Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΤΟ 1857



Τα προάστια των Αθηνών - Η ληστεία στην Ελλάδα -Το Δαφνί - Η Ελευσίνα - Ο Σκαραμαγκάς - Ο Πειραιάς -Ένας σεισμός.


Εάν ρωτήσετε έναν Αθηναίο αν υπάρχουν ληστές στην Ελλάδα, δε θα απαντήσει ούτε ναι ούτε όχι. Θα σας πει, όπως ο LASSAGNE, «υπάρχουν και δεν υπάρχουν», δηλ. υπάρχουν, χωρίς να έχουμε. Στην Αττική υπάρχουν ληστές όχι μόνιμα αλλά συχνά.

Ωστόσο εμείς γυρίσαμε την περιοχή, χωρίς να μας συμβεί κανένα ατύχημα. Μια από τις μεγάλες απολαύσεις της αθηναϊκής ζωής είναι ο περίπατος με άλογο· για την ιππασία μας διαλέγαμε τις περισσότερες φορές το δρόμο της Θήβας. Βγαίνοντας από την πόλη, ακολουθούσαμε το ιερό δάσος που διέσχιζε η πομπή της Ελευσίνας, και σε μερικά λεπτά φθάναμε στο Δαφνί. Αυτό το μέρος είναι πολύ ευχάριστο το μεσημέρι με τη ζέστη και από το λόφο με τα σκιερά πεύκα που δεσπόζει στην περιοχή, μπορούμε να στοχαστούμε την αστάθεια των ανθρώπινων πραγμάτων, μια και δυο βήματα παρά πέρα υψώνεται μια μονή βυζαντινού ρυθμού που έχει οικοδομηθεί πάνω σ' ένα ρωμαϊκό κτίσμα που με τη σειρά του κι αυτό έχει ανεγερθεί σε βάσεις αρχαίες ελληνικές. Στο εσωτερικό της μονής, που ήταν ο άγιος Διονύσιος της οικογένειας DE LA ROCHE ο κ. ΒUCHON έκανε ανεκτίμητες ανακαλύψεις για τους Γάλλους δούκες της Αθήνας, που αναφέρει στην ιστορία του.

Ένα χιλιόμετρο πιο πέρα βρίσκεται η παραλία του Σκαραμαγκά, από όπου στρογγυλεύει ο κόλπος της Ελευσίνας· τα βουνά που τον περικλείουν, τον κάνουν να μοιάζει με λίμνη. Η γαλανή επιφάνεια μοιάζει παραμυθένια, καθώς οι τελευταίες αχτίδες του ηλίου παλεύουν με τις πρώτες σκιές του σκοταδιού κι όλα τα χρώματα και τα σχήματα τυλίγονται στον αέρα της αβεβαιότητας που αφήνει χώρο, για να πετάξει η φαντασία μας.

Οι γέρικες μυρτιές που γέρνουν προς τη θάλασσα, δεν αντηχούν πια από το θόρυβο των τύμπανων αλλά τέτοια ώρα ακούγεται πάντα κάτι σαν αναστεναγμός ανάμεσα από το φύλλωμα. Ο χριστιανισμός δεν ξερίζωσε τελείως τους μυθικούς φιλοξενούμενους του δάσους.

Σ' ένα βιβλίο για τη μετεμψύχωση διάβασα πως οι ψυχές των φιλοσόφων κατοικούσαν συχνά μέσα στο σώμα των ερωδιών. Στις όχθες μιας αλμυρής λίμνης βρίσκεται ένας λευκός ερωδιός που θα πρέπει να ήταν ένας γέρος σκεπτικιστής. Κάθε φορά που περνούσα από εκεί, του πέταγα μια πέτρα στο σκελετωμένο σώμα του, αλλά κάθε φορά πετούσε κι έφευγε περιπαικτικά. Αυτό το παράξενο πουλί είναι το μόνο ζωντανό πλάσμα στη στενή πεδιάδα που φθάνει μέχρι την Ελευσίνα.

Στο χωριό αυτό είχαμε την τύχη να πέσουμε πάνω σ' ένα βλάχικο γάμο. Ο δρόμος είχε γεμίσει. Οι ταράτσες των σπιτιών, οι φεγγίτες, τα περιζώματα ήταν γεμάτα από περίεργους. Χρειάστηκε να πιούμε με όλους τους συγγενείς και να γίνουμε στόχος των πειραγμάτων όλου του κατάπληκτου κόσμου.

Σύμφωνα με ένα έθιμο οι Αρβανιτοπούλες φορούν όλη τους την περιουσία, περασμένη σε χρυσά νομίσματα γύρω απ' το κεφάλι τους. Αυτό το μοναδικό έθιμο εξασφαλίζει τους συζύγους ώστε να μην εξαπατώνται ποτέ στο οικονομικό ζήτημα.

Ένα πρωί που είχαμε πάει στο Σκαραμαγκά, αντί να στρίψουμε προς την Ελευσίνα, ακολουθήσαμε την περιφέρεια του κόλπου μέχρι τον Πειραιά. Ο DUNOYER χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την ιππευτική του δεινότητα, για να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του αλόγου του, και ο φίλος μας ο Τυπάλδος όλη την ευφράδεια του, για να αποσπάσει την προσοχή μας από τις καυτές ακτίνες του ηλίου που έπεφταν στο κεφάλι μας. Ήμαστε στις πρώτες μέρες της άνοιξης. Κάτω από το ζεστό και διάφανο φως όλα μπουμπούκιαζαν και άνθιζαν χαρούμενα.

Στην αρχή — αν θυμάμαι καλά — αποκάλεσα τον Πειραιά χωριό. Ευτυχώς, το συνειδητοποίησα εγκαίρως και ζήτησα συγγνώμη από τους κατοίκους του. Ο Πειραιάς είναι πόλη. Έχει πεζοδρόμια, φανούς, ξενοδοχεία, καφενεία, κομψά ζαχαροπλαστεία με τοιχογραφίες ιταλικού στυλ σε χαρούμενα χρώματα, κυρίους επίσημα ενδεδυμένους και κυρίες με καπέλα. Ο Πειραιάς λοιπόν είναι μια πόλη, και αν δεν το αναγνώριζα, θα ήταν αχαριστία εκ μέρους μου, γιατί εκείνη την ημέρα μας έκανε θριαμβευτική υποδοχή. Η προκυμαία ήταν πλακοστρωμένη και καμιά δεκαπενταριά παιδιά έτρεχαν μπροστά από τα άλογα μας. Τα νεαρά κορίτσια ήταν στα παραθύρια τους και sonetti d` amore, όμοια με πεταλουδίτσες φτερούγιζαν στον αέρα.

«Κάνει πολύ ζέστη σήμερα». Αυτό ήταν το ρεφραίν που ακούγαμε απ' όλες τις μεριές. Πραγματικά είχε τόση ζέστη, που την επόμενη μέρα έγινε σεισμός. Ποτέ δε θα ξεχάσω εκείνη την κρίσιμη ώρα. Ήμαστε στο τραπέζι και είδα τον απέναντι μου ν' ανεβαίνει, να κατεβαίνει, έπειτα να ξανανεβαίνει, κάνοντας απεγνωσμένα σταυροκοπήματα· terre moto! Terre moto! φώναζαν τ' αγόρια, βάζοντας το στα πόδια.

Στο ξενοδοχείο της Ανατολής μόνο λίγη σάλτσα ήταν χυμένη πάνω στο τραπέζι. Αλλά ένα τμήμα της πόλης της Κορίνθου καταστράφηκε.


ΒΙΒΛ.ΕΝΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 1857.

Δεν υπάρχουν σχόλια: