άλλο, παρά μόνο να κλείνεται στο σπίτι, να διαβάζει και να μετανίζη. Κι αυτά τ' αδέλφια του παραξενεύονταν. Ό πατέρας του, κάπου ανησυχούσε με την συμπεριφορά τού γιού του. Πίστευε πώς τά| πολλά - πολλά με τη θρησκεία, είναι για τις γυναίκες μόνο. Προσπαθούσε λοιπόν με ειρωνείες και φοβέρες ν' «άναμαζώξη»  τά μυαλά τού γιού του. Ό μικρός όμως Κωστής, όλα τ' αψηφούσε. Μόλις άκουγε καμπάνα, πρώτος έτρεχε στην εκκλησία μόλις έβρισκε βιβλίο θρησκευτικό, εξαφανιζόταν. 
Κάθε τόσο τον έχαναν. Πήγαινε στα ξωκλήσια, άναβε τά καντήλι προσευχόταν, έκανε μετάνοιες. Τέλος τον βαρέθηκαν «αυτός ζει στον κόσμο του» έλεγαν κι ούτε στη δουλειά τον έπαιρναν μαζί τους, στα χωράφια. Ήταν και φιλάσθενος, λεπτεπίλεπτος τον άφηναν λοιπόν στο σπίτι να  βοηθά την μάνα του.


Ή μάνα του, ή κυρά-Είρήνη, προσπαθούσε κι αυτή, μάταια βέβαια, να τον  εμποδίζει, απ' αυτά τά «καμώματά» του. Αλλά ή ζέσις της ψυχής του ήταν τόση, πού τίποτε απολύτως, δεν μπορούσε να την ψυχράνει.
Έτσι κρυφά-κρυφά ονειρευόταν ερημητήρια κι ασκητές, πολλές φορές σκέφτηκε να πάρει λίγα παξιμάδια, να πάει να κρυφτή σέ κάποιο βουνό, απ'  τά πολλά της Κρήτης, καινά γίνει ασκητής! Κάποτε μάλιστα, στα δεκατρία του ξεσήκωσε δύο χωριανάκια του, και ξεκίνησαν για την Ιερά Μονή Κουδουμά με σκοπό να γίνουν καλόγεροι. Αλλά το εγχείρημα απέτυχε, και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω, όταν οι δύο φίλοι του, μόλις έφτασαν στο Βενεράτο κι άρχισε να νυχτώνει, έβαλαν τά κλάματα.
Στο σχολείο ήταν καλός μαθητής, άριστος. Ή δασκάλα του υπεραγαπούσε το Κωστάκι, όχι μόνον γιατί ήταν ευφυέστατος, αλλά πιο πολύ, γιατί ήταν ένα παιδί γεμάτο Αγάπη, καλοσύνη κι ευαισθησία. Είχε πάνω του μια «αρχοντιά» ψυχική.

Φτωχόπαιδο ό ίδιος τού άρεσε να χαρίζει άχτι είχε στα άλλα παιδιά, παρ' όλο πού εισέπραττε τά μαλώματα τών γονιών του. Την κατοχή, πού το ψωμί ήταν λίγο και στα χωριά ακόμη, ό μικρός Κωστής έπαιρνε κάθε τόσο, μια «κριθοκουλούρα» από το σπίτι τους και την πήγαινε, κρυμμένη κάτω απ' τά ρουχαλάκια του, κρυφά-κρυφά στην φτωχή γειτόνισσα, πού δεν είχε ψωμί να δώση στα παιδιά της.


Από μικρό παιδί, μέχρι πού έφυγε από αυτή τη ζωή, τον χαρακτήριζε αυτή ή συμπόνια. Είχε ελεήμονα, συμπάσχουσα καρδία. Αργότερα θα σκορπά τον μισθό του σέ ελεημοσύνες κι όταν πια δεν θα 'χη χρήματα, θα δίνη κι αυτά τά ρούχα του, τις κουβέρτες του, οτιδήποτε!


Συμπονούσε κι αυτά τά ζώα ακόμα, τ' αγαπούσε, και στεναχωριόταν πολύ όταν έβλεπε κάποιον να τά κακομεταχειρίζεται. Δεν ήθελε να σκοτώνουν, ούτε κι αυτά τά βλαβερά ή ενοχλητικά έντομα κι ερπετά. Μετά από πολλά χρόνια, Πνευματικός πια, θα συμβουλεύει: «Μην τά σκοτώνετε. Αυτά τά καημένα, δεν έχουν να χαρούν, παρά μονάχα αυτή την ζωή την πρόσκαιρη. Μην τούς την στερείτε. Ό θεός δεν τούς έχει χαρίσει, όπως στον  άνθρωπο, αθάνατη ψυχή».


Το 1940 τελειώνει το Δημοτικό σχολείο τού χωριού του. Ό μικρός Κωστής αγαπούσε με πάθος τά γράμματα, όμως ούτε σκέψης δεν γινόταν για να πάει Γυμνάσιο. Αφ' ενός ή κατοχή, αφ' ετέρου ή φτώχεια τών γονιών του, τού έκλειναν τον δρόμο. Όμως οι δύο αυτές αγάπες του, ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν. Ή φιλομάθεια κι ή άσβεστη δίψα του για το θείον, το «άκρον άγαθόν». Θα τον συνοδεύσουν σ' όλη του τη ζωή, έως τέλους.

Έτσι έμεινε στο χωριό, κοντά στους δικούς του, συμμετέχοντας, ότι μπορούσε, στο μόχθο της αγροτικής ζωής. Όμως, ό πόθος του για την άσκηση, τον μοναχισμό, δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Εκμεταλλευόταν κάθε παραμικρή ευκαιρία για να απομονώνεται, να προσεύχεται, να κάνη μετάνοιες, να διαβάζει βίους Αγίων κι άχτι άλλο «άγιωτικό» βιβλίο έβρισκε.


Έτσι «πυρπολημένος» φεύγει το 1945 κι έγκαταβιώνει στην 'Ιερά Μονή  Σαββαθιανών, πού τότε ήταν άνδρώα. Ό τότε Ηγούμενος, πατήρ Καλλίνικος, τον όποιο πάντα μνημόνευε στην Πρόθεσι και στο κομποσκοίνι του  ό Γέροντας, μ' ευγνωμοσύνη κι Αγάπη, έως το τέλος της ζωής του, το δέχτηκε φιλόστοργα και τον περιέβαλλε με πολλή Αγάπη. Όπως ομολογούσε ό ίδιος ό Γέροντας, όλοι στο μοναστήρι, αλλά και στο χωριό Ρογδιά πού είναι εκεί κοντά, υπεραγαπούσαν το «Κωστάκι». Εκεί έμαθε και να ψέλνει και να διαβάζει καλογερικά. Εκεί ό καλός πατήρ Καλλίνικος τού έκανε και τά πρώτα του «στιβάνια».


Όμως ό πειρασμός, πού σίγουρα διαισθανόταν την πνευματική δύναμη τού νέου, δεν τον άφησε ήσυχο ούτε κι εκεί. Ξεσήκωσε τούς δικούς του, πού επιτέλους, μετά από έξι μήνες κατάφεραν να φέρουν τον Κωστή στο χωριό,  με πρόφαση τον γάμο της αδελφής του. Όταν πήγε στο χωριό, έπεσαν όλοι επάνω του, ό Κωστής ζαλίστηκε, δεν άντεξε στον πειρασμό κι υποχώρησε 


Πείσθηκε να μείνει στο χωριό. Όταν μετά από καιρό «άνάνηψε» και θέλησε να γυρίσει στο μοναστήρι, δεν τον δέχτηκαν.
Όμως ή φλόγα άναψε τώρα περισσότερο δίνει λοιπόν το 1946 εξετάσεις στην Ιερατική σχολή Χανίων κι έρχεται πρώτος έπιλαχών. Έτσι έμεινε κάπου ένα μήνα στη Μονή Γουβερνέτου. Για να μπόρεση όμως ν' αντιμετωπίσει καλύτερα τά έξοδα, μεταγράφηκε, με το νόμο, πού τότε ίσχυε, στο «Καπετανάκειο Γυμνάσιο Ηρακλείου.


Όμως ή έφεσης του για τον μοναχισμό ποτέ δεν τον εγκαταλείπει. Μόλις έχει τελειώσει την πρώτη τάξι και το καλοκαίρι γνωρίζεται με κάποιο Αγιορείτη μοναχό πατέρα Εύστράτιο, αγιογράφο, από την Μικρή Αγία Άννα. Οι δικοί του, ειδικά ή μητέρα του, κίνησε «γη κι ουρανό», και τελικά κατάφερε με την βοήθεια ενός αστυνομικού, συγγενή τους, να τον φέρει πίσω.


Ό Γέροντας έλεγε, ότι παρ' όλο πού ό Γέροντας του τού έκανε πολύ σκληρή, ασκητική ζωή, δεν ήθελε να φύγει. Τότε είδε ένα όραμα: Σαν να βρισκόταν στην εκκλησία της Σκήτης. Ξαφνικά εμφανίζεται ό σατανάς, τον άρπα απ' το γιακά και τον πετά έξω από την εκκλησία. Εκεί ένα πλήθος μοναχών έκανε λιτανεία. Άλλοι λαμπροφορεμένοι κι άλλοι κατάμαυροι. Απέναντι σ' ένα δέντρο, βλέπει την Παναγία μας και τού λέει: «Τώρα θα φυγής, αλλά θα ξανάρθεις αργότερα. Δεν με αφήνει ή μητέρα σου ήσυχη.» Τότε ό Κωστής κοίταξε κατά την θάλασσα κι είδε την μητέρα του βυθισμένη μέχρι το λαιμό μέσα στα κύματα, να παλεύει.


Την επομένη ακριβώς ήμερα τον βρήκε ή αστυνομία, πού τον αναζητούσε και τον έστειλε πίσω στην Κρήτη, στο χωριό του.
Ήταν ήδη Δεκέμβριος. Πήγε λοιπόν ξανά στο Γυμνάσιο, στη Δευτέρα τάξη Έδωσε το Φεβρουάριο εξετάσεις και πέρασε τά μαθήματα. Έτσι συνέχισε μέχρι την Πέμπτη τάξι, πού όταν την τελείωσε, πήγε στρατιώτης.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ.
        

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΧΑΙΔΑΡΙΟΥ























Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΟ.


ΟΤΑΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΟΡΦΥΡΙΟ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΩ ΤΟΝ ΘΕΟ ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.


ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΗΝ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ .


ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΒΕΒΑΙΩΘΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΗ Η ΟΠΟΙΑΠΕΡΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑ. ΜΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΣΩΠΟΝ


ΙΕΡΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ( ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ) ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ



ΤΟ ΚΕΛΛΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΤΖΑΝΝΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ-




ΤΟ ΚΡΕΒΒΑΤΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΠΝΟΗ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ ΠΟΥ ΑΝΑΠΑΥΟΤΑΝ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΞΑΠΛΩΣΕΙ.

O ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΤΖΑΝΝΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ.



ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΕΙ Η ΣΙΩΠΗ.



«Κοινωνική δικαιοσύνη και βασιλεία του Θεού» π. Ευάγγελος Γκανάς


Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του.


Εὐφροσύνη καὶ ψυχικὴ ἀγαλλίαση ἀνέδιδε σὲ ὅλους μας ἡ συναναστροφὴ μὲ τὴ μακαριστὴ Γερόντισσα Εὐφροσύνη, τὴ διδασκάλισσα Ἡγουμένη τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους στὶς Λεῦκες, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καρυστίας.











(Τεσσαρακονθήμερον Ἀρχιερατικὸν Μνημόσυνον)

Ἐξ Εὐφροσύνης ἐς Εὐπραξίαν

Εὐφροσύνη καὶ ψυχικὴ ἀγαλλίαση ἀνέδιδε σὲ ὅλους μας ἡ συναναστροφὴ μὲ τὴ μακαριστὴ Γερόντισσα Εὐφροσύνη, τὴ διδασκάλισσα Ἡγουμένη τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους στὶς Λεῦκες, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καρυστίας. Ὁ λόγος της πάντα διδακτικός, πάντοτε «ἅλατι ἠρτυμένος» (Κολ. δ΄ 6) μᾶς φτέρωνε καὶ ἡ συνέπεια τῶν πράξεών της μᾶς παρότρυνε, νὰ τὴν μιμηθοῦμε καὶ νὰ εὐφρανθοῦμε ἀπὸ τὴν ἄρρητη χαρὰ ποὺ μόνο ὁ Χριστός μας δίνει σὲ ὅλους μας ποὺ τηροῦν ἀπαρέγκλιτα τὶς ἐντολές Του, ὅπως ἐκείνη.


Ὅταν μιλᾶμε γιὰ θεϊκὸ ἔρωτα ὁ νοῦς μας πηγαίνει στὴ μακαριστὴ Γερόντισσα. Σ’ αὐτὴν ποὺ ἡ καρδιά της ἦταν δοσμένη σ’ Ἐκεῖνον, τὸν οὐράνιο Νυμφίο της, κτυποῦσε στὸ ρυθμὸ τῆς ἀτελεύτητης μακαριότητος, μετροῦσε τοὺς σφυγμούς της μὲ μέτρο τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν ἀκένωτη προσφορὰ ἀγάπης πρὸς τὸν κάθε ἕνα, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἔβλεπε τὸν ἴδιο τὸν ἀγαπημένο της Νυμφίο. Ἡ Γερόντισσα Εὐφροσύνη ἀνάπνεε μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ παναγίου Ὀνόματός τοῦ Κυρίου μας καὶ ζοῦσε μὲν στὴ γῆ, ἀλλὰ εἶχε τὸ πολίτευμά της στὸν οὐρανό, ὅπως καὶ τοῦ Ἀποστόλου μας Παύλου (Φιλιπ. γ΄ 20). Μὲ τὰ χοϊκά της μάτια ἔβλεπε τὶς ὀμορφιὲς τῆς κτιστῆς φύσεως καὶ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς της ἔβλεπε τὰ ἀγαθά «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄ 9). Ἡ Γερόντισσα «πᾶσαν τὴν μέριμναν»(Ψαλμ. 54, 22) εἶχε ἐπιρρίψει ἐπὶ τὸν Κύριον καὶ μέσα ἀπὸ τὶς ἑκούσιες στερήσεις ὕφαινε τὸν χιτώνα τῆς αἰώνιας χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, τῆς χαρᾶς τῶν Ἀγγέλων. Μὲ αὐτὴν τὴν πληρότητα θεϊκῆς εὐφροσύνης ἡ φερώνυμη Γερόντισσα πρὶν σαράντα ἡμέρες μεταδημότευσε γιὰ τὴν ἄλυπη ζωή, κοντὰ στὴν ὄντως χαρά, τὸν ἀγαπημένο της Ἰησοῦ.


Ἡ Γερόντισσα Εὐφροσύνη, ἡ μεγάλη διδασκάλισσα, γνώριζε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ὑπομένει. Γνώριζε νὰ μεταποιεῖ τὶς θλίψεις σὲ χαρὲς μὲ τὴ ράβδο τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης, ποὺ «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 8) στὸν ἀγαπημένο της Νυμφίο, στὸν Κύριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου γνωρίζοντας ὅτι «ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκομεν τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ῥωμ. ιδ΄ 8).


Ἔχοντας πρότυπο ἡ Γερόντισσα, καθὼς καὶ ἡ διάδοχός της, νῦν Γερόντισσα Εὐπραξία, τὴ μεγάλη ὁσιακὴ μορφὴ τοῦ Ὁσίου Ἀμφιλοχίου τοῦ Μακρῆ, παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ὁποίου ἀμφότερες ἐφοίτησαν, καλλιέργησε μὲ τὴ χάρη του τὸν ἐσωτερικό της κόσμο, ἐπτέρωσε τὸ νοῦ της πρὸς τὶς ἐπάλξεις τῆς ἄνω πόλεως καὶ διαμόρφωσε χαρακτήρα διακοσμημένο μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς προσφορᾶς, τῆς νυχθημέρου ἀσκήσεως, τῆς νηπτικῆς ζωῆς καὶ τῆς καρδιακῆς προσευχῆς.


Ἡ Γερόντισσα ἐφάρμοζε πιστὰ τοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν. Ἦταν «διδακτική» (Α΄ Τιμ. γ΄ 2) στοχεύοντας στὴν οἰκοδομὴ τῶν πλησίον καὶ προσπαθοῦσε νὰ ὠφελεῖ κάθε ἕνα ποὺ τὴν πλησίαζε μὲ τὶς συμβουλές της, μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς της, μὲ τὴν ἀγάπη της. Ἦταν φιλόξενη ἐφαρμόζοντας τὴν προτροπὴ τοῦ Παύλου: «Τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε» (Ἑβρ. ιγ΄ 2) καὶ κένωνε πάντοτε τὸν ἑαυτό της στὴν ὑπηρεσία αὐτῶν ποὺ εἶχαν ἀνάγκη, ποὺ βρίσκονταν σὲ δυσκολίες, ποὺ ζητοῦσαν ἕνα λόγο παρηγοριᾶς. Γνώριζε νὰ συγχωρεῖ, νὰ μακροθυμεῖ, νὰ ἀνέχεται, νὰ ὑπομένει. Ὅλα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.



Ἡ Γερόντισσα Εὐφροσύνη, ἡ ἀρχόντισσα τοῦ πνεύματος, ἀποδήμησε πρὸς Κύριον, Αὐτὸν ποὺ ἀπὸ παιδὶ ἀγάπησε καὶ γιὰ χάρη Του ἐγκατέλειψε κάθε ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρη χαρὰ καὶ τιμή. Ἡ εὐλογημένη της μοναστικὴ ἀδελφότητα ὀρφάνεψε, ἀλλὰ ὁ Κύριός μας, ποὺ καθορίζει τὸ μέλλον ὅλων μας καὶ μεριμνᾶ γιὰ τὴ σωτηρία μας ἔστειλε στὸ πόδι της ἄλλη πνευματικὴ τροφὸ καὶ μητέρα. Ἡ ταπεινὴ μορφὴ τῆς μοναχῆς Εὐπραξίας ἐξελέγη ἀπὸ ὅλες τὶς μονάζουσες ἡ νέα τους Ἡγουμένη. Ὥριμη στὴν ἀσκητικὴ βιοτὴ ἡ νέα Γερόντισσα θὰ συνεχίσει νὰ πληροῖ μὲ πνευματικὴ εὐφροσύνη τὶς ψυχὲς τῶν συνασκητριῶν της. Ἄλλωστε, καθ’ ὅσον γνωρίζουμε τῆς ἀρέσει τὸ ὡραῖο, ἡ τάξη, ἡ εὐπρέπεια, τὸ νοικοκυριό, ἡ καθαριότητα. Εἶναι τύπος εὐπραξίας καὶ τόσο τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ὅσο καὶ οἱ καρδιὲς τῶν μοναζουσῶν καὶ ἡ κατακάθαρη δική της θὰ συνεχίσει νὰ λάμπει, ὅπως ἔλαμπε καὶ στὶς ἡμέρες τῆς μακαριστῆς Γερόντισσας Εὐφροσύνης.



Οἱ ἀξέχαστες πνευματικὲς στιγμὲς τῆς προσωπικῆς μου συναναστροφῆς μὲ τὴ Γερόντισσα Εὐφροσύνη, στιγμὲς ποὺ πληροῦσαν τὴν καρδιά μου μὲ εὐφροσύνη ἀνείπωτη καὶ φόρτιζαν τὶς ἄδειες πνευματικές μου μπαταρίες μὲ τὴ χάρη ποὺ κατοικοῦσε μέσα της, εἶμαι σίγουρος ὅτι θὰ ἐπαναληφθοῦν μὲ τὴ Γερόντισσα Εὐπραξία, ποὺ γνωρίζει πολὺ καλὰ νὰ πράττει τὰ πάντα «εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν» (Α΄ Κορ. ιδ΄ 40). Ἡ Γερόντισσα Εὐφροσύνη ἀπὸ τὸν οὐρανὸ θὰ πρεσβεύει γιὰ ὅλους μας καὶ γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη συνέχεια τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος τῶν μοναζουσῶν τῆς Μάνδρας της μὲ τὴν ἄξια διάδοχό της, τὴ Γερόντισσα Εὐπραξία. Αὐτὴ ποὺ σήμερα ἀπὸ τὰ σεπτὰ χέρια τοῦ Ἁγίου Ἐπισκόπου Καρυστίας, Σεβασμιωτάτου κ. κ. Σεραφείμ, ἐνθρονίσθηκε καὶ ἔλαβε τὸ σκῆπτρο τῆς Ἡγουμενίας τῆς Μονῆς τῶν Λευκῶν σὲ διαδοχὴ τῆς μακαριστῆς Ἡγουμένης Εὐφροσύνης καὶ μίμηση τῆς ἐκείνης θεοφιλοῦς πολιτείας.


Καλὸ Παράδεισο, ἀοίδιμε Γερόνισσα Εὐφρσύνη!
Καλὴ καὶ ἄξια διακονία ψυχῶν, ἀξιοσέβαστη Γερόντισσα Εὐπραξία!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. ΠΑΤΗΡ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΦΟΥΝΤΑΣ


Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ Η ΝΕΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ.


ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ .


ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ.


ΚΑΥΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΟΡΓΙΖΟΥΝ ΤΟ ΘΕΟ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ.




ΚΩΝ/ΝΟΣ ΓΑΝΩΤΗΣ ΓΙΑΤΙ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ


ο Βυζάντιο όπως το είδαν οι Άραβες.




Οι Εναλλακτικές Εκδόσεις και η Ελληνολιβανική Πολιτιστική Ένωση σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου:

Το Βυζάντιο όπως το είδαν οι Άραβες

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Κονδύλη Ελένη, καθηγήτρια Παν/μίου Αθηνών
Δημητρακόπουλος Φώτης, καθηγητής Παν/μίου Αθηνών
Κελέρμενος Νίκος, επιμελητής της έκδοσης
και η συγγραφέας:
Νάντια Μαρία Ελ Σέιχ

Θα συντονίσει ο εκδότης Γιώργος Καραμπελιάς
Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Φουάντ Αμπντούλ Μάλακ
γραμματέας της Ελληνολιβανικής Πολιτιστικής Ένωσης.

Τη Δευτέρα 6 Οκτωβρίου και ώρα 19:30,
στον χώρο πολιτισμού Ξενοφώντος 4, στην πλ. Συντάγματος.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΚΥΡΙΑ ΑΘΗΝΑ ΣΙΔΕΡΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.ΝΕΑ ΕΚΠΟΜΠΗ.29/09/14


Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΠΤΩΜΑ.






Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΠΤΩΜΑ

Ένας ηγεμόνας είχε στην υπηρεσία του ένα νέο αλλά σοφό δάσκαλο. Κάποτε τον έστειλε πρεσβευτή στη Γαλλία. Ό δάσκαλος ήταν και μεγάλος ευεργέτης, μα τις αγαθοεργίες του τις έκανε κρυφά. Έφυγε λοιπόν. Στο δρόμο είδε σέ μια άκρη, καθώς περνούσαν με την ακολουθία, ένα πτώμα πού κειτόταν γυμνό στη γη. Απομακρύνθηκε λίγο κι είπε στους υπηρέτες του:

—     Προχωρήστε εσείς, μή με περιμένετε.
Κι άμα προχώρησαν, αυτός γύρισε πίσω, έβγαλε το ένα από τά
δύο πουκάμισά του κι έντυσε τον νεκρό. Ύστερα πήγε να συναντήσει τούς υπηρέτες του.
Έφτασαν σέ μια πόλη. Στη μέση μιας πλατείας σέ μια λακκούβα γεμάτη λάσπη ήταν πεσμένος ένας παράλυτος ζητιάνος. Κανένας δεν τον σήκωνε. 

Κανένας δεν τον ελεούσε. Ό δάσκαλος, όμως, ξεπέζεψε, τον τράβηξε έξω από τη λακκούβα και του έδωσε ένα φιορίνι.
Ύστερα πήρε το καράβι για τη Γαλλία, αλλά ξέσπασε θαλασσοταραχή και το καράβι βούλιαξε. Ξαφνικά, παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος, άρπαξε το δάσκαλο και τον έβγαλε στη στεριά. Και τότε του είπε:

—     Είμαι ό ζητιάνος πού έβγαλες από τη λάσπη. Έτσι σου ανταποδίδω τά ίδια.

Όταν έφτασε στη Γαλλία εκπλήρωσε την αποστολή πού του είχε αναθέσει ό ηγεμόνας του και γύρισε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, καθώς διέσχιζε μια πλατεία καβάλα στο άλογό του, αυτό έπεσε και τον έριξε. Κι ό καημένος έσπασε το πόδι του.

Έτρεξε ό βασιλιάς με τούς στρατιώτες του, τον σήκωσαν και τον πήγαν στο παλάτι. Φώναξαν τούς γιατρούς, μα κανένας δεν μπόρεσε να τον γιάνει.
Ό δάσκαλος είχε έναν πιστό δούλο πού κοιμόταν πάντα κοντά του. Τον έστειλε, λοιπόν, να κρυφακούσει τί έλεγαν οι χειρουργοί.
Τούς άκολούθησε, λοιπόν, καθώς έβγαιναν από το παλάτι και τούς άκουσε να λένε:

—     Ας ξανάρθουμε αύριο. ’Αν μάς επιτρέψει να του κόψουμε το πόδι κάτω από το γόνατο, ίσως τον σώσουμε. Αλλιώς θα πεθάνει και δεν πρέπει ούτε να τον αγγίξουμε.
Ό δούλος γύρισε κλαίγοντας και του τά είπε όλα. Κι αυτός, σαν τ’ άκουσε, είπε:

—     Προτιμώ να πεθάνω, παρά να ζήσω μ’ ένα πόδι.
Έκλαψε πολύ, ώσπου στο τέλος τον πήρε ό ύπνος. Ό δούλος είχε πλαγιάσει στο πάτωμα, στην άκρη του κρεβατιού.
Τά μεσάνυχτα, ένας άντρας με λευκό πουκάμισο ήρθε και κάθισε πλάι στο δάσκαλο, τον χαιρέτησε και τον ρώτησε πώς πάει το πόδι του.

—     Δείξε μου που χτύπησες, του είπε, για να καταλάβω πώς πάς. ’Έλυσε τούς επιδέσμους κι υστέρα έβγαλε από την τσέπη του ένα
κουτί με αλοιφή. Πήρε λίγη στις άκρες τών δαχτύλων του κι έτριψε το πόδι.

—     Κούνησε το! είπε στο δάσκαλο.
Και πραγματικά, το πόδι κινήθηκε. Ό άγνωστος το ξανατρίψε με το φάρμακό του.

—     Σήκω και στηρίξου πάνω μου! του όρισε.
Ό δάσκαλος δίσταζε. Μα ό ξένος επέμενε και τον έβαλε να σηκωθεί και να στηριχτεί πάνω του. Ύστερα, τον ξάπλωσε και του Έτριψε το πόδι για τρίτη φορά.

—     Τώρα σήκω και περπάτα. Έγινες καλά.
Κι ό δάσκαλος βάδισε όπως και πρώτα. Ό άγνωστος του είπε:


—     Είμαι ό γυμνός νεκρός πού βρήκες στο δρόμο σου και πού τον σκέπασες με το πουκάμισό σου. Σου ανταποδίδω την καλή σου πράξη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ. ΣΟΥΛΚΧΑΝ ΣΑΜΠΑ ΟΡΜΠΕΛΙΑΝΙ