Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Εκδρομή στο ακρωτήριο Σούνιο το 1857




Λίγες μέρες μετά την άφιξη μου στην Αθήνα, είχαμε σχεδιάσει να επισκεφθούμε τον περίφημο εξάστυλο ναό του Σουνίου αλλά ο χειμώνας ανάγγειλε την άφιξη του με απειλητικό τρόπο. Από το Νοέμβρη ο βοριάς φύσαγε ασταμάτητα και το χιόνι σκέπαζε τη γη. Ο Γιάννης μας συμβούλεψε να στείλουμε τα άλογα στην Κερατέα και να μας μεταφέρει μέχρι εκεί με αμάξι, πράγμα που θα μας επέτρεπε να πάμε και να 'ρθουμε σ' ένα εικοσιτετράωρο. Στις 12 Δεκεμβρίου αποφασίσαμε μαζί με το Γεώργιο Τυπάλδο ότι θα φεύγαμε την επομένη μετά το θέατρο. Την άλλη μέρα, όταν η «τραβιάτα» είχε βγάλει την τελευταία τρίλια της και είχε αφήσει τον τελευταίο της αναστεναγμό, κουλουριάστηκε ο καθένας μας τυλιγμένος στο παλτό του σε μια γωνιά του αμαξιού, σιγοτραγουδώντας ένα από τα ελεγειακά ρεφραίν του έργου. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχε υπάρξει τόσο παγωμένη και τόσο θλιμμένη νύχτα. Από τις κορυφές της Πάρνηθας ο άνεμος σάρωνε το χιόνι και εκτόξευε παγωμένα κύματα· οι φανοί της οδού Αιόλου κούναγαν πέρα δώθε θρηνητικά τα αμυδρά τους φώτα.

Δεν αργήσαμε ν' αφήσουμε το δρόμο και να μπούμε στα χωράφια. Σε κάθε πέρασμα κάποιου χειμάρρου, σε κάθε πήδημα του αμαξιού θρηνούσαμε για την ανυπαρξία οδικών έργων κι αναγκαστήκαμε πολλές φορές να κατεβούμε, για να βοηθήσουμε στο τράβηγμα των δυο ισχνών ψωραλόγων του αμαξιού. Τέλος φάνηκε ο ήλιος ανάμεσα στον Υμηττό και την Πεντέλη· αλλά έλιωσε το χιόνι και μαλάκωσε το έδαφος. Έτσι, λίγο με την άμαξα, λίγο με τα πόδια φθάσαμε μετά κόπων και βασάνων στην Κερατέα.

Η Κερατέα είναι ένα αξιόλογο κεφαλοχώρι σε μια μαγευτική τοποθεσία στην πλαγιά ενός βουνού.

Η χαμηλή αίθουσα, στην οποία μπήκαμε, για να ξεκουραστούμε, όσο θα σέλωναν τα άλογα, ήταν ένα μοναδικό κράμα βρωμιάς και μεγαλείου. Στους σαρακοφαγωμένους πάγκους οι χωρικοί κάθονταν ακίνητοι και σοβαροί. Δύο νέες κοπέλες με κανονικά χαρακτηριστικά άπλωναν μπροστά τους ένα φτωχό γεύμα. Δεν μπορούμε να φανταστούμε το μεγαλοπρεπές παράστημα και την ωραία εμφάνιση όλων αυτών των ανθρώπων, και μπροστά σ' αυτό το θέαμα προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε, αν όχι να καταλάβουμε, το στομφώδες ύφος του Πουκεβίλ και τις ηχηρές φράσεις του κ. Σατωβριάνδου.

Αφήνοντας την Κερατέα, ακολουθούμε την κατωφέρεια του βουνού, μέχρι να φθάσουμε σ' ένα δασώδες οροπέδιο με πεύκα και μυρίκη. Από τη θάλασσα, που γεμίζει τον ορίζοντα, αναδύονται τα νησιά της Ελένης,191 της Κέας, της Κύθνου και της Σερίφου. Στο πρώτο νησί φυτρώνει το ηλιάνθεμο, που σχηματίστηκε από τα δάκρυα της Ελένης. Το λουλούδι είναι τόσο όμορφο, που όλοι φθάνουν να πιστεύουν πως τα δάκρυα της εξόριστης βασίλισσας ήταν δάκρυα χαράς. Η Κέα, η σύγχρονη Τζια, είναι πλούσια σε κρασιά. Η Κύθνος έχει θερμά νερά και η Σέριφος μεγάλη φήμη για την καλλιέργεια κρεμμυδιών.

Κατεβαίνοντας από εκεί, φθάνουμε στην παραλία του Πόρτο-Μαντρί,192 όπου τα θεμέλια ενός πενταγωνικού οικοδομήματος και δυο ή τρεις κορμοί κιόνων μαρτυρούν ότι πρόκειται για ναό, τελευταίο σημάδι του Θορικού, μιας απ' τις δώδεκα ιωνικές πολιτείες.

Από εκεί ως το Λαύριο βαδίζουμε δίπλα στη θάλασσα, κατά μήκος ενός βαλτώδους εδάφους, που διακόπτεται εδώ κι εκεί από μπουκέτα ροδοδάφνες, οι οποίες αποπνέουν μια δυνατή οσμή ρομαντισμού. Όταν φθάνουμε στην κορυφή που βλέπει το ναό του Σουνίου, μας πιάνει κάτι σαν ίλιγγος. Ο αγωγιάτης μας που ήταν και ξεναγός μας, δεν ήξερε θετικά αν λάτρευαν στο Σούνιο τον Ποσειδώνα ή την Αθηνά. Κι εγώ δεν ξέρω, ούτε και οι αρχαιολόγοι ξέρουν περισσότερα. Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι ένας βοσκός, καθισμένος στη μέση των ερειπίων, ο οποίος και εκπέμπει στην Αφροδίτη μια μακρόσυρτη και σοβαρή ψαλμωδία. Κι αν η φωνή του ήταν φάλτσα, το συναίσθημα όμως που τον καθοδηγούσε, ήταν αληθινό.

Η μέρα είχε προχωρήσει αρκετά, όταν επιστρέψαμε, και, για να κόψουμε δρόμο, περάσαμε μέσα από πυκνά θαμνόδεντρα.

Μετά από δίωρη πορεία μέσα από λοξά μονοπάτια, αντικρύσαμε και πάλι την Κερατέα. Ο αμαξάς μας, μας περίμενε πολύ υπομονετικά, συζητώντας πολιτικά. Ο ερχομός ενός Αθηναίου είναι θείο δώρο για τους ανθρώπους της υπαίθρου, που δεν έχουν ούτε δρόμο επικοινωνίας ούτε ταχυδρομείο και ζουν αγνοώντας τελείως όσα διαδραματίζονται στην πρωτεύουσα. Όταν φεύγαμε, μας ξεπροβόδισαν με ευχές για το ταξίδι μας, που περατώθηκε αργά τη νύχτα, μετά από εικοσιτέσσερις ώρες κούρασης.

ΒΙΒΛ.ΕΝΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 1857. A.PRUST.

Δεν υπάρχουν σχόλια: