Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ Γ- 5ο σκαλοπάτι: «Οικονομική» και «απαθής» χρήση (ή διαχείριση) της μικρής ιδιοκτησίας





Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ Γ-

5ο σκαλοπάτι: «Οικονομική» και «απαθής» χρήση (ή διαχείριση) της μικρής ιδιοκτησίας

Ή μικρή ατομική περιουσία (ιδιοκτησία), ή ό μικρός ατομικός πλούτος είναι το τελευταίο σκαλοπάτι της φυσικής κατάστασης για τη χρήση των υλικών αγαθών. Αλλά είναι το μεταίχμιο μεταξύ της φυσικής και της παραφύση κατάστασης στο θέμα της χρήσεως των υλικών αγαθών. Δηλαδή είναι (μετέχει και) στην παραφύση κατάσταση. Ή λέξη «πλούτος» (δηλαδή περιουσία) έχει μέσα της (και ετυμολογικά) την έννοια της «πλησμονής» («πλέον τού δέοντος»), της υπερβολής. Ξεπερνάει δηλαδή την πραγματική - φυσική κατάσταση, πού είναι ή αυτάρκεια (για την ικανοποίηση των υλικών αναγκών).

Δηλαδή αυτός πού έχει έστω μικρή περιουσία (μικρός πλούτος) ζει συνέχεια σ' ένα ψυχικό (πνευματικό) κίνδυνο, γιατί ό πλούτος εύκολα παρασύρει τον ιδιοκτήτη του στην κατάχρηση εξουσίας.

Ή μικρή περιουσία, αν την προσέξουμε απ' την άποψη της ψυχολογίας και της ηθικής, παρουσιάζεται με δύο μορφές, πού ή μια είναι το τελευταίο σκαλοπάτι της φυσικής κατάστασης και ή άλλη είναι ένα σκαλοπάτι στην παραφύση κατάσταση. Στην πρώτη μορφή έχουμε τον «οικονομικό» χριστιανό, στη δεύτερη μορφή έχουμε τον «απολαυστικό» άνθρωπο. Τούς όρους αυτούς τούς χρησιμοποίησε πρώτος ό Μ. Βασίλειος. 'Η «απαθής» και «εμπαθής» χρήση της περιουσίας πάλι είναι όροι, πού πρώτος τούς χρησιμοποίησε ό Μάξιμος ό 'Ομολογητής.

Ή πρώτη μορφή είναι ό συνειδητός χριστιανός, πού δεν ξέρει μόνο θεωρητικά, πώς είναι διαχειριστής -«οικονόμος Θεού» στη γη, αλλά το ζει κάθε στιγμή. Βλέπει πώς το έργο του είναι δύσκολο ηθικά και επικίνδυνο, αλλά δεν το εγκαταλείπει. Ελπίζει όμως και επικαλείται συνέχεια τη θεία Χάρη για να τον προστατεύσει απ' τούς ηθικούς κινδύνους, πού συνέχεια αντιμετωπίζει. Νοιώθει πώς έχει μια ικανότητα-τάλαντο απ' το Θεό για τη διοίκηση και διαχείριση οικονομικών υποθέσεων. Αποδέχεται το τάλαντο αυτό απ' το Θεό, θέλει κι ό ίδιος να το εξασκήσει και έχει πλήρη συνείδηση πώς θα δώσει λόγο των πράξεων του στο Θεό.

Ή δεύτερη μορφή είναι ό βαπτισμένος χριστιανός, πού βρίσκεται συνέχεια στην αμαρτία σχετικά με τη διαχείριση του πλούτου και γι' αυτό είναι παραφύση κατάσταση.
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τον Αβραάμ, τον Ιώβ, τον Απόστολο Βαρνάβα κλπ. και είναι μια φυσική κατάσταση. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε τον Άνανία και τη Σάπφειρα, τον άφρονα πλούσιο της παραβολής και άλλους, και είναι μια παραφύση κατάσταση.

Για την περίπτωση του «οικονομικού» χριστιανού νομίζω πώς είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα τού μοναχού Ησαΐα, πού έζησε τον δ αιώνα μ.Χ. και τον αναφέρει ό Παλλάδιος Έλενουπόλεως στη Λαυσαϊκή ιστορία. Ό Ησαΐας με την κληρονομιά τού πατέρα του ίδρυσε ένα μοναστήρι με λίγους μοναχούς, πού είχε για σκοπό του να περιποιείται τούς άρρωστους, τούς γέροντες, τούς φτωχούς και τούς ξένους. Ώστε την περιουσία του και τις ικανότητες του τις χρησιμοποίησε για την εξυπηρέτηση των άλλων, ενώ ένοιωθε σαν «οικονόμος» Θεού κι όχι σαν ιδιοκτήτης.

Ό Μ. Βασίλειος λέει πώς «ή εντολή τού Κυρίου έξεπαίδευσε τούς πιστούς όχι για να πετάνε τα υπάρχοντα τους και να φεύγουν, αλλά να τα διαχειρίζονται καλά». Γιατί ό πλούτος «στους μεν έχει δοθεί απ' το Θεό για να τον διαχειρίζονται..., για δε τούς πιο μηδαμινούς είναι μια πρόκληση να καλυτερέψουν τη συμπεριφορά τους... Γιατί ό πλούτος δεν τούς δόθηκε για απόλαυση, αλλά για διαχείριση». Κι ό Χρυσόστομος λέει: 

«Ό πλούτος είναι καλός, όχι όμως ό οποιοσδήποτε, άλλ' εκείνος πού δεν έχει αμαρτία». Και ό «πλούτος τότε μπορεί να γίνει καλός γι' αυτόν πού τον έχει, όταν δεν τον ξοδεύει μόνο για απόλαυση, ούτε για μεθύσι και βλαβερές προσωπικές ευχαριστήσεις, άλλ' όταν, αφού μέτρια απολαύσει τη ζωή, τα υπόλοιπα τα μοιράζει στους πεινασμένους». Ό δε Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός συμπληρώνει: «Για να αγιαστούν τα υπάρχοντα σου πρέπει να χρησιμοποιηθούν ανάλογα με το θέλημα του Χριστού, μ' αυτά να επικοινωνήσεις μ' αυτούς πού δεν έχουν». Ό Κύριλλος ό Ιεροσολύμων απαντώντας σε εξτρεμιστικές αντιλήψεις της εποχής του λέει: «Ό πλούτος, το χρυσάφι και το ασήμι δεν είναι τού διαβόλου, όπως νομίζουν μερικοί». «Γιατί όλος ό κόσμος των χρημάτων είναι για τον πιστό, για δε τον άπιστο ούτε δεκάρα», όπως λέει ό Σολομών. Τίποτα δεν είναι πιο αναξιόπιστο απ' το διάβολο». 


Λοιπόν, λέει ό Γρηγόριος ό Νύσσης, τα υλικά αγαθά «να τα χρησιμοποιείς, αλλά να μη τα παραχρησιμοποιής • γιατί αυτό σε δίδαξε κι ό Απόστολος Παύλος». Κι ό Χρυσόστομος τα καθαρίζει: «Κι αν χρήματα έχεις και πολλά κτήματα, να τα χρησιμοποιείς έτσι σαν να 'σαι περαστικός πού σε λίγο θα τα εγκαταλείψεις, θέες δε θέες», τότε «ούτε ό φτωχός θα δακρύζει για τη φτώχεια του, ούτε ό πλούσιος θα χαίρεται για τον πλούτο του».


Αποφθεγματική είναι ή έκφραση της Συνόδου της Γάγγρας της Μ. Ασίας τού 343 (;) μ.Χ.: «Πλούτον μετά δικαιοσύνης και εύποιΐας, ουκ έξουθενούμεν». Γιατί, όπως λέει ό Ευσέβιος ό Αλεξανδρείας: «Ας μην κατηγορούμε τον πλούτο, αφού δεν διευθύνει ό πλούτος τον άνθρωπο, άλλ' ό άνθρωπος διευθύνει τον πλούτο, και τον κάνει ωφέλιμο, καθώς έχει γραφεί και στις Παροιμίες (ιβ' 8). Ό πλούτος είναι καλός σ' αυτούς πού τον διαχειρίζονται καλά».


Παραδείγματα έχουμε σ' όλες τις εποχές. Μετά την ίδρυση της πρώτης Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα, ό Απόστολος Βαρνάβας, όσο μπορούμε να ξέρουμε, είναι ό πρώτος πού παρουσίασε τον εαυτό του σαν «οικονόμο»-διαχειριστήή της περιουσίας του θεού. Το παράδειγμα τού Βαρνάβα το μιμήθηκαν κι άλλοι χριστιανοί, κι έτσι φθάσαμε στο πρώτο κοινόβιο της χριστιανικής Εκκλησίας. Την Ίδια αντίληψη τη βλέπουμε στη διαχείριση της περιουσίας των μοναστηριών (των κοινοβίων δηλαδή μονών).


Αλλά και μεταξύ των ευσεβών λαϊκών υπάρχει αύτη ή σκέψη, έστω κι αν δεν επιδεικνύεται. Γνώρισα στη ζωή μου πολλούς, τέτοιους λαϊκούς-κοσμικούς χριστιανούς πού την περιουσία τους την χρησιμοποίησαν «οικονομικά» -σαν διαχειριστές της περιουσίας του Θεού.


Στις ήμερες μας λ.χ. ένας εργοστασιάρχης στην Αθήνα (με μικρό εργοστάσιο), πού δεν είχε παιδιά, ήταν συνειδητός χριστιανός και «οικονομικός» μικρός πλούσιος. Κάθε μήνα έπαιρνε για τη συντήρηση του έναν καλό μισθό. Λίγο περισσότερο απ' τον καλύτερο υπάλληλο του. Απ' αυτά έδινε προσωπικές δωρεές σε πρόσωπα ή σε συλλογικά κοινωφελή έργα. Την περιουσία της ανώνυμης εταιρείας, πού ήταν ό μεγαλύτερος μέτοχος και κατ' ουσία απόλυτος διαχειριστής, τη διαχειριζόταν με αίσθημα χριστιανικής ευθύνης απέναντι στο Θεό. Δηλαδή: Απ' τα κέρδη της επιχείρησης έδινε: σε κοινωφελείς συλλογικές προσπάθειες μέρισμα στους εργάτες και στους υπαλλήλους- έκτακτες παροχές χωρίς χρονοτριβή και διατυπώσεις σε κάθε εργάτη ή υπάλληλο πού τού συνέβαινε κάτι έκτακτο σ' αυτόν ή σε μέλος της οικογενείας του (γάμος, αρρώστια κλπ.) προίκιζε όλες τις εργάτριες του εργοστασίου του.


 Κι όλ' αυτά άσχετα με τις τακτικές παροχές, το Ι.Κ.Α. κλπ. Όταν λ.χ. έμαθε πώς ό περιοδεύων αντιπρόσωπος του αρρώστησε ενώ βρισκόταν σε επαρχιακή πόλη, αμέσως του 'στειλε χρήματα (έκτακτη ενίσχυση), και είπε στο βοηθό του: «Ξέρεις τί είναι να 'σαι μόνος κι άρρωστος; Τουλάχιστον να 'χει χρήματα». Την κάθε περίπτωση τού άλλου την έπαιρνε σαν προσωπική - δική του. Ήταν ένας πραγματικός χριστιανός, δηλαδή ένας πραγματικός άνθρωπος.
Θα μού πείτε, βέβαια, πώς τέτοιοι χριστιανοί - άνθρωποι είναι ένα σπάνιο φαινόμενο. Σωστό. Κι ό επίσκοπος Αμάσειας Αστέριος, πού έζησε στις αρχές τού 5ου αιώνα μ.Χ. το ίδιο έλεγε: «Είναι ανεξήγητο πώς μπορεί ό άνθρωπος ν' αποκτήσει ένα σωρό πλούτη χωρίς αμαρτία έκτος αν βέβαια συμβεί κάποια σπάνια περίπτωση, όπως ό Ιώβ, πού και να πλουτίσει κανείς πολύ και να ζει με απόλυτη δικαιοσύνη...». Να μια σπάνια περίπτωση: «Άνθρωπου τινός πλουσίου εύφόρησεν ή χώρα», λέει ό Χριστός στην παραβολή τού άφρονα πλούσιου. Μέχρι εδώ δεν αναφέρει ό Χριστός τίποτα το αμαρτωλό. Πιο έπειτα όμως ή σκέψη τού πλούσιου τον κάνει αμαρτωλό - άφρονα πλούσιο.


Συμπληρώνει μάλιστα ό Αστέριος: «Αν με δίκαιο τρόπο αποκτήσεις τον πλούτο, να τον χρησιμοποιήσεις όπως πρέπει, σαν τον μακαρίτη τον Ιώβ. Αν μ' άδικο τρόπο τον απέκτησες, σαν να τον είχες αιχμάλωτο μοίρασε τον στους πρώην κυρίους του, πού τούς έξεβίασες. (Δώσε τους) ή το ποσόν πού τούς πήρες, ή με το παραπάνω, όπως έκανε ό Ζακχαίος. Αν δεν έχεις πλούτη, μην αποκτήσεις με κακό τρόπο. Γιατί εσύ μεν κατανάγκην θα εφοδιαστείς με την πικρή αμαρτία, ενώ την απόλαυση της περιουσίας σου, άλλοι θα την κληρονομήσουν, πού κι εσύ δεν ξέρεις ποιοί θα 'ναι».
Δηλαδή ό χριστιανός πλούσιος, όπως λέει ό Κλήμης, οφείλει «να είναι μετριόφρων και να ζει με σωφροσύνη, μόνο το Θεό να ζητάει να πλησιάσει, να αναπνέει μόνο για το Θεό, και να φέρεται σύμφωνα με το θέλημα τού Θεού: Αυτός στέκεται μπροστά στις εντολές τού Θεού φτωχός, ελεύθερος από πάθη, αήττητος απ' την αμαρτία, υγιέστατος πνευματικά, άτραυμάτιστος απ' την αγάπη στα χρήματα». Γι' αυτό «να διδάσκονται οι εύποροι πώς δεν πρέπει να παραμελούν τη σωτηρία της ψυχής των, σαν να έχουμε προκαταδικασεί, ούτε πάλι να εξαφανίσουμε τον πλούτο, ούτε να τον καταδικάσουμε σαν προδότη και εχθρό της ζωής μας, αλλά να μάθουμε πώς και με ποιό τρόπο να τον χρησιμοποιήσουμε για ν' αποκτήσουμε αιώνια ζωή».



Όπως είπε βέβαια ό Ιησούς: «είναι δύσκολο πλούσιος άνθρωπος να μπει στη βασιλεία των ουρανών,... γιατί είναι ευκολότερο να περάσει μια γκαμήλα απ' την τρύπα μιας βελόνας παρά πλούσιος να μπει στη βασιλεία τού Θεού». Ερμηνεύοντας ό Κλήμης τη συμπεριφορά τού πλούσιου νέου όταν ό Χριστός τού είπε: «Πήγαινε και πούλησε όσα έχεις και μοίρασε τα στους φτωχούς...», γράφει: Ό Ιησούς «δεν διατάσσει να πετάξουμε την υπάρχουσα περιουσία και να απομακρύνουμε τα χρήματα, όπως πρόχειρα ερμηνεύουν μερικοί τα λόγια τού Χριστού, αλλά διατάσσει τις αντιλήψεις πού έχουμε για τα πλούτη να πετάξουμε απ' την ψυχή μας, δηλαδή τη συμπάθεια μας γι' αυτά, τις φροντίδες, τα αγκάθια αυτά της ζωής μας, πού πνίγουν το σπόρο της χριστιανικής ζωής...». «Ώστε κανένας να μην εξαφανίζει περισσότερο τα κτήματα του από τα πάθη της ψυχής του, πού δεν συγχωρούν την καλύτερη χρήση των υπαρχόντων του, για να μπορέσει, αφού γίνει τέλειος, να χρησιμοποιήσει και τα κτήματα του για το καλό. Ή συμπεριφορά αυτή, το να απαρνηθεί δηλαδή όλα τα υπάρχοντα του και να τα πουλήσει, πρέπει να δεχθούμε πώς εφαρμόζεται στα ψυχικά πάθη».


«Χρήματα ζητάς; (λέει ό Χρυσόστομος). Δείξε μου πώς περιφρονείς τα λίγα για να σε πιστέψω πώς δεν θα υποδουλωθείς στα πολλά. Αν όμως ούτε τα λίγα δεν περιφρονείς, πολύ περισσότερο δεν θα περιφρονήσεις τα πολλά». Γιατί όπως λέει ό Νείλος και ό Χρυσόστομος: «Σε τούτο διαφέρουμε απ' τούς απίστους, στο ότι έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις για τα διάφορα θέματα... Ό άπιστος (ειδωλολάτρης) βλέπει τον πλούτο και μένει κατάπληκτος απ' το θαυμασμό του. Βλέπω κι εγώ ό χριστιανός τον πλούτο, τον κορόιδεψα περιφρονώντας τον... Αλλιώτικα λοιπόν βλέπουν τα πράγματα οι χριστιανοί κι αλλιώτικα οι ανόητοι άπιστοι - ειδωλολάτρες». Δηλαδή, συμπεραίνει ό Ισίδωρος: «Υπερηφανεύεσαι για την ομορφιά και τα πλούτη. Φαίνεται πώς περιφρονείς αυτούς πού δεν τα 'χουν, ξεχνώντας, πώς είσαι διακοσμημένος μ` ένα χορτάρι πού γρήγορα μαραίνεται. Και βαστάς σφιχτά τα χρήματα, όπως το νερό, πού αλλουνού είναι κι αλλουνού κήπο ποτίζει, και πάλι άλλου αναπηδά και πλημμυρίζει. 



Λοιπόν ή κράτα τα κτήματα με τη σκέψη πώς δεν μπορείς να τα εμπιστευθείς, όπως τη σκιά, τον καπνό και τούς άνεμους, ή ξέρε να τα εμπιστεύεσαι τόσο όσο τη σκιά, τον καπνό και τούς άνεμους».
Στην επί τού όρους ομιλία του ό Ιησούς είπε: «Μη πολυφροντίζετε και μη λέτε: Τί θα φάμε και τί θα πιούμε ή τί θα ντυθούμε; Γιατί όλ' αυτά τα επιδιώκουν οι ειδωλολάτρες. 

Ό Πατέρας σας ό ουράνιος ξέρει πώς έχετε ανάγκη απ' όλ' αυτά. Ζητάτε (λοιπόν) πρώτα τη βασιλεία τού θεού και τη δικαιοσύνη Του και τότε όλα αυτά θα σάς χορηγηθούν». Και με αφορμή τον πλούσιο νέο, πού ανέφερα πιο πάνω, είπε ό Κύριος πώς είναι σχεδόν αδύνατο ό πλούσιος να μπει στη βασιλεία των ουρανών, και πρόσθεσε: «Τούτο είναι αδύνατο στους ανθρώπους, στο θεό όμως όλα είναι δυνατά».

Ό Απόστολος Παύλος λέγει γι' αυτούς πού αγαπούν τα πλούτη: «Εκείνοι πού θέλουν να πλουτίσουν, πέφτουν στον πειρασμό, στην παγίδα και σε πολλές επιθυμίες ανόητες και βλαβερές, που πνίγουν τους ανθρώπους στον όλεθρο και στην καταστροφή. Γιατί ή ρίζα όλων των κακών είναι ή φιλαργυρία. Εξ αιτίας αυτού του πάθους, μερικοί πλανήθηκαν απ' την πίστη κι κάρφωσαν τον εαυτό τους με πολλά βάσανα». Ό Κλήμης μάλιστα αναφέρει ότι μερικοί χριστιανοί πλούσιοι αυτοκτόνησαν μόλις πρόσεξαν τα λόγια τού Χριστού για τούς πλούσιους, άλλοι πάλι αδιαφόρησαν για τη σωτηρία τους. Κι ό Συμεών ό Νέος Θεολόγος λέει πώς πρέπει να απελευθερωθούμε απ' την υποδούλωση στα υλικά αγαθά: «Όπως ακριβώς απ' τη δουλεία στην ελευθερία... έτσι κι απ' την πίκρα και την κατάθλιψη πού φέρνουν οι βιοτικές μέριμνες στη γλύκα πού δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια και στην ξενοιασιά για κάθε γήινο πράγμα...».
Στο βιβλίο «Ποιμήν» τού Έρμά, πού γράφτηκε τον 2ο αιώνα μ.Χ. βρίσκουμε αυτή την περικοπή: «Ό πλούσιος, πού έχει πολλά χρήματα αλλά αποσπάται ή προσοχή του εξ αιτίας τού πλούτου του, έχει λίγες σχέσεις και πολύ μικρή εξομολόγηση και επικοινωνία με τον Κύριο. Κι αυτή πού έχει είναι μικρή και επιπόλαια και δεν έχει δύναμη για πνευματική άνοδο. Όταν όμως ό πλούσιος πιστεύοντας ανεβεί στο φτωχό και τού προσφέρει ότι έχει ανάγκη, τότε θα μπορέσει να βρει την ανταμοιβή του απ' το Θεό, γιατί προσφέρει στο φτωχό... (Πρέπει) λοιπόν αδίστακτα να προσφέρει ό πλούσιος στο φτωχό τα πάντα... Λοιπόν κι οι δύο εκτελούν το έργο τους. Ό μεν φτωχός... Κι ό πλούσιος επίσης τον πλούτο πού έλαβε απ' τον Κύριο αδίστακτα παραχωρεί στο φτωχό. Και τούτο είναι μεγάλο έργο και ευπρόσδεκτο απ' το Θεό, γιατί αξιολόγησε τον πλούτο του και χρησιμοποίησε για το φτωχό απ' τα δώρα πού τού έδωσε ό Κύριος, και σωστά έξετέλεσε την υπηρεσία του... Είναι ευτυχισμένοι όσοι έχουν πλούτο κι ένοιωσαν πώς απ' το Θεό πλουτίζουν. Γιατί, όποιος μπορεί να το νοιώσει αυτό, μπορεί σε κάτι να υπηρετήσει».


Ό Ψευδό-Κλήμης (;4ος αιώνας μ.Χ.) θεωρεί απαραίτητο «ό επίσκοπος... να μην είναι πλεονέκτης,... ή ν' αγαπάει τούς πλούσιους ιδιαίτερα, ή να μισεί τούς φτωχούς».
Ό Ισίδωρος σε μια του επιστολή χαρακτηρίζει τον πλούτο: «Πατέρα της υπερηφάνειας, γεννήτορα της υπεροψίας, προμηθευτή των ηδονών, δημιουργό κάθε κακίας και αυτόν πού ξεμακραίνει με τη βία τον άνθρωπο απ' το Θεό».


Ό Κλήμης πού, όπως είπαμε, έγραψε ειδική μελέτη με το θέμα τού πλούτου, λέει πώς ό Κύριος «δεν καλεί στην πίστη μόνο όσους δεν έχουν σπίτι, ούτε όσους δεν έχουν συγγενείς εν ζωή, αφού και πλούσιους κάλεσε, αλλά τούς κάλεσε με τον τρόπο πού είπαμε πιο πάνω...». Και συνεχίζοντας ό Κλήμης περιγράφει τον ψυχικό αγώνα (τον «διωγμό» όπως τον λέει) κάθε άνθρωπου εναντίον τού φιλόπλουτο πνεύματος, δηλαδή τού μαμωνά: «Ό μεν εξωτερικός αγώνας (διωγμός) επικρατεί στους ανθρώπους ή για κάποια έχθρα, ή για κάποια ζήλεια, ή για φιλοκέρδεια, ή από διαβολική ενέργεια απομακρύνει τούς πιστούς. Ό πιο ανυπόφορος όμως αγώνας είναι ό εσωτερικός, πού δημιουργείται και ενισχύεται απ' την ίδια την ψυχή την κακομεταχειρισμένη από επιθυμίες αντίθετες προς το θέλημα τού Θεού και από διαφόρων ειδών ηδονές, από επιπόλαιες ελπίδες κι από καταστρεπτικά ονειροπολήματα. Κι αυτά, όταν ή ψυχή τού άνθρωπου επιθυμεί πάντοτε τα περισσότερα και λυσσάει και καίγεται από άγριες επιθυμίες, είναι σαν ένα σπιρούνι ή μια αλογόμυγα πού κάνουν να ματώσουν οι πληγές, δηλαδή τα πάθη της ψυχής, και την κάνουν να κινηθεί με μια μανιασμένη γρηγοράδα, για μια απόγνωση της ζωής και περιφρόνηση τού Θεού.


 Αυτός ό εσωτερικός ψυχικός αγώνας είναι πιο βαρύς και πιο σκληρός, γιατί ξεκινάει μες' απ' την ψυχή, πάντοτε υπάρχει (ποτέ δεν σταματά), και δεν μπορεί ό αγωνιζόμενος να ξεφύγει. Κι αυτό γιατί ό αγωνιζόμενος ψυχικά, όπου και να πάει φέρνει μαζί του -μες' στην ψυχή του- τον εχθρό του. Όπως ή φωτιά, όταν έρχεται απ' έξω δοκιμάζει την άμυνα τού άνθρωπου, όταν όμως είναι εσωτερική τότε φέρνει το θάνατο. Κι ό πόλεμος - ό αγώνας αυτός πού έρχεται απ' έξω εύκολα τερματίζεται, ενώ ό εσωτερικός-ψυχικός πόλεμος συγκρίνεται με το θάνατο. Σε τέτοιο ψυχικό αγώνα αν βρεθείς, κι έχεις υλικό πλούτο κι έχεις ακόμα αδελφούς εξ αίματος κι άλλα κοσμικά στηρίγματα, να εγκαταλείψεις όλη αυτή την ιδιοκτησία πού σε τραβάει στο κακό και να χαρίσεις στον εαυτό σου την ψυχική ειρήνη, να ελευθερωθείς απ' τον συνεχή εσωτερικό αγώνα, απ' τον αγώνα αυτόν για τα υλικά, να στραφείς στο Ευαγγέλιο. Πρώτ' απ' όλα τρέξε στο Σωτήρα, τον ενισχυτή και παρήγορο της ψυχής σου, τον αρχηγό της αιώνιας ζωής».



Αυτός ό ψυχικός αγώνας, συνεχίζει ό Κλήμης, «δεν συμβαίνει μόνο σ' όσους έχουν μεγάλη περιουσία, αλλά γενικά σ' όλους τούς ανθρώπους, πού μια για πάντα αφιέρωσαν τον εαυτό τους στη χριστιανική πίστη». Γι' αυτό ό Κλήμης (όπως ανέφερα) λέει: «Βλέπεις τον εαυτό σου να νικιέται απ' την αγάπη των χρημάτων και να αναποδογυρίζει ό τρόπος της ζωής σου; Άστα όλα, πέτα τα, μίσησε τα, αποχωρίσου τα, φύγε. Κι αν το δεξί σου μάτι σε σκανδαλίζει γρήγορα βγάλτο. Προτιμότερο να είσαι μονόφθαλμος στη βασιλεία τού Θεού ή ολόγερος στη φωτιά- κι αν το χέρι, κι αν το πόδι, κι αν ή ψυχή σε σκανδαλίζει, μίσησε την. Αν εδώ χαθεί για το Χριστό, εκεί θα σωθεί».


Κι ό Μ. Βασίλειος λέει για τον πλούσιο πώς «κατακρίνεται κάποιος, όχι γενικά γιατί έχει πλούτη, αλλά γιατί με κακό τρόπο φρόντισε γι' αυτά, ή γιατί δεν τα χρησιμοποίησε καλά». 'Ακόμη λέει πώς «αν πρόκειται να προσφέρεις στο Θεό πλούτη από αδικία ή από αρπαγή, καλύτερα μήτε ν' αποκτήσεις τέτοια ιδιοκτησία μήτε να προσφέρεις απ' αυτή».


Γι' αυτό, λέει άλλου: Εσύ πλούσιε, «θυμήσου τον εαυτό σου. Τί είσαι, τί διαχειρίζεσαι, από ποιόν τα πήρες, γιατί εσένα διάλεξε ό Θεός απ' τούς πολλούς; Έχεις γίνει υπηρέτης τού αγαθού Θεού, διαχειριστής γι' αυτούς πού είσαστε μαζί δούλοι». Επομένως «μη φυλάς τα πλούτη σου, ούτε να τα προσέχεις σαν να είναι δικά σου, όλα να τα χρησιμοποιείς δημιουργικά σύμφωνα με το θέλημα τού Κυρίου», δηλαδή «δεν πρέπει να πλουταίνεις, αλλά να φτωχαίνεις, όπως είπε ό Κύριος». Κι ακόμη, κατά τον Χρυσόστομο, «δεν αρκεί μόνο ν' απαλλαγείς απ' τα χρήματα, αλλά πρέπει να εφαρμόζεις στη ζωή σου και τις άλλες αρετές», «και να ταΐσεις τούς φτωχούς και πριν απ' όλα να ακολουθείς το Χριστό». Δηλαδή να μην ξεπεράσεις «σε καμιά περίπτωση τα όρια της ατομικής ανάγκης», όπως είπε ό Μ. Βασίλειος. Επομένως, όπως λέει ό Νείλος, «μη θέλετε να απολαμβάνετε, ούτε να πλουταίνετε, ούτε να δοξαζόσαστε, γιατί αυτά είναι μια καταστροφή της (πνευματικής) ζωής, αλλά εμείς δεν είμαστε άνθρωποι της καταστροφής», γι' αυτό «μην ποθείς αγαθά, πού γρήγορα περνά ή χρησιμότητα τους, και ή κυριότητα (ιδιοκτησία) πάνω σ' αυτά χάνεται».



Μερικοί απ' τούς χριστιανούς προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον πλούτο τους με την κληρονομιά πού πρέπει ν' αφήσουν στα παιδιά τους. Σ' αυτό το θέμα άπαντα ό Χρυσόστομος: «αν μεν όλη την περιουσία σου την αφήσεις στα παιδιά σου, όλα σου τα υπάρχοντα τ' αφήνεις σε μια αβέβαιη διαφύλαξη. Αλλά αν αφήσεις κληρονόμο μαζί με τα παιδιά σου και το Χριστό (δηλαδή τούς φτωχούς) πού θα 'ναι και προστάτης των παιδιών σου, τότε χίλιους μύριους θησαυρούς τούς άφησες».
Κι όμως πολλές φορές εφαρμόζεται το ψαλμικό: «Θησαυρίζει, κι όμως δεν ξέρει για ποιόν τα μαζεύει». Π.χ. ή «φιλόπλουτη παρθένα» στην Αλεξάνδρεια, όπως λέει ό Παλλάδιος, ήθελε ν' αφήσει όλα της τα πλούτη στην ανεψιά της αλλά ό «πτωχοτρόφος» Μακάριος με τέχνασμα την ανάγκασε να κάνει μεγάλη δωρεά στο λεπροκομείο της Εκκλησίας. Όταν όμως ή ανεψιά της πέθανε άτεκνη και την προίκα πού της έδωσε ή φιλάργυρη θεία την κληρονόμησε ό άντρας της ανεψιάς, τότε ή φιλάργυρη παρθένα συνήλθε κι ευχαρίστησε τον Μακάριο πού την ανάγκασε ενώ ζούσε να δωρίσει στο λεπροκομείο.


Ή δικαιολογία λοιπόν των γονέων είναι ότι θα μπορέσουν να βοηθήσουν με τα υλικά αγαθά την υλική συντήρηση των παιδιών τους. (Είναι το μόνο επιχείρημα υπέρ τού πλούτου, πού κι αυτό δείχνει έλλειψη της πίστης και της ελπίδας στο Θεό). 'Αλλ' ό Χρυσόστομος μας λέει πώς συντηρούμαστε «όχι με τη δική μας επίμονη φροντίδα, αλλά με την πρόνοια τού Θεού. Νομίζουμε πώς τα πάντα τελειοποιούνται με τις δικές μας ενέργειες. Όταν όμως μάς εγκαταλείψει ό Θεός, τίποτα ποτέ δε φαίνεται: Οι φροντίδες μας, οι μέριμνες μας, οι κόποι μας, ή οτιδήποτε απ' αυτά. Όλα έχουν χαθεί».



Πώς ό Θεός προνοεί για το χριστιανό; Λέει ό Χρυσόστομος: «Ό μεν Θεός μπορεί να συντηρήσει όλους τούς άγιους ανθρώπους πού βρίσκονται στον κόσμο, συγκρατεί όμως την προσφορά Του, για να διακρίνει απ' τα έργα τους τις καρδιές των άλλων ανθρώπων πού έχουν καλή διάθεση, σε κάποια ευκαιρία εξυπηρετήσεως των αγίων. Όσες δε φορές δεν υπάρχουν καλοπροαίρετοι απ' αυτούς πού οφείλουν να τούς περιποιηθούν, τούς τρέφει ό Θεός με πτηνά...», όπως τον προφήτη Ηλία. Δηλαδή «ή ελπίδα στο Θεό περιορίζει τη φροντίδα για τις σωματικές ανάγκες», λέει ό Νείλος. Και ό μοναχός Άντίοχος, (πού πέθανε μετά το 609 μ.Χ.), γράφει: «Ή μεγάλη φροντίδα για τη συντήρηση μας είναι δείγμα τού άπιστου και τού ολιγόψυχου άνθρωπου. Γιατί δεν ελπίζουμε πια στο Θεό πού φροντίζει για μάς, αλλά ελπίζουμε στον εαυτό μας, και φροντίζουμε εμείς για τον εαυτό μας». 


«Για το ότι δεν πρέπει να πολυφροντίζουμε για το ντύσιμο, (συμπληρώνει ό Νείλος), ή για τα φαγητά, είναι περιττό νομίζω να το γράφω, αφού ό Σωτήρας μας στα Ευαγγέλια απαγόρευσε και είπε: "Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τί θα φάτε, τί θα πιείτε, ή τί θα φορέστε". Γιατί τούτο είναι καθ' ολοκληρία των ειδωλολατρών και απίστων, πού αρνούνται την πρόνοια του Δεσπότη, κι αυτόν τον ίδιο το Δημιουργό αρνούνται. Αλλά αυτό είναι τέλεια ξένο στους χριστιανούς, μια και πιστέψανε πώς με μια πεντάρα αγοράζουμε δύο σπουργίτια, πού κι αυτά είναι υπό την επίβλεψη των αγίων αγγέλων. Αλλά κι αυτή είναι μια συνήθεια των δαιμόνων μαζί με τούς ακάθαρτους λογισμούς μάς βάζουνε και τις σκέψεις και τη φροντίδα για τα υλικά, με το σκοπό να ξεπέσει ή σκέψη μας για τον Ιησού μέσα στις άπειρες έννοιες πού 'χουμε στο μυαλό μας, κι έτσι ό θεϊκός λόγος πνιγμένος απ' τις φροντίδες -τα αγκάθια της παραβολής- να μην καρποφορήσει».


Ό χριστιανός πρώτο' απ' όλα ενδιαφέρεται να εφαρμόσει το θέλημα του Θεού, να είναι δηλαδή ενάρετος. «Ό πλούτος (όμως), πού δεν έχει αρετή, δεν κάνει ευχαριστημένο τον ιδιοκτήτη του», λέει ό Χρυσόστομος. «Αν (βέβαια) χρησιμοποιήσουμε τον πλούτο όπως πρέπει, τίποτα δεν μπορεί να μάς καταστρέψει. Αν όχι, τα πάντα μάς καταστρέφουν τέλεια, και ή βασιλική εξουσία και ή φτώχεια και ό πλούτος... Την αρετή (όμως) τίποτε δεν μπορεί να τη νικήσει: ούτε ό πλούτος, ούτε ή φτώχεια...», «γιατί ό ενάρετος άνθρωπος είναι ανώτερος και των χρημάτων». «Πότε (λοιπόν) θα απελευθερωθούμε και θα σβήσουμε τον πόθο των χρημάτων, για ν' ανάψουμε την επιθυμία της αρετής; Αυτοί οι δύο έρωτες δεν μπορούν να είναι κύριοι στην ίδια ψυχή». Γιατί «αυτός πού έγινε δούλος Χριστού όχι μόνο δεν είναι δούλος τού μαμωνά, αλλά είναι κύριος και τού μαμωνά». Οι χριστιανοί δηλαδή, οι πλούσιοι σε χρήμα «είναι σε θέση κυρίαρχου, κι όχι δούλου, ώστε να τα εξουσιάζουν και να μην εξουσιάζονται απ' αυτά. Ώστε να τα χρησιμοποιούν όπως πρέπει και να μη κάνουν κακή χρήση αυτών». «Κι αν ένας έχει πολλά χρήματα και πολλά κτήματα, να τα έχει χρησιμοποιήσει έτσι σαν να είναι περαστικός και ξένος, και σε λίγο θα απομακρυνθεί απ' αυτά θέλοντας δε θέλοντας», όπως και πριν είπαμε. «Έχει μεγάλη δροσιά ή ψυχή τού άνθρωπου, όταν δεν έχει υποδουλωθεί στις επιθυμίες τού πλούτου, όταν είναι φίλος με τούς φτωχούς».



«Δεν είμαι εναντίον των πλουσίων, λέει ό Χρυσόστομος, άλλ' υπέρ των πλουσίων. Γιατί λέγοντας αυτά, για το καλό σου τα λέω, έστω κι αν δεν το νοιώθεις. — Πώς λες για το καλό μου;"— Γιατί σε απαλλάσσω απ' την αμαρτία. Σε απελευθερώνω απ' τη συνήθεια της εκμεταλλεύσεως. Σε κάνω σ' όλους φίλο. Σ' όλους αγαπητό». Λοιπόν, το πώς πρέπει να φέρεσαι «να το μάθεις... απ' αυτούς... πού έχουν γίνει απ' το Θεό πλούσιοι και πάρα πολύ χρήσιμοι στην κοινωνία». Λ.χ. «αυτός πού με σωφροσύνη μπόρεσε να διαχειριστεί τον πλούτο, πολύ περισσότερο θα μπορέσει να υποφέρει με γενναιότητα τη φτώχεια».


Δεν πρέπει όμως «εξ αιτίας των υλικών μας αναγκών να κολακεύουμε εκείνους πού πολυφροντίζουν γι' αυτό πού εμείς έχουμε υποσχεθεί να περιφρονούμε», δηλαδή τα χρήματα. Κι ό Παλλάδιος έγραφε στον αυλικό Λαύσο: «Σε παρακαλώ, να μη μαναρίζεις τον πλούτο σου. Με μέτρο την αυτάρκεια, να περιορίσεις ότι έχεις μέχρι τώρα με την προσφορά σ' όσους έχουν ανάγκη, υπηρετώντας έτσι και την αρετή».
Για να μπορέσει όμως ό άνθρωπος να αποκτήσει και να αναπτύξει τη χριστιανική αρετή, έκτος απ' τη θεία Χάρη, χρειάζεται και άσκηση. «Κάθε άνθρωπος έχει μια δική του δεξιοτεχνία. Έτσι κι αυτός πού πλουτίζει... να μάθει με ποιό τρόπο θα χρησιμοποιήσει τον πλούτο σ' ότι πρέπει...», λέει ό Χρυσόστομος. Για την αρετή λοιπόν «ή Εκκλησία, είναι ένα πολύ μεγάλο σχολείο: τόπος ασκήσεως για τούς πλούσιους, καταφύγιο για τούς φτωχούς...», συμπληρώνει ό Ψευδό-Χρυσόστομος. 


Επομένως, όπως λέει ό Κλήμης: ό πλούσιος «να μάθει με ποιό τρόπο να χρησιμοποιεί τον πλούτο κι έτσι θ' αποκτήσει την ευτυχισμένη ζωή». Δηλαδή «σ' όλα (και με τον πλούτο σου) να επικοινωνήσεις με τον αδελφό σου και να μη νομίσεις πώς είναι δικά σου, γιατί απ' το Θεό έχει προετοιμασθεί ή κοινή συμμετοχή (και στα υλικά αγαθά) όλων των ανθρώπων», όπως λέει ό Ψευδό-Κλημης • Γι' αυτό λοιπόν «αυτός πού θέλει να γίνει πλούσιος, λέει ό Χρυσόστομος, πρέπει να γίνει φτωχός για να γίνει πλούσιος -να ξοδέψει (δηλαδή) για να συλλέξει», όπως ό γεωργός. Ό Χρυσόστομος μάλιστα μάς προτείνει μια δοκιμή για να ελέγξουμε την ψυχική μας απελευθέρωση απ' τη δουλεία του πλούτου. «Αν ακούσουμε (λέει ό Χρυσόστομος), την καταστροφή (όλης της περιουσίας μας) και όπως ό Ιώβ δεν ταραχθούμε, αλλά πούμε κι εμείς "Ευλογητός ό θεός", τότε και πλούτο θα βρούμε πολύ περισσότερο».



Οι ιδιαίτερες δυσκολίες πού έχει ό πλούσιος για την πνευματική του πρόοδο, με αφορμή τη διδασκαλία τού Χριστού και τού Παύλου, παρομοιάζονται απ' τούς Έλληνες Πατέρες με αγκάθια, με σκόρο, και λένε ακόμη πώς ό πλούτος φέρνει στον άνθρωπο στενοχώριες, φθορά, ειδωλολατρία, «άθεότητα», κι ακόμη εξαπατά τον άνθρωπο και τον απομακρύνει απ' τη δικαιοσύνη και την αγάπη.
Ό Χριστός στην παραβολή «τού σπορέως» παραβάλλει τ' αγκάθια, πού φυτρώνουν πιο γρήγορα απ' το σιτάρι, με την «κοσμική μεγάλη φροντίδα και την εξαπάτηση, πού προκαλεί ό πλούτος» στον άνθρωπο. Ό Απόστολος Παύλος μιλάει (όπως είδαμε) για τη φιλαργυρία, πού είναι ή ψυχολογική αιτία τού πλουτισμού, τη χαρακτηρίζει «ειδωλολατρία», κι άλλου λέει «πλεονέκτης, δηλαδή ειδωλολάτρης» και ή «πλεονεξία είναι ειδωλολατρία». Και άλλου πάλι λέει: «Να μη συναναστρέφεστε με κάποιον, πού λέγεται χριστιανός, αν είναι πόρνος, ή πλεονέκτης, ή ειδωλολάτρης».


Ό Μ. Βασίλειος εξηγεί: «όσο περισσότερο αυξάνει ό πλούτος, τόσο μεγαλύτερες φροντίδες φέρνει στη ζωή μας», αλλά «ή φροντίδα και ή επιμέλεια για τα υλικά πράγματα προκαλεί μεγάλο περισπασμό στην ψυχή τού άνθρωπου απ' τα πνευματικά ενδιαφέροντα». Κι ό άγιος Γρηγόριος ό Νύσσης λέει ότι ή Αγία Γραφή «κατηγορεί τον πλούτο, γιατί... αυτός είναι επιτήδειος να εξαπατά τα αισθητήρια μας όργανα».


Ό Χρυσόστομος όμως συμπληρώνει: «Ό πλούτος, αυτός καθεαυτόν, δεν είναι κακός, αν τον χρησιμοποιήσουμε όπως πρέπει, αλλά κακό είναι ή παραφροσύνη και ή κομπορρημοσύνη» με αφορμή τον πλούτο. Κι ό Ισίδωρος λέει: «Ό πλούτος είναι ό πατέρας της υπερηφάνειας, αυτός είναι πού γέννησε την περιφρόνηση στους άλλους, αυτός πού προσφέρει τις ηδονές, αυτός πού δημιουργεί όλες τις κακίες, αυτός πού απομακρύνει τον άνθρωπο απ' τη φιλία τού θεού». Ένα απ' τα πολλά πού λέει ό Χρυσόστομος για τούς πλούσιους είναι και αυτό το κείμενο: «...Ή έσχατη εξαθλίωση τού πλούσιου είναι αυτή: απ' όλους είναι ό πιο αδιάφορος για πνευματικά θέματα. Έπρεπε να είναι απ' τούς ευσεβείς, κι όμως γίνεται απ' τούς πιο ξετσίπωτους και τούς πιο αυθάδεις». Γιατί ό πλούτος είναι «ένα ψυχικό σκοτάδι και φέρνει πολλή στενοχώρια, είναι ένα πνίξιμο από φροντίδες». «Είναι φθορά τού βίου... ό πλούτος», λέει ό Νείλος, γι' αυτό, όπως είπαμε, «μην ποθήσεις αγαθά, πού γρήγορα περνάει ή χρήση τους και χάνεται ή κυριότητα τους». Κι ό αρχιμανδρίτης Δωρόθεος (535 μ.Χ.) λέει πώς «κουράζεται ό άνθρωπος, αν όλα όσα συμβαίνουν, προσπαθήσει να τα αντιμετωπίσει μόνο με την ανθρώπινη σκέψη (και δράση) και δεν αναθέτει μάλλον στο θεό τη μέριμνα του», γιατί «πώς μπορεί ν' απαλλαγεί απ' τις πονηρές σκέψεις, αυτός πού δεν έχει απαλλαγεί απ' την υποδούλωση στα υλικά και στις μεγάλες τους φροντίδες;» απορεί ό Μάρκος ό ερημίτης. Γι' αυτό, συμπληρώνει ό Χρυσόστομος, τ' αγκάθια αυτά «δεν αφήνουν να βλαστήσει ό πνευματικός σπόρος», και καταστρέφεται, αφού «όχι μόνο ή πλεονεξία και ή αρπαγή, αλλά και το να μην ελεείς γίνεται αφορμή της αιώνιας τιμωρίας».



Άλλου πάλι λέει ό Χρυσόστομος πολλά και καταλήγει: «Να απογυμνωθούμε απ' τα χρήματα, για να μην απογυμνωθούμε απ' τη δικαιοσύνη- το περιτύλιγμα μας με τον πλούτο καταστρέφει τη χριστιανική μας στολή -είναι ένα περιτύλιγμα μ' αγκάθια... Ό πλούτος είναι σκουριά: όπως ή σκουριά τρώει τα πάντα... έτσι κι αυτός. Λοιπόν όλα να τ' απομακρύνουμε για να γίνουμε δίκαιοι, για να ντυθούμε τον καινούριο άνθρωπο» -τον πραγματικό χριστιανό. Κι ό Κύριλλος ό Αλεξανδρείας λέει: «Το χρήμα είναι αθεΐα. 


"Όσοι καταπατούν το νόμο της αγάπης τού αδελφού είναι το ίδιο μ' αυτούς πού δεν αναγνωρίζουν το Θεό..., γιατί αυτός πού δεν αναγνωρίζει το θεϊκό νόμο της αγάπης, αρνείται το νομοθέτη Θεό». Γιατί χωρίς αδικία είναι ανεξήγητο πώς πλουτίζουν οι άνθρωποι, καθώς είπε ό Αστέριος.
Στις δυσκολίες πού δημιουργεί ό πλούτος για την πνευματική πρόοδο ό χριστιανός πρέπει να αγωνισθεί. Μερικές -ελάχιστες— προτροπές των Πατέρων της Εκκλησίας θα αναφέρω εδώ: «Ό πλούσιος να μη νομίζεις ότι είναι σπουδαίος», λέει ό Χρυσόστομος. Και ό Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός προσθέτει: «Όταν πάς καλά, θυμήσου πώς υπάρχει και ζαλάδα». «Όποιος αγαπά τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, δεν έχει τίποτα περισσότερο απ' τον πλησίον του... Λοιπόν όσα πλούτη περισσότερα απ' τον πλησίον σου έχεις, τόσο υστερείς σε αγάπη γι' αυτόν», λέει ό Μ. Βασίλειος, και «ό σκοπός, πού παρουσιάζεται εμπρός στον καθένα: οφείλει με τη δράση να εξυπηρετεί όσους έχουν ανάγκη, κι όχι τις δικές του μόνον ανάγκες».



Ό Χρυσόστομος μιλώντας για την εποχή του (πού μοιάζει λίγο και με τη δική μας) λέει: «Τώρα δεν έχουμε διωγμούς των χριστιανών, ούτε εύχομαι ποτέ να έχουμε. Τώρα όμως είναι άλλος πόλεμος: ό πόλεμος για την απόκτηση χρημάτων, ό πόλεμος για τη ζήλεια, ό πόλεμος για τ' άλλα πάθη». Λοιπόν «να μη μάς καίει, ούτε να μάς υποδουλώνει ό έρωτας τού χρήματος, αλλά με την πνευματική μας φλόγα να την κατακάψουμε και τέλεια να τη σβήσουμε την παράλογη επιθυμία, και με το πνευματικό μαχαίρι να την κόψουμε εντελώς».
«Το φίλο τού Θεού (λέει ό Χρυσόστομος) και τον εχθρό Του, μην τον κρίνεις απ' την οικονομική ευτυχία ή τη δυστυχία του εδώ στη γη, άλλ' αν τον δεις να ζει σωστά (χριστιανικά) και ενώ διαλύεται κυριολεκτικά από κάποια αρρώστια, αυτός κοιτάζει να ζήσει με ευσέβεια, να τον μακαρίζεις και να τον ζηλεύεις ακόμη», σύ ό χριστιανός. Δηλαδή «ή αρετή... δεν είναι αποτέλεσμα του πλούτου, της υγείας ή της πολιτικής εξουσίας», όπως λέει ό Μάξιμος.


Πώς όμως θα αξιοποιηθεί ό «οικονομικός» μικρός πλούτος; «Να συντηρήσεις τούς φτωχούς, αλλά πρωτύτερα ν' ακολουθήσεις το Χριστό», λέει ό Χρυσόστομος. Ή φροντίδα δηλαδή των φτωχών είναι συνέπεια της πίστεως. Και συμπληρώνει, γιατί «είναι πραγματικός   άνθρωπος,   όποιος   αγαπάει   τούς   φτωχούς»   .
«Ό Θεός (λέει άλλου ό Χρυσόστομος) μάς ζητάει ευθύνες όχι μόνο για τις δαπάνες πού κάνουμε, αλλά και για τον τρόπο που τα` αποκτήσαμε»   .
«Πήρες (απ' το Θεό) παραπάνω απ' τούς άλλους, για να γίνεις καλός διαχειριστής και για τούς άλλους κι όχι μόνο για τον εαυτό σου να τα ξοδέψεις», λέει πάλι ό Χρυσόστομος. Δηλαδή, «αιτία για τη γέεννα τού πυρός είναι όχι μόνον ή πλεονεξία και ή αρπαγή, αλλά και το να μη βοηθάς τούς άλλους».


Τέλος, ό Χρυσόστομος λέει χαρακτηριστικά: «Ό κοσμικός άνθρωπος δεν χαίρεται για τα ίδια πράγματα πού χαίρεται ό άνθρωπος πού ζει όπως θέλει ό Θεός. Γιατί αιτία πού χαίρεται ό κάθε κοσμικός είναι ό πλούτος, ή υλική απόλαυση, ή δόξα, ή εξουσία και ή ψευτοφαντασία του. Ενώ αυτός πού ζει όπως θέλει ό Θεός χαίρει για την καταφρόνηση πού τού έχουν, για τη φτώχεια του, για την ακτημοσύνη του, για τη νηστεία, για την ταπείνωση. Βλέπεις, ότι οι αιτίες της χαράς είναι αντίθετες;».
Ό «οικονομικός» επομένως πλούσιος αισθάνεται σαν ακτήμονας διαχειριστής της περιουσίας τού Θεού, γιατί την περιουσία του τη χρησιμοποιεί για το καλό τού πλησίον.
Μπορούμε τώρα να συγκεντρώσουμε τη διδασκαλία τού Ιησού, των Αποστόλων και των Ελλήνων Πατέρων για την ατομική μικρή ιδιοκτησία (το μικρό πλούτο) του «οικονομικού» χριστιανού:


1)         Ή μικρή ατομική ιδιοκτησία, αυτή καθεαυτή, δεν είναι αμαρτία. (Π.χ. Αβραάμ, Ιώβ, 'Απόστ. Βαρνάβας κλπ. - Σύνοδος Γάγγρας, Μ. Βασίλειος, Ευσέβιος Αλεξανδρείας, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Χρυσόστομος). Αλλά δεν είναι και αρετή (Χρυσόστομος). Έχει όμως μεγάλους ηθικούς κινδύνους. (Π.χ. πλούσιος νεανίας, Άνανίας και Σάπφειρα).

2)         Ή ικανότητα του άνθρωπου να διαχειρίζεται τα υλικά αγαθά -να ασχολείται με τα οικονομικά- δεν είναι αμαρτία, γιατί είναι ένα τάλαντο-χάρισμα, δώρο Θεού (Χρυσόστομος). Ό χριστιανός δεν θα αρνηθεί το θείο δώρο (Μ. Βασίλειος). Αλλά το πώς διαχειρίζεται τα υλικά αγαθά τον παρουσιάζει σαν καλό ή κακό οικονόμο Θεού (Κλήμης Αλεξανδρείας). Για το ατομικό του δηλαδή και μόνο συμφέρον ή κυρίως για το συμφέρον όλων των ανθρώπων, αφού όλοι μαζί είναι δούλοι τού Θεού; (Χρυσόστομος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Γρηγόριος Νυσσης).

3)         Τον καλό διαχειριστή τον ονομάζω «οικονομικό» χριστιανό, ενώ τον κακό τον ονομάζω «απολαυστικό» άνθρωπο. (Π.χ. Ηλίας μοναχός 5ου αιώνα, άφρων
πλούσιος). Ή ειδοποιός διαφορά είναι για ποιόν μοχθεί στα οικονομικά (για το Θεό, τούς άλλους ανθρώπους ή για τον εαυτό του και μόνο); «Άποψη Τσιριντάνη).

4)         'Ο «οικονομικός» χριστιανός είναι μια φυσική κατάσταση στην κοινωνική ζωή. Αποδέχεται το θείο χάρισμα-τάλαντο και το καλλιεργεί για τη δόξα τού Θεού κι όχι για το ατομικό του συμφέρον. Αιτία είναι το θέλημα του Θεού, αποτέλεσμα ή δόξα τού Θεού και το κοινό καλό, δηλαδή «ούτε ό φτωχός να δακρύζει για τη φτώχεια του, ούτε ό πλούσιος να χαίρεται για τα πλούτη του» (Χρυσόστομος).

5)         Σπάνιο και δύσκολο είναι να βρεις καλό «οικονομικό» χριστιανό (ό Ιησούς, Αστέριος), άλλ' όμως υπάρχουν σ' όλες τις εποχές (π.χ. Αβραάμ, Ιώβ, Βαρνάβας και σύγχρονοι, όπως το παράδειγμα πού ανέφερα). .'Ο «οικονομικός» χριστιανός «αναπνέει μόνο για το Θεό, φέρεται σύμφωνα με το θέλημα Του και μένει ατραυμάτιστος απ' την αγάπη τού χρήματος» (Κλήμης Αλεξανδρείας).

6)         Όποιος πολυφροντίζει για τα λίγα πλούτη πού έχει, θα υποδουλωθεί πολύ περισσότερο όταν έχει πολλά (Χρυσόστομος). Κι όποιος διαχειρίζεται καλά τα πλούτη, θ' αντέξει να υπομείνει αν τύχει τη φτώχεια (Χρυσόστομος).

7)         «Να μη συναναστρέφεστε μ' όσους λένε πώς είναι χριστιανοί, άλλ' είναι πλεονέκτες» (Απ. Παύλος). 'Ο επίσκοπος όχι μόνο «να μην είναι πλούσιος, άλλ' ούτε ν' αγαπάει ιδιαίτερα τούς πλούσιους» (Ψευδό-Κλήμης). Οι χριστιανοί δεν πρέπει να κολακεύουν τούς πλούσιους «εξ αιτίας των υλικών των αναγκών» (Ψευδό-Νεΐλος).

8)         Πλούτη «από αδικία ή αρπαγή ούτε να προσφέρεις στο Θεό» δεν πρέπει (Μ. Βασίλειος).

9)         Οι ηθικοί κίνδυνοι για τον άνθρωπο απ' τον πλούτο είναι: Όπως ό σκόρος φθείρει την ψυχή τού άνθρωπου, και όπως τ' αγκάθι δυσκολεύει την κοινωνία στην ανάπτυξη τού καλού (ό Χριστός). Εξαπατά τον άνθρωπο στην εκτίμηση των πράξεων του (ό Χριστός, Γρηγ. Νύσσης). Μορφές ειδωλολατρίας είναι ή φιλαργυρία και ή πλεονεξία (Απ. Παύλος). Οι μεγάλες φροντίδες πού δημιουργεί ή διαχείριση τού πλούτου περισπούν τον άνθρωπο από τα πνευματικά του ενδιαφέροντα (Μ. Βασίλειος, Χρυσόστομος), τον στενοχωρούν και τον φθείρουν (Νείλος), κι ακόμη τον κουράζουν ψυχικά (Δωρόθεος). «Πίκρα και κατάθλιψη φέρνουν οι βιοτικές μέριμνες», ενώ ή εμπιστοσύνη στο Θεό δίνει ξενοιασιά (Συμεών ό Ν. Θεολόγος).
Ό πλούτος καταλήγει στην κομπορρημοσύνη και την παραφροσύνη, γιατί είναι ξετσίπωτος και αυθάδης, κι έτσι «το περιτύλιγμα μέσα στον πλούτο καταστρέφει τη χριστιανική μας στολή» (Χρυσόστομος).
Ό πλούτος καλλιεργεί την υπερηφάνεια, τη φιληδονία και «δημιουργεί κάθε κακό», πού ξεμακραίνει τον άνθρωπο απ' το Θεό. Κι ακόμη είναι άστατος, όπως ή σκιά, ό καπνός κι ό άνεμος. Μπορείς να τον διατηρήσεις όσο το νερό στη χούφτα σου (Ισίδωρος Πηλουσιώτης).
Ό πλούτος καλλιεργεί την αθεΐα γιατί κάνει τον άνθρωπο να μην αγαπάει τον αδελφό του —τον πλησίον του (Κύριλλος Αλεξανδρείας).

10) Για ν' αντιμετωπισθούν οι ηθικοί κίνδυνοι απ' τον πλούτο συνιστούν:

Ό 'Ερμάς: Επειδή ή επικοινωνία τού πλούσιου με το Θεό «είναι μικρή και επιπόλαιη κι έχει μικρή δύναμη για πνευματική άνοδο, πρέπει ό πλούσιος τα πάντα να προσφέρει στο φτωχό. Έτσι μόνο μπορεί να βοηθήσει κι ό πλούσιος σε κάτι» καλό. Έτσι συνεργάζονται πλούσιος και φτωχός για τη δόξα τού Θεού.
Κλήμης Αλεξανδρείας: Ό πλούτος δημιουργεί στον άνθρωπο «έναν εσωτερικό συνεχή αγώνα. Αγωνίζεται εναντίον όλων των κακών επιθυμιών, πού είναι αντίθετες προς το θέλημα τού Θεού και πού ανέπτυξε στην ψυχή του ό πλούτος. Και τώρα ακόμη ό πλούτος σαν ένα σπιρούνι κεντάει τις πληγές της ψυχής του». Αν δεις πώς δεν τα καταφέρνεις να νικήσεις «την αγάπη στο χρήμα και ν' αναποδογυρίσεις τον τρόπο της ζωής σου, πέταξε τα και φύγε. Γιατί πρώτα είναι ή βασιλεία τού Θεού».


11)Επειδή ό πλούτος και ή δόξα καταστρέφουν την πνευματική ζωή, και «οι χριστιανοί δεν είναι άνθρωποι της καταστροφής» (Νείλος), «δεν υποδουλώνονται στην επιθυμία τού πλούτου» και είναι καλοί στις σχέσεις τους με τούς φτωχούς- τότε «έχει μεγάλη δροσιά ή ψυχή» τους (Χρυσόστομος). Δηλαδή δεν αφήνει ό χριστιανός τ' αγκάθια, πού είναι «ή συμπάθεια και ή υπερβολική επιθυμία» τού πλούτου, «να πνίξουν το σπόρο της χριστιανικής ζωής» (Κλήμης Αλεξανδρείας).

12)      Οι ειδωλολάτρες πολυφροντίζουν για τα υλικά αγαθά (ό Χριστός). Οι χριστιανοί αλλιώτικα βλέπουν τον πλούτο. Δεν τον θαυμάζουν, όπως οι άπιστοι, αλλά τον κοροϊδεύουν (Νείλος - Χρυσόστομος).

13)      «Μη μεριμνάτε» (ό Χριστός). Ή μεγάλη φροντίδα για τα υλικά αγαθά-πλούτη «είναι δείγμα τού άπιστου και λιγόψυχου άνθρωπου» ('Αντίοχος). «Ή άρνηση της θείας προνοίας, είναι άρνηση τού Δημιουργού. Ή μεγάλη φροντίδα είναι διαβολική σκέψη, πού μάς απομακρύνει απ' το Θεό» (Νείλος).

14)      Δικαιολογία για τον ατομικό πλούτο είναι ή ανάγκη για κληρονομιά στα παιδιά μας: Αλλά ή σκέψη αυτή προϋποθέτει δυσπιστία στο Θεό. Ή καλύτερη και ασφαλέστερη κληρονομιά είναι ή ευλογία τού Θεού, με αφορμή τη ζωή και την προσευχή των γονέων. Ή αξιοποίηση όλης της ανθρώπινης φροντίδας για υλική κληρονομιά εξαρτάται απ' το Θεό (Χρυσόστομος). Π.χ. γι' άλλον τα προορίζεις κι άλλος τ' απολαμβάνει (το παράδειγμα της φιλάργυρης παρθένας -Παλλάδιος).

15)      Ή ύπαρξη φτωχών είναι κριτήριο για τη χριστιανικότητα των πλουσίων (Χρυσόστομος), γιατί «ό Θεός προτιμά τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων σ' όλα τα υλικά αγαθά» (Ψευδό-Κλήμης).

16)      Ό πλούσιος είναι «υπηρέτης τού Θεού και δια-χειριστής γι' αυτούς πού είναι μαζί δούλοι» τού Θεού λοιπόν «δεν πρέπει να πλουταίνει, αλλά να φτωχαίνει» (Μ. Βασίλειος), «με μέτρο την αυτάρκεια να περιορίσει τον πλούτο του» (Παλλάδιος) «συντηρώντας τούς φτωχούς, αφού προηγουμένως ακολουθήσει το Χριστό» (Χρυσόστομος).

17)      «Ή Εκκλησία είναι για τούς πλούσιους ένα μεγάλο σχολείο για άσκηση και για τούς φτωχούς ένα καταφύγιο» (Ψευδό-Χρυσόστομος). Ή χριστιανική δηλαδή διδασκαλία για τη χρήση τού πλούτου ωφελεί τον πλούσιο, γιατί «τον απαλλάσσει απ' τη συνήθεια της εκμεταλλεύσεως, τον κάνει φίλο και αγαπητό σ' όλους» και στους φτωχούς (Χρυσόστομος).

18)      Συστάσεις στους πλούσιους: «Μη νομίζεις πώς είσαι σπουδαίος» (Χρυσόστομος). «Όταν πάς καλά, θυμήσου πώς υπάρχει ζάλη» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός). «Να μάθεις πώς να χρησιμοποιείς τον πλούτο σου για ν' αποκτήσεις την αιώνια ζωή» (Κλήμης Αλεξανδρείας). Σκοπός είναι ή εξυπηρέτηση των αναγκών των άλλων (Μ. Βασίλειος). «Πήρες παραπάνω απ' όλους για να τα διαχειριστείς και για τούς άλλους» (Χρυσόστομος).

19)      Ή αρετή δεν κρίνεται απ' τα πλούτη (Χρυσόστομος), ούτε είναι αποτέλεσμα τού πλούτου (Μάξιμος). Ή αρετή όμως αξιοποιεί τα πάντα και τα πλούτη (Χρυσόστομος). «Οι δύο έρωτες (της αρετής και των χρημάτων) δεν μπορούν να είναι κύριοι στην ίδια καρδιά» (Χρυσόστομος). Ό ενάρετος είναι κύριος τού μαμωνά κι όχι δούλος τού μαμωνά (Χρυσόστομος). «Όσο περισσότερα πλούτη έχεις, τόσο υστερείς στην αγάπη τού πλησίον» (Μ. Βασίλειος).

20)      Ό Χριστιανισμός τώρα δεν έχει διωγμούς, άλλ' έχει πόλεμο ενάντια στην επιθυμία για την απόκτηση χρημάτων (Χρυσόστομος). Ή λυδία λίθος για το χριστιανό πλούσιο είναι: να ακούσει την καταστροφή της περιουσίας του και να μη ταραχθεί (Χρυσόστομος).



Ν.Θ. ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ.
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΨΗ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΚΟΡΑΛΙ 1982

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ Γ- 4ο σκαλοπάτι: Ή αυτάρκεια (ή πολύ μικρή ατομική ιδιοκτησία)




4ο σκαλοπάτι: Ή αυτάρκεια (ή πολύ μικρή ατομική ιδιοκτησία)

Ή αυτάρκεια είναι ένα μεσαίο σκαλοπάτι στη σκάλα της φυσικής κατάστασης για τη χρήση των υλικών αγαθών. Ή αυτάρκεια δέχεται το θεσμό της ιδιοκτησίας, αλλά προϋποθέτει τουλάχιστον λίγη πίστη και ελπίδα στο Θεό. Μπορεί όμως παράλληλα να έχει περιορίσει την αγάπη στον πλησίον, αλλά προϋποθέτει συνειδητά ή ασυνείδητα την ισότητα των ανθρώπων.

Αφού ή αυτάρκεια είναι το σκαλοπάτι πού συνδέει τον κοινωνισμό (κοινοκτημοσύνη κλπ.) με τον πλούτο, κατανάγκην εδώ θα παρουσιασθούν αρκετά προβλήματα στο θέμα της ιδιοκτησίας.

Ή δικαιολογία για την ανάγκη τού θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας είναι: Αφού ό άνθρωπος αποτελείται από ύλη και πνεύμα, απαραίτητα χρειάζονται τα υλικά αγαθά (ατομική ιδιοκτησία) για τη συντήρηση τού σώματος. Δέχεται πιθανόν ασυναίσθητα την αρχή τού «primum vivere, deinde philosophari», πού δεν είναι χριστιανική, δηλαδή δέχεται την αξιολογική προτεραιότητα τού υλικού στοιχείου. Στηρίζει δηλαδή συνειδητά ή ασυνείδητα τη συντήρηση του στην ιδιοκτησία του. Δηλαδή για την υλική συντήρηση ταλαντεύεται μεταξύ της υλιστικής αντιλήψεως της ζωής και της τέλειας χριστιανικής πίστης.

Απ' αυτή την αμφιταλάντευση είναι συνέπεια να δημιουργούνται πολλά και διάφορα προβλήματα σε δύο ομάδες: Ή έννοια της αυτάρκειας και ό χριστιανικός τρόπος για τη χρήση των υλικών αγαθών (και την απόκτηση τους, αν θέλετε).

Ποιά διάσταση οριζόντια και κάθετη έχει ή έννοια της αυτάρκειας;
Αυτάρκεια είναι ή τέλεια ικανοποίηση των αναγκών (υλικών κυρίως, αλλά και πνευματικών) του άνθρωπου. Μας βοηθάει, νομίζω, μια έκφραση, πού αποδίδουν στο φιλόσοφο Σωκράτη: «Το χαρακτηριστικό του Θεού είναι το να μην έχει ανάγκη από τίποτα-ενώ το χαρακτηριστικό του θεϊκού άνθρωπου είναι το να έχει ανάγκη μόνον από ελάχιστα» («τό μηδέν δείσθαι θείον, το δε ως έλαχίστω τού θείου»). Κι ό Χρυσόστομος λέει: «Όταν λέμε αυτάρκεια εννοούμε τη χρήση μόνο τόσων, πού χωρίς αυτά δεν μπορεί να διατηρηθεί ή ζωή».

Ποιά είναι όμως ή έκταση των αναγκών τού άτομου ή και όσων θέλει να προστατεύσει; (οριζόντια διάσταση). Οι (υλικές έστω μόνον) ανάγκες είναι οι ίδιες για όλα τα πρόσωπα σ' οποιαδήποτε ηλικία, σ' οποιαδήποτε κατάσταση υγείας και αν βρίσκονται, σ' οποιαδήποτε εποχή τού έτους και σ' οποιοδήποτε πολιτιστικό περιβάλλον; Αν είναι διάφορες, τότε ή έννοια της ανάγκης και της αυτάρκειας είναι ελαστική.

Ένας συνειδητός χριστιανός στη σημερινή καταναλωτική κοινωνία (στην Ελλάδα λ.χ.) έχει τις ίδιες ανάγκες, πού είχε ό χριστιανός της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων; Αν ερμηνεύσουμε κατά γράμμα τη σύσταση τού Αποστόλου Παύλου: «έχοντες τροφάς και σκεπάσματα, τούτοις άρκεσθησόμεθα», μπορούμε να την εφαρμόσουμε, ή πρέπει να την ερμηνεύσουμε κατ' έννοιαν; Όταν προσευχόμαστε με το «Πάτερ ημών»: στο «τον άρτον ημών των έπιούσιον δός ημίν σήμερον», πρέπει να εννοούμε μόνο το ψωμί (ή έστω και το φαγητό) και τίποτ' άλλο;

Ανάγκες (και αυτάρκεια) εννοούνται μόνο οι ανάγκες τού άτομου ή και όλης της οικογενείας του; Μήπως σαν χριστιανοί πρέπει να θεωρήσουμε τις ανάγκες τού «πλησίον» σαν δικές μας ανάγκες; Αλλά τότε «και ποιος είναι ό πλησίον μου;». Ό Μ. Αρσένιος λ.χ., ερμηνεύοντας την παραβολή τού καλού Σαμαρείτη, λέει πώς ό Κύριος «διδάσκει ότι πρέπει να ονομάζεται πλησίον καθένας πού έχει ανθρώπινη φύση». Με τη χριστιανική διδασκαλία επομένως ή αυτάρκεια (ή ικανοποίηση των υλικών αναγκών και των άλλων) έχει τεράστια και ανυπολόγιστη οριζόντια διάσταση.

Ή κάθετη διάσταση στην έννοια της αυτάρκειας έχει κι αυτή πολλά προβλήματα, πού συνοψίζονται στο δίλημμα: «διδόναι ή λαμβάνειν» από ποιόν;
Προτεραιότητα στις ανάγκες. Πηγή για την ικανοποίηση των αναγκών. Όροι για τη χριστιανική χρήση (ή απόκτηση) της ιδιοκτησίας. Η κληρονομιά. Είναι τα προβλήματα στην κάθετη διάσταση.

Ανάγκες νοιώθει ό άνθρωπος μόνον υλικές ή και πνευματικές; Ό χριστιανός όχι μόνον αναγνωρίζει την ύπαρξη των πνευματικών αναγκών, αλλά θεωρεί απαραίτητη την ικανοποίηση τους (τα ζώα έχουν μόνον υλικές ανάγκες). Για να ικανοποιήσουμε όμως τις πνευματικές ανάγκες χρειάζονται συνήθως και υλικά αγαθά. Ή ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών δημιουργεί πρόσθετες υλικές ανάγκες. Ό χριστιανός αναγνωρίζει τη χρονική προτεραιότητα στις υλικές ανάγκες. Το νεογέννητο λ.χ. μωρό έχει κυρίως υλικές ανάγκες, μεγαλώνοντας όμως εμφανίζονται και πνευματικές ανάγκες. Αλλά οι πνευματικές ανάγκες έχουν αξιολογική προτεραιότητα, γιατί είναι ή «ειδοποιός διαφορά» του άνθρωπου απ' το ζώο.

Πώς θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες και θα φθάσει ό άνθρωπος στην αυτάρκεια; Με τις ανθρώπινες δυνάμεις (δικές του ή των άλλων ανθρώπων) ή με θειες δυνάμεις (θεία Χάρη); Με ποιά απ' τις δύο, ή με ποιά αναλογία από κάθε μια και με ποιά χρονολογική ή αξιολογική προτεραιότητα; Ό Απόστολος Παύλος λ.χ. λέει: «Ό Θεός είναι δυνατός να σάς χορηγήσει κάθε δώρο με αφθονία, ώστε πάντοτε έχοντες αυτάρκεια σε κάθε τι...». 

Και «ή ευσέβεια είναι πραγματική πηγή κέρδους, όταν αρκείται κανείς σ' εκείνα πού έχει». Δηλαδή «ή αυτάρκεια είναι αποτέλεσμα της ενέργειας της θείας Χάριτος». Γιατί καθώς λέει ό Δαβίδ: «Πλούσιοι έπτώχευσαν και έπείνασαν οι δε έκζητούντες τον Κύριον ούκ έλαττωθήσονται παντός αγαθού». Αναφέρει πάλι ό Σολομών και επαναλαμβάνει ή Θεοτόκος: Ό Θεός «πεινώντας ένέπλησεν αγαθών και πλουτούντας έξαπέστειλε κενούς». Γι' αυτό ό ευσεβής άνθρωπος παρακαλεί το Θεό: «Πλούτον και πενίαν μή μοι δώς σύναξόν δε μοι τα δέοντα και τα αυτάρκη».

Οι σύγχρονες όμως κατακτήσεις της επιστήμης εύκολα παρασύρουν τον άνθρωπο να πιστεύει μόνο στην ανθρώπινη ικανότητα και να ξεχάσει το θείο παράγοντα, να νομίσει δηλαδή τον εαυτό του αυτάρκη. Να ζητάει δηλαδή αυτάρκεια και υποσυνείδητα έστω να θέλει να την αποκτήσει με τις ανθρώπινες δυνάμεις και ενέργειες, κι όχι με τη Χάρη τού θεού.

Όταν δέχεται την αυτάρκεια, αισθάνεται την πλεονεξία (τον πλούτο) σαν μια αδικία προς τον «πλησίον»; Όταν ό αυτάρκης εφαρμόζει τούς νόμους λ.χ. τού κράτους, τούς εφαρμόζει μόνον κατά γράμμα ή τούς ξεπερνάει εφαρμόζοντας την αυτάρκεια; 

Εφαρμόζει δηλαδή τη χριστιανική αρχή: «μακάριόν εστί μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν», έστω θέλοντας και προσπαθώντας να την πλησιάσει; Ή εφαρμόζει τυπικά και κατά γράμμα τον πολιτικό νόμο κι αυτό το λέει χριστιανική ζωή;
Για χαρακτηριστικό παράδειγμα θα αναφέρω έναν πραγματικό διάλογο μεταξύ δύο προϊσταμένων, πού και οι δύο έκαναν το χριστιανό. Ό ένας ήταν συνειδητός (και αυτάρκης) κι ό άλλος μόνο τυπικός χριστιανός. Στον καιρό της γερμανικής κατοχής συζητούσαν για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων τους. Την εποχή πού ό πληθωρισμός ανέβαζε τις τιμές των τροφίμων από μέρα σε μέρα. «Εγώ τούς δίνω το νόμιμο», έλεγε ό τυπικός χριστιανός. «Κι εγώ τούς δίνω το δίκαιο, είπε ό άλλος. Δηλαδή απ' τα ψώνια τού σπιτιού μου, αν δώ πώς ανέβηκαν οι τιμές κατά 10% αυτή τη βδομάδα, τότε το Σάββατο τούς δίνω παραπάνω 10% για να μπορέσουν κι αυτοί να ζήσουν». Δεν περίμενε δηλαδή να βγάλει το κράτος απόφαση για την αύξηση τού μισθού. Περιόριζε τα κέρδη του (πλησίαζε στην αυτάρκεια) για να ζήσουν με αξιοπρέπεια και οι άλλοι.
Ή παραβολή τού καλού Σαμαρείτου, το «δίψασα και με ποτίσατε» και άλλα, πού είπε ό Κύριος, θέλουν να μάς κάνουν να ξεπεράσουμε την τυπική και κατά γράμμα συμπεριφορά και να φθάσουμε σε μια μεγαλύτερη προσφορά στο πλησίον μας. Μήπως το «αν ή αρετή σας δεν ξεπεράσει την αρετή των Γραμματέων και των Φαρισαίων, δεν θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών», πού είπε ό Κύριος, αυτό ακριβώς δεν εννοεί;

Όταν λέμε αυτάρκεια την εννοούμε μόνο σε έκταση ικανοποιήσεως των σημερινών αναγκών ή και των αναγκών του μέλλοντος; Εφαρμόζουμε το «δός ήμϊν σήμερον» του «Πάτερ ημών», ή από σήμερα θέλουμε (ακριβώς με υλικά μέσα) να εξασφαλίσουμε τα απαραίτητα και για τους απογόνους μας και γι' αύριο και για μεθαύριο και για όλο το απεριόριστο μέλλον; Ξεχνάμε δηλαδή τη διδασκαλία τού Χριστού πού είπε: «Μη πολυφροντίζετε για την αύριο, γιατί ή αυριανή ήμερα θα φροντίσει για τα δικά της πράγματα. Φθάνει ή στενοχώρια της ημέρας». Έχουμε δηλαδή εμπιστοσύνη στην πρόνοια τού θεού, ή «για καλό και για κακό» φροντίζουμε απόλυτα εμείς οι ίδιοι για το μέλλον μας; Φροντίζουμε για το μέλλον των παιδιών μας; Φροντίζουμε να τούς αφήσουμε μεγάλη κληρονομιά, σαν να μην πρόκειται ό θεός να φροντίσει γι' αυτούς και θέλουμε εμείς οι ίδιοι «να τούς εξασφαλίσουμε»;

Αυτή δηλαδή ή κληρονομιά («δωρεά αιτία θανάτου», όπως τη λένε οι νομικοί) είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Για έναν χριστιανό το ν' αφήνει κληρονομιά (σ' οποιονδήποτε) μήπως είναι κατάχρηση εξουσίας —της εξουσίας τού «οικονόμου» (διαχειριστή) της περιουσίας τού Θεού;. Πάντως, ή «δωρεά αιτία θανάτου» προϋποθέτει όχι μόνο απόλυτη κυριότητα, άλλα και κυριότητα μετά θάνατο. Αυτό είναι λογικά «άτοπο» (ό πεθαμένος πού δεν έχει υλικές ανάγκες πώς μπορεί να έχει υλική περιουσία). Νομικά ή συνέχεια της ρωμαϊκής αντίληψης για την ιδιοκτησία .Ηθικά, εφαρμοσμένος υλισμός και θρησκευτικά, απιστία και ειδωλολατρία. Ή ασφάλεια για τα υλικά αγαθά τού άτομου ή των απογόνων του θα προέλθει κυρίως με τη χάρη τού Θεού, με την ευλογία Του, ή κυρίως με την ανθρώπινη προσπάθεια; "Άλλωστε, όπως είπε ό Κύριος «τα πλούτη δεν σού δίνουν ζωή».

Ή χριστιανική διδασκαλία για την αυτάρκεια θα μας βοηθήσει να δώσουμε λύσεις στα προβλήματα πού ανέφερα.

Ό Απόστολος Παύλος μιλάει για την αυτάρκεια κι ό Χρυσόστομος σχολιάζοντας την έκφραση τού Παύλου λέει: «Πρόσεξε, και στην προσευχή τού Παύλου υπάρχει πολύ φιλοσοφία. Δεν εύχεται πλούτο, ούτε περίσσευμα, αλλά «κάθε αυτάρκεια». Και δεν είναι μόνο αυτό το αξιοθαύμαστο στα λόγια του, αλλά δεν ευχήθηκε τον παραπάνω πλούτο, αλλά και δεν τούς στενοχωρεί, ούτε τούς αναγκάζει να δώσουν (σ' όσους έχουν ανάγκη) απ' το υστέρημα τους, κι αυτό γιατί καταλαβαίνει την ηθική τους αδυναμία. Ζητάει αυτάρκεια και τούς δείχνει συγχρόνως πώς δεν πρέπει να κάνουν κατάχρηση στα δώρα τού Θεού. «Για να σάς περισσεύει, είπε, για κάθε έργο». Γι' αυτό, λέει, ζητάω αυτά απ' το Θεό, για να 'χετε να προσφέρετε. Και δεν είπε «να προσφέρετε», άλλ' είπε «να σάς περισσεύει». Κι ό Κλήμης ό Αλεξανδρινός προσθέτει: «ή κτήση δημιουργήθηκε απ' το Θεό για να 'χουμε εμείς αυτάρκεια».

Βέβαια, «ή ανθρωπινή μας φύση, πού έχει πολλές υλικές ανάγκες, πιο μεγάλη απ' όλες έχει την ανάγκη της διατροφής», γράφει ό Ισίδωρος. Και προσθέτει: «την υλική ανάγκη θα την ικανοποιήσουμε με τα απαραίτητα υλικά αγαθά... και την υπερβολή θα την κλαδέψουμε με την αυτάρκεια». Και συμπληρώνεται ή σκέψη του μ' αυτά: «Την αυτάρκεια να την παραδέχεσαι σαν απαραίτητο στοιχείο της ζωής, αλλά τη φροντίδα για την αυτάρκεια σου να την παραχωρείς στο Θεό».
Ό Ισίδωρος γράφει ακόμη πώς «απ' τη φύση να μαθαίνεις την πραγματικότητα», ότι δηλαδή ή αυτάρκεια έχει όρια ικανοποιήσεως, ενώ για το φιλόπλουτο δεν υπάρχει κόρος.

Τα όρια της αυτάρκειας μάς τα δείχνει και ό Μ. Βασίλειος: «Ή απαραίτητη ανάγκη για την άμεση χρησιμοποίηση είναι το μέτρο για τη χρήση. Ενώ το παραπάνω απ' την άμεση χρήση προκαλεί τη στενοχώρια, ή πλεονεξία λέγεται, ή φιληδονία, ή ματαιοδοξία». Και «όπως είναι αταίριαστο το μικρό πουκάμισο στο μεγαλύτερο σώμα, ή το μεγαλύτερο πουκάμισο στο μικρό σώμα, αλλά για κάθε σώμα το ανάλογο πουκάμισο είναι και ωφέλιμο και ευάρμοστο, έτσι κι όλα τ' άλλα: το κρεβάτι, το στρώμα, το ζεστό δωμάτιο, το παπούτσι, ωφελεί όχι αυτόν πού τα 'χει, άλλ' αυτόν πού τα χρειάζεται. Γιατί, όπως το φάρμακο το χρησιμοποιεί, όχι ό υγιής, αλλά ό τραυματίας, έτσι και ότι επινοήθηκε για την άνεση τού σώματος το απολαμβάνει, όχι ό μαλθακός, άλλ' αυτός πού χρειάζεται την ξεκούραση». Κι ό Χρυσόστομος προσθέτει: «Ό Θεός... έβαλε σαν μέτρο και όριο τη φυσική ανάγκη, για να μην είναι καθόλου απαραίτητο να επιδιώκουμε με μανία τον πλούτο», ό δε Ψευδό-Νείλος λέει: «Ή ανάγκη τού σώματος είναι το μέτρο για την απόκτηση υλικών αγαθών, ενώ το παραπάνω απ' την ανάγκη, όχι μόνο δεν είναι απαραίτητο, αλλά το υπόλοιπο είναι και ασουλούπωτο».

«Ή απόκτηση (όμως) και ή χρήση των αναγκαίων υλικών αγαθών δεν είναι βλαβερή για την ποιότητα τους, αλλά για την ποσότητα τους, την υπέρβαση δηλαδή τού μέτρου», λέει ό Κλήμης. Και ό Χρυσόστομος λέει πώς «ή μεν στέρηση, όπως είναι ή μητέρα της υγείας, έτσι είναι και ή μητέρα της ευχαρίστησης ενώ ό κορεσμός όπως είναι πηγή και αρχή στις αρρώστιες, έτσι είναι και στην ανοστιά». Κι ό Κλήμης πάλι συνιστά «με πάθος να επιδιώκετε να έχετε ανάγκη από λίγα, απομακρύνοντας την πολυτέλεια σαν αρρώστια της ψυχής και τού σώματος».

Το «μέτρο» όμως στην ικανοποίηση των υλικών αναγκών ό Κλήμης το θεωρεί βαρύ και δυσβάσταχτο γι' αυτούς πού έχουν ασθενικό χαρακτήρα. Κι ό Χρυσόστομος μιλάει για «σύμμετρη» απόλαυση. Ενώ οι χριστιανοί, κατά το Χρυσόστομο, «για τις σαρκικές υποθέσεις τους ζητούν αυτάρκεια, για δε τις πνευματικές ζητούν και περίσσευμα, όχι μόνο για το θέμα της ελεημοσύνης, αλλά και για όλα τ' άλλα. Αλλά βέβαια «αυτός πού δεν έχει ανάγκη την βοήθεια των άλλων, αλλά νομίζει πώς ζει με αυτάρκεια, είναι πιο εύπορος απ' όλους», λέει ό Χρυσόστομος.

Ό Κύριος Ιησούς έχει εκφρασθεί υπέρ της αυτάρκειας και εναντίον της πλεονεξίας. Στην Κυριακή Προσευχή λέει: «Το καθημερινό μας ψωμί δός μας σήμερα». Κι ό Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το χωρίο αυτό προσθέτει: «...Γιά να μη τούς τσακίσει με τη φροντίδα της επόμενης ημέρας. Γιατί υπομένεις τη μεγάλη φροντίδα, αφού δεν ξέρεις αν θα ζήσεις να δεις την αυριανή ήμερα; Τούτο, πιο κάτω με περισσότερα λόγια, διέταξε λέγοντας: "Μην πολυφροντίζετε λοιπόν για την αυριανή ημέρα». Και ό θεός «θέλει να μην έχουμε βάρη από καμιά πλευρά (να είμαστε «εύζωνοι») και να 'μαστε σαν να 'χουμε φτερά, τόσο μόνο παραχωρώντας στις φυσικές ανάγκες, όσο απαιτεί από μάς ή απαραίτητη έλλειψη». Γιατί όπως ό Απόστολος Παύλος λέει (καθώς είδαμε πιο πάνω): «Ό θεός είναι δυνατός να σάς χορηγήσει κάθε δώρο με αφθονία, ώστε έχοντες πάντοτε αυτάρκεια σε κάθε τι, να δίνετε με αφθονία για κάθε καλό έργο». Το επαναλαμβάνει αυτό ή Εκκλησία σε μια αρχαία προσευχή στο Μυστήριο τού Γάμου: «...Γιά να 'χουν σε κάθε τι αυτάρκεια και να περισσέψουν για κάθε καλό έργο».

Με αφορμή την τροφή πού προσφέρουμε σε φιλοξενούμενο μας ό Κλήμης γράφει για την αυτάρκεια: «Ή αυτάρκεια ανατρέφει καλούς άντρες για μια κοινωνία, όταν μάλιστα έχει ένα πλούσιο εφόδιο, την αγάπη». Κι ό Μ. Βασίλειος προσθέτει: «Ή λέξη αυτάρκεια εκφράζει' το ότι από τίποτα δεν έχει ανάγκη και ταυτόχρονα τίποτα δεν περισσεύει. Ή αυτάρκεια όμως είναι άλλη στον έναν άνθρωπο κι άλλη στον άλλον. Είναι ανάλογη με τις συνθήκες τού σώματος και με την υπάρχουσα (συγκεκριμένη) ανάγκη. Γιατί ό ένας χρειάζεται περισσότερη και δυνατότερη τροφή για την κόπωση του, ό άλλος λεπτότερη κι ελαφρότερη τροφή και κατάλληλη για την αδυναμία του. Αλλά για όλους από κοινού τροφή, πού να κοστίζει πιο λίγο και πιο εύκολα να προμηθεύεται. Για όλους βέβαια είναι αναγκαία ή φροντίδα και το περιποιημένο τραπέζι, πού σε καμιά περίπτωση δεν ξεπερνιούνται τα όρια της ανάγκης. Τούτο λοιπόν να είναι το αποτέλεσμα της υποδοχής τού ξένου: αυτό πού έχει ανάγκη ό κάθε ξένος».

Ό άνθρωπος κατορθώνει την αυτάρκεια με τη θεία Χάρη. Αλλά κι ό ίδιος με μια αυτοαγωγή μπορεί να την βοηθήσει, να την καλλιεργήσει ψυχολογικά. Ό Ισίδωρος λ.χ. γράφει: «Επειδή ή υλική μας φύση έχει πολλές ανάγκες, και πιο μεγάλη απ' όλες έχει το στομάχι (γιατί πολλά μάς διατάσσει, και πολύ λίγο πείθεται με τις συμβουλές μας), εμείς με τη σκέψη μας να περιορίσουμε την τυραννική του επιβολή και να βρούμε τρόπο πού να υποτάξουμε το ανυπότακτο στομάχι. Τούτο μπορεί να γίνει, αν ικανοποιήσουμε την ανάγκη με τ' απαραίτητα και να περιορίσουμε την υπερβολή με την αυτάρκεια». Κι ό Παλλάδιος συνιστά στον πλούσιο Λαύσο: «Τα πλούτη σου περιόρισε τα μέχρι την αυτάρκεια μοιράζοντας τα σ' αυτούς πού έχουν ανάγκη».

Ό Μάρκος μάς δείχνει πώς ό Θεός μάς εκπαιδεύει στην αυτάρκεια: «Να 'σαστε λοιπόν εγκρατείς και να αγρυπνείτε στις προσευχές- όλη τη μέριμνα σας ν' αναθέσετε στο Θεό» (Απ. Πέτρος)135. Πρώτα-πρώτα γνωρίζοντας ό ίδιος ό Κύριος πώς τα πάντα με την προσευχή κατοχυρώνονται, είπε: «Να μη πολυφροντίζετε τί θα φάτε, ή τί θα πιείτε, ή τί θα φορέσετε», αλλά μόνο «να ζητάτε τη βασιλεία τού Θεού και τη δικαιοσύνη Του και τότε όλ' αυτά θα σάς χορηγηθούν. Ίσως μάλιστα μ' αυτό μάς προσκαλεί ό Κύριος και σε μεγαλύτερη πίστη. Γιατί ποιος, αφού απολαύσει τη φροντίδα τού Θεού για τα πρόσκαιρα υλικά αγαθά και προσέξει πώς δεν έχει ανάγκη από τίποτα, δεν θα πιστέψει στο Θεό και για τα αιώνια (μετά το θάνατο) αγαθά; Γι' αυτό κι ό Θεός, θέλοντας αυτό να φανερώσει, μάς έλεγε: «Εκείνος πού 'ναι άπιστος στο λίγο, και στο πολύ άπιστος είναι» (ό Κύριος).

 Ακόμη και σ' αυτό μάς φέρθηκε με αγάπη, γιατί ξέροντας ότι είναι απαραίτητη ή καθημερινή φροντίδα για το σώμα, περιόρισε την καθημερινή φροντίδα, και μάς προέτρεψε να μη φροντίζουμε για το αύριο, με πολλή αγάπη, πού τέτοια ταιριάζει στο Θεό. Γιατί δεν είναι δυνατόν, ενώ είμαστε άνθρωποι με σάρκα, να μην υπολογίσεις καθόλου τις ανάγκες της σωματικής ζωής. Γιατί με την προσευχή και την εγκράτεια μπορεί να περιοριστούν οι πολλές ανάγκες σε λίγες, αλλά τελείως να τις αψηφήσουμε είναι αδύνατον». Δηλαδή με την προσοχή και την εγκράτεια περιορίζουμε τις πολλές υλικές ανάγκες σε λίγες, ή το μεγάλο πλούτο σε πολύ μικρό, κι επομένως καταλήγουμε στην αυτάρκεια.

Αν όμως στον καθημερινό αγώνα για τον περιορισμό των υλικών αναγκών βλέπεις ότι νικιέσαι, τότε συνιστά ό Κλήμης: «Βλέπεις τον εαυτό σου να νικιέται στις προσπάθειες του και να πηγαίνει αντίθετα; Άστα όλα, πέτα τα, μίσησε τα, απομάκρυνε τα από κοντά σου και φύγε...».

Ό Χριστός, λέει ό Ισίδωρος, «μισεί όσους με απληστία επιδιώκουν τα χρήματα. Και δεν ανέχεται να συχνάζει σ' αυτούς. Προπάντων αγαπά αυτούς πού ό βίος τους είναι στολισμένος με την ολιγάρκεια και την αυτάρκεια. Σ' αυτούς ευχαρίστως συχνάζει».

Με τη διδασκαλία για ολιγάρκεια και αυτάρκεια: 1) Ενισχύεται ό αδύνατος χαρακτήρας τού άνθρωπου και δυναμώνει με την προσευχή για να γίνει μια συνήθεια. 2) Με την αυτάρκεια ακόμη τονίζεται ή χριστιανική αντίληψη, πώς ό άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτήτης, αλλά διαχειριστής της περιουσίας τού Θεού, και χρησιμοποιεί μόνο ότι έχει ανάγκη. 3) Ό περιορισμός μόνο στη χρήση των αναγκών διευκολύνει και καλλιεργεί την κοινοχρησία και μέσω αυτής την κοινοκτημοσύνη. Έτσι ό χριστιανός διευκολύνεται σε μια πνευματική πρόοδο στη χρήση των υλικών αγαθών. Τώρα μπορούμε να συνοψίσουμε:

1)         Ή αυτάρκεια είναι το προτελευταίο σκαλοπάτι στη φυσική κατάσταση για τη χρήση απ' το άτομο των υλικών αγαθών και προετοιμάζει ψυχολογικά τον άνθρωπο για να δεχθεί την ισότητα των ανθρώπων, την κοινή χρήση και ακόμη την κοινοκτημοσύνη, σαν ιδεώδη φυσική κατάσταση.

2)         Λέγοντας αυτάρκεια εννοούμε πώς υπάρχουν μόνον τα απαραίτητα υλικά αγαθά στο άτομο, πού «χωρίς αυτά δεν μπορεί να ζήσει» (Χρυσόστομος). Το μέτρο επομένως στην αυτάρκεια είναι «ή απαραίτητη και αναγκαία χρήση» (Μ. Βασίλειος)• άλλωστε ή ανάγκη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την «απόλαυση» των υλικών αγαθών (Μ. Βασίλειος).

3)         Αντικειμενικός σκοπός της αυτάρκειας είναι ή ικανοποίηση των αναγκών του άτομου, έστω με περιορισμό της αγάπης προς τον πλησίον.

4)         Ή αυτάρκεια προϋποθέτει τουλάχιστον μια μικρή πίστη και ελπίδα στο Θεό, πώς στο παρόν και στο μέλλον (και στα γηρατειά) τέλεια θα φροντίσει για μάς.

5)         Ή αυτάρκεια αποδέχεται (ή ανέχεται) το θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας (έστω μικρής) σε μια ολοκληρωμένη μορφή, με ορισμένους όμως όρους.

6)         Για τη χριστιανική αυτάρκεια όροι απαραίτητοι είναι: τα μέσα της αποκτήσεως και ό τρόπος της χρήσεως των υλικών αγαθών πρέπει να είναι σύμφωνα με το θέλημα τού θεού, δηλαδή χριστιανικά.

7)         Κριτήριο για τη χριστιανική αυτάρκεια δεν είναι οι νόμοι του κράτους, αλλά ή σύσταση τού Χριστού: «Μακάριόν εστί μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν».

8)         Με τη χριστιανική αυτάρκεια αμφισβητούνται οι θεσμοί (α') της κληρονομιάς («δωρεά αιτία θανάτου»), αφού μόνον αυτάρκεια υπάρχει και όχι ιδιοκτησία, και (β') τού ατομικού πλούτου (έστω μικρού), γιατί ή λέξη «πλούτος» υπονοεί «πλησμονή» (μεγάλη ποσότητα, επομένως και συνεχές περίσσευμα), πού έξ ορισμού αποκλείεται στην αυτάρκεια.

9)         Πρόβλημα στην αυτάρκεια είναι ή ελαστικότητα στην έννοια της, σε οριζόντια και κάθετη διάσταση. Γιατί εξαρτάται απ' τις διάφορες συνθήκες της ζωής (υγεία, ηλικία, επάγγελμα, μόρφωση, κοινωνική θέση, περιστάσεις), απ' το περιβάλλον πού ζει (εποχή, τόπος, συνθήκες) κι απ' το αν στη λέξη αυτάρκεια περιλαμβάνεται και ή υποχρέωση να βοηθήσεις τον πλησίον σου (πού είναι «καθένας πού έχει ανθρώπινη φύση» - Μ. Αρσένιος), αφού είναι αδελφός μας (οριζόντια διάσταση). Ακόμη εξαρτάται απ' το μέγεθος των πνευματικών αναγκών, πού αυξάνουν και επιτείνουν τις υλικές ανάγκες (κάθετη διάσταση).

10)      Απαραίτητος όρος της χριστιανικής αυτάρκειας είναι: ή πηγή των πόρων για αυτάρκεια είναι ή Χάρη τού Θεού, κι όχι κυρίως ή ατομική προσπάθεια τού άνθρωπου. Κι ή πίστη του αυτή βασίζεται στη συνεχή πρόνοια τού θεού για τον κόσμο (κι ιδιαίτερα για κάθε άνθρωπο) και στην επιθυμία του για «ολιγάρκεια και αυτάρκεια» (Ισίδωρος).

11)      Χαρακτηριστικό της χριστιανικής αυτάρκειας είναι το «διδόναι». Δηλαδή «στα μεν υλικά αυτάρκεια, στα δε πνευματικά περίσσευμα» (Χρυσόστομος)• γι' αυτό έχει σαν συνέπεια να προΐσταται ό χριστιανός «σε κάθε καλό έργο» (Παύλος, Χρυσόστομος, ευχή στην Ακολουθία τού Γάμου).

12)      Συνιστάται στο χριστιανό ή «ολιγάρκεια» (Κλήμης) και «με τη διανομή» τού πλούτου «σ' αυτούς πού έχουν ανάγκη, να μικραίνει» την περιουσία του τόσο, «μέχρι να φθάσει στην αυτάρκεια» (Παλλάδιος). Τούτο κατορθώνεται με την προσευχή, την εγκράτεια (Μάρκος ερημίτης) και την προσωπική προσπάθεια.








Ν.Θ. ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ.
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΨΗ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΚΟΡΑΛΙ 1982


Spiritualität der Orthodoxen Kirche - Einführung -Priestermönch Paisios aus dem Kloster des hl. Arsenios in Griechenlad beginnt eine neue Vortragsreihe über die Spiritualität in der Orthodoxen Kirche.

ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ 2013.


16.02.2013 .Ο μοναχός Νεκτάριος από την Σκήτη Άγ.Παντελεήμονος του Αγίου Όρους μιλά στήν Αδελφότητα " Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός " Στουτγκάρδης για την "Ορθοδοξία"


THE ELDRESS MYRTIDIOTISSA THE ASCETIC STRUGGLER OF KLISSOURA MACEDONIA, GREECE 1886-1974


THE ELDRESS MYRTIDIOTISSA
THE ASCETIC STRUGGLER OF KLISSOURA
MACEDONIA, GREECE
1886-1974
Dear People,

            I recently discovered the life of this saintly woman, The Eldress Myrtidiotissa, on the internet from Greece and I was taken by the great effort this holy woman made to be totally committed to Jesus Christ during her earthly life.  Like all ascetics of the Orthodox Church, they have come to the realization that the primary purpose of our existence in this world is to become Christ-like. In order to accomplish this, they disdain all the comforts of the material world in order to reach the heights of divine grace. In achieving their goal, they were granted the heavenly gifts of discernment, prophecy, miracles and living beyond the realm of the material world while still in the flesh.  These are truly extraordinary men and women who are called to this unique kind of life.  Not all of us are made to live like they do. But I do believe that they are called to live this way in order to be an example for the rest us so that the rest of in the Church can be taught what it means to live a saintly life. We are all called to salvation, each in our own unique way.  Every one of us is gifted by our Creator for a specific mission in life that will help all human beings find salvation.

            Much of what these ascetic men and women of the Orthodox Church accomplished in their blessed lives is unknown to most Christian people of the Western world. It is good to know what Christians are capable of accomplishing especially in a world where most people do not even know what the purpose of life is all about.  We are all called to seek eternal life in the loving embrace of our Creator.  Eternity is a special gift that we must acquire through great spiritual and physical struggle. For we are reminded in scripture: “And from the days of John the Baptist until now the kingdom of heaven suffers violence, and the violent take it by force.” (Mt 11:12). Surely the Eldress Myrtidiotissa gained the kingdom of heaven by force submitting her human weaknesses totally to the will and love of Jesus Christ.  May we all learn from her struggles and take to heart the special messages she received from the Mother of Jesus. May we all have a most blessed Lenten Fast.

Transliterated from the Greek video by:
+Fr. Constantine J. Simones (Charles), March 19, 2013 USA

            The Eldress Myrtidiotissa was born in the northern part of the ancient Hellenistic world of Pontos on the Black Sea, south of Trapezounta in 1886.  From a very young age she showed signs that she was destined for a virtuous and holy life.  She was hindered in following this path by being married off by her parents. Her parents married her off at a young age so that she could not become a nun. But the will of God is in control of all of our lives and it was His will that her husband and her two young children would die so that she would be free to pursue a saintly life. After these great tragedies in her life, she was now free to dedicate the rest of life totally to God. 

            In 1923, during the destruction of Hellenism in Asia Minor, she arrived in Western Macedonia as a refugee. The Pontians put down their new roots in Western Macedonia. She lived with her brother but she was not able to adjust to the secular world. She was a very attractive young widow and her family urged her constantly to get married again. She firmly refused for she felt that there was nothing in the world that attracted her. Divine grace was driving her into the wilderness. She initially lived as a hermit in the region of Florina until 1926.  Then following a direct invitation from the Holy Mother in 1927, she dedicated herself totally to the Monastery of the Birth of the Holy Mother near Klissoura, which is twenty kilometers away from Ptolemais, Macedonia.

            She lived at this Monastery for approximately fifty years. She struggled terribly between the years 1927 to 1950 because she found the Monastery in decline and there was no sisterhood there.  Her food was frugal: bread, sugar, tomatoes, grapes, greens without olive oil and pickles. She would often not eat for many days at a time.  She slept very little.  She never felt cold even during the bitter winters of Macedonia because, as she told the Bishop, she was on fire for Jesus Christ. After enduring these privations for three years, she gave up hope and decided to go back to her family.  During her journey back to the world, she stopped to rest and fell asleep. While fast asleep she was suddenly awoken by someone who touched her.  She then heard the austere voice of the Virgin Mary urging her to go back and to be more patient in her struggle at the Monastery.  She returned to the Monastery and she began to neglect herself purposely in order to hide her physical beauty.  She wore old clothing; she did not wash herself and looked terribly disheveled. She truly became a fool for Christ.  She wanted people to mock her and make fun of her. In this way, she concealed the inner spiritual life that consumed her being.  Those who met her now looked upon her as a crazy woman, a crank.   It was a life of severe asceticism in which she lived close to nature.

             She hid within herself a wealth of spirituality; a life of Christian virtue and grace. She hid this by acting very strange.  In the Orthodox Christian tradition, this is called becoming a fool for Christ while praying constantly for the salvation of the world.  She preached the saving message of Jesus Christ to whoever came into contact with her. She performed miracles and received many revelations and prophesies about future events.  The greatest characteristic of her miraculous life was her closeness to the Mother of God and to Saint George, the Great Martyr. Both of these holy beings would visit her constantly and were close companions of hers throughout her life at the Monastery. She reposed in the Lord on the feast day of Saint George in 1974.

            The Monastery of the Birth of the Holy Mother was situated two miles below the village of Klissoura in a dense forest filled with oak trees.  This Monastery was established in the fifteenth century by the priest monk Isaiah of Mount Athos. The Holy Mother had appeared to him at his Monastery on the Holy Mountain and told him to return to his homeland in Macedonia in order to build a Monastery on her behalf.  He returned to his homeland and built the Monastery as requested of him by the Virgin Mary.  The Eldress Sophia, as she was known in the world, was also guided to this same Monastery by the Holy Mother in 1927.

            The message to Sophia from the Holy Mother was: “Patience! Much Patience! Pride is an evil thing.  Dust to dust.  Pride casts the soul into Hades.” The Most Holy Mother appeared to her constantly telling her; “Advise people to be patient in life.  Speak to people about the evil of short skirts.  Talk to them about their apostasy from faith in Jesus Christ.  Preach repentance.”  Another time Mary told her: “Tell the people to keep the fasts of Wednesdays and Fridays and eat very little on these days. Attend Church regularly.  Men and women should not wear immodest clothing. Dress humbly.”  Mary also told her that the Old Calendar (Julian) is the right calendar to follow.  Her other constant companion at the Monastery was St. George. He once took her up on a heavenly journey and showed her the horrors of hell so that she could see the damned.  She never forgot the suffering of the souls of the people that she saw there. During this same journey, St. George also took her to see Paradise and she also never forgot the joy of the souls that dwelled there. 

            The Eldress often said to women: “Be careful not to tempt men. Do not wear short sleeves, short dresses and short hair.  The Panagia (Holy Mother) is very saddened by these things.”  The Holy Mother revealed to her that God would destroy the world because people do not pray and repent for their sins. She would tell people that the knees of the Holy Mother have become bloodied because of her constant praying for the sins of the world.  She taught the faithful to repent and to be good to one another.  She admonished us to fast for we are only temporary residents of this world. She asked us to pray constantly and honor the Ten Commandments.  We are to have compassion for one another for the wrath of God is coming upon us.  She told young people to keep themselves chaste until the day of their marriage so that they may have the blessing of the Lord. 

HER PROPHESIES: “I saw black clouds gathering and the wrath of God coming down upon the earth. I saw these clouds slowly; slowly coming down to the earth and when they arrive, the war will start. I beg you, my dear people, change your way of life and seek repentance.  I saw the tears of the Holy Mother.  She cries for our sins day and night.  Please God, do not destroy our world.” The Eldress began to cry again as she spoke to the Bishop: “I do not say these things to frighten people. I say these things to warn them and because the Holy Mother says there will be a world war and two thirds of the world’s population will be destroyed.” She continued to cry and said: “My Monastery will become ashes. What can I do but pray to the Holy Mother for the salvation of the world.”   

            On the day of her repose (death), St. George himself took her up and escorted her on the great journey to eternal life. In fact, she died on the feast day of St. George.  To this day her tomb is at the Church of St. John the Forerunner which is up on the mountain side above the Monastery. Eight years after her repose, the Eldress appeared to her people and asked them to exhume her body.  She asked them to tell the Bishop to come and exhume her body on the Feast Day of St. George according to the Old Calendar.  At the moment of her exhumation from the grave, the whole area became fragrant with an ineffable aroma like that of roses.  A heavenly light also enveloped the area and her bones gave off a brightness like that of the sun.

HOLY SAINT MYRTIDIOTISSA PRAY TO GOD FOR US
ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ
GOD IS GLORIFIED IN HIS HOLY SAINTS