Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Κυριακή 24 Μαρτίου 2013
Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ Α'. Υπερφυσική κατάσταση 1ο σκαλοπάτι: Ή ακτημοσύνη
Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ
Α'. Υπερφυσική κατάσταση
1ο σκαλοπάτι: Ή ακτημοσύνη
Ν.Θ. ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥ
Ή ακτημοσύνη είναι μια μικρή και
ατομική χρήση των υλικών αγαθών του Θεού, και μια υπερφυσική κατάσταση του άνθρωπου,
δηλαδή μια θεία Χάρη. Είναι βασικό στοιχείο της μοναχικής και ασκητικής ζωής και
μια από τις τρεις υποσχέσεις του μοναχού. Ή ακτημοσύνη είναι το ατομικό ιδεώδες
της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την οικονομική ζωή.
Με την ακτημοσύνη καταργείται ό
θεσμός της ατομικής ή ομαδικής ιδιοκτησίας.
Ακτήμονα λέμε τον άνθρωπο πού δεν
έχει απολύτως τίποτα υλικό δικό του και ζει μόνος, γιατί όταν ζει με άλλους
μιλάμε για κοινοκτημοσύνη. Ό Μ. Βασίλειος είπε: «Το φόρεμα είναι το μέτρο της ακτημοσύνης,
όπως είπε ό Κύριος, να φθάσει δηλαδή ό καθείς να έχει ιδιοκτησία του μόνο μια
φορεσιά» Όταν όμως ό μοναχός έχει έστω και ένα ρούχο είναι ακτήμονας; Ή ακτημοσύνη
είναι ψυχολογική και ηθική κατάσταση (για το χριστιανό) κι όχι οικονομική ή
νομική. Ακτήμονας είναι αυτός πού νοιώθει πώς τίποτα δεν είναι δικό του. Και το
ρούχο πού φοράει είναι ξένο (αλλουνού -άνθρωπου, ομάδας ανθρώπων, Θεού). Ό
διαχειριστής λ.χ. ενός μοναστηριού, αν αισθάνεται ότι τα πάντα (και το ρούχο
του) είναι ξένα (τού μοναστηριού — τού Θεού), τότε είναι ακτήμονας.
Το ιδεώδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως
προς τα υλικά αγαθά είναι ή ατομική ακτημοσύνη. Κι αυτό γιατί το ορθόδοξο
ιδεώδες είναι ή άσκηση. «Ή ορθόδοξη άσκηση, είναι εκκλησιολογική αρετή, είναι
θέση και κανών της Εκκλησίας, ή πρακτική ευσέβεια της Εκκλησίας, εντός της οποίας
διασώζεται ό προσωπικός - οντολογικός χαρακτήρ της ορθοδόξου πνευματικότητος».
«Ή παρθενία και ή ακτημοσύνη... δεν
είναι εντολές υποχρεωτικές τού θεού προς τούς ανθρώπους, αλλά είναι δώρα» τού
άνθρωπου προς το θεό, λέει ό αρχιμανδρίτης Δωρόθεος πού έζησε στα μέσα τού 6ου
αιώνα μ.Χ.3. Για το Χριστιανισμό δηλαδή, όπως είναι ή παρθενία δώρο τού Θεού στον
άνθρωπο, έτσι και ή ακτημοσύνη είναι δώρο τού Θεού στον άνθρωπο, αφού δεν είναι
μια φυσική κατάσταση αλλά μια υπερφυσική. Τα δώρα τού Θεού ό άνθρωπος τα
προσφέρει στο Θεό. («Τά σα εκ των σων σοι προσφέρομεν...» λέμε στη Θ.
Λειτουργία.) Ώστε ή ακτημοσύνη είναι δώρο τού Θεού στον άνθρωπο πού κι ό
(ακτήμονας) άνθρωπος το προσφέρει στο Θεό σαν δώρο.
Άπ' την ιστορία δε θ' αναφέρω τις
θεωρίες της εθνολογίας για την ακτημοσύνη- θα αναφέρω την ηθική άποψη στην ακτημοσύνη
των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Γι' αυτή ό Κλήμης ό Αλεξανδρινός λέει, καθώς και
πριν ανέφερα: «...Ούτε είναι καινούριο φαινόμενο ή άρνηση τού πλούτου και το
χάρισμα του στους φτωχούς ή στους γονείς, αυτό δηλαδή πού κάνανε πολλοί πριν
κατέβει στη γη ό Σωτήρας. Αυτό το έκαναν άλλοι με το σκοπό να έχουν την ησυχία
τους (ξενοιασιά) και (ν' ασχοληθούν με μια) άψυχη σοφία. Άλλοι όμως με το σκοπό
της ματαίας φήμης και της κενοδοξίας, όπως ό Αναξαγόρας κι ό Δημόκριτος κι ό
Κράτης... Αυτοί ακριβώς πού είπαμε πριν, αφού περιφρόνησαν τούς άλλους ανθρώπους,
τα μεν κτήματα τους τα άφησαν κι ακόμη τα κατέστρεψαν, αλλά τα πάθη στις ψυχές
τους, αλλοίμονο, τα αύξησαν. Γιατί απέκτησαν υπεροψία και αλαζονεία και
κενοδοξία και περιφρόνησαν τούς άλλους ανθρώπους, ότι αυτοί κατόρθωσαν κάτι το
υπεράνθρωπο». Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν μια αίσθηση τού τέλειου, αλλά τη
στράβωσαν ηθικά. Γιατί όπως λέει ό άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης, «όποιος είναι
ακτήμονας χωρίς κάποια πνευματική αιτία, δύο φορές αδικείται: δεν έχει τις
υλικές απολαύσεις τώρα στη γη, αλλά και στη μέλλουσα ζωή θα στερηθεί τις χαρές».
Κι ό Ιωάννης ό Χρυσόστομος προσέχει τον
πόνο της φτώχειας: «Δεν μπορεί με καμιά έκφραση να περιγραφεί ό τόσος πόνος, ή
θλίψη, όσα υποφέρουν οι φτωχοί, πού δεν ζουν και δεν σκέπτονται χριστιανικά».
Οι Εβραίοι όμως με την πίστη και την
υπακοή τους στο θεό εύρισκαν το τέλειο. Οι πιστοί στο Θεό πλησίασαν να το εφαρμόσουν,
οι ολιγόπιστοι αγανακτούσαν για την άσκηση στην ακτημοσύνη, πού τούς έκανε ό
Θεός. Στη 2η παράγραφο τού 1ου κεφαλαίου ανέφερα με λεπτομέρειες την εκπαίδευση
πού έκανε ό Θεός στους ανθρώπους για ν' αποκτήσουν το πνεύμα της ακτημοσύνης και
το πνεύμα της εξαρτήσεως τους απ' Αυτόν.
Υπενθυμίζω μερικά: Μετά την πτώση ό
άνθρωπος είναι στη γη σαν «ξένος και περαστικός». Ό Αβραάμ με εντολή του Θεού
εγκατέλειψε την πατρίδα του και την πατρική κληρονομιά του κι έφτασε να μην
έχει ούτε ένα τόπο γης, για να θάψει τη γυναίκα του Σάρρα όταν πέθανε. Οι Εβραίοι
με εντολή του θεού εγκαταλείπουν την ακίνητη τους περιουσία στην Αίγυπτο και
περιπλανώνται χρόνια στην έρημο και για να
εκπαιδευθούν στην ακτημοσύνη και να καλλιεργήσουν την ελπίδα και εμπιστοσύνη
τους στο θεό, με το μάννα και τα ορτύκια πού τούς έριχνε. Κι ακόμα, όταν εγκατασταθήκαν
στην Παλαιστίνη κι αποκτήσανε κτήματα, ό θεός με διάφορες διατάξεις (πού τις
χαρακτηρίζουμε σαν κοινωνική πρόνοια) τούς επέβαλλε σε ορισμένα χρονικά διαστήματα
και περιστάσεις, να μη μαζεύουν αυτοί τούς καρπούς, αλλά να τούς αφήνουν για
τούς φτωχούς και τούς ξένους.
Για τις ψυχολογικές και ηθικές συνέπειες
της ακτημοσύνης, βοηθάει νομίζω πολύ, αν προσέξουμε τις λεπτομέρειες στο μάννα και
τα ορτύκια: «Είπε λοιπόν ό Κύριος στο Μωυσή: Να εγώ θα σάς ρίξω σα βροχή ψωμιά απ'
τον ουρανό. Και να βγει ό λαός και να μαζεύει κάθε μέρα ότι είναι απαραίτητα
γι' αυτόν. (Κι αυτό θα το κάνω) για να τούς δοκιμάσω αν εκτελούν τον νόμο μου ή
όχι: Την έκτη (Παρασκευή) ήμερα να ετοιμάζονται για να μαζέψουν το διπλάσιο, απ'
ότι μαζεύουν κάθε μέρα». Αυτό γινόταν το πρωί με το μάννα, πού ήταν ψωμί, και
καλύτερο απ' το ψωμί.
Μερικοί όμως μάζεψαν περισσότερο απ' ότι
χρειάζονταν και το φύλαξαν για την άλλη μέρα, αλλά το πρωί είχε σκουληκιάσει και
έτσι την άλλη μέρα μάζεψαν άλλο φρέσκο, της ημέρας. Την Παρασκευή όμως, πού
μάζευαν διπλάσιο και για το Σάββατο (την ήμερα πού 'χαν οι Εβραίοι απόλυτη
αργία) το μάννα δεν σκουλήκιαζε, αλλά διατηρείτο σαν να 'ταν φρέσκο. Το Σάββατο
δεν έβρεχε μάννα. Μερικοί λ.χ. παρέβαιναν την αργία τού Σαββάτου και το πρωί
έψαχναν να βρουν μάννα, αλλά δεν έβρισκαν. Και ό θεός είπε στο Μωυσή: «Έως πότε
δε θα φυλάτε τις εντολές μου και το νόμο μου;». Για κρέας, έβρεχε ό ουρανός
κάθε απόγευμα ορτύκια.
Βλέπουμε λοιπόν καθαρά την εκπαίδευση
πού κάνει ό θεός στους Εβραίους, όταν ήταν στην έρημο τού Σινά: Απ' το 'να
μέρος έμπρακτα καλλιεργεί την πίστη και την ελπίδα στο θεό: αφού δεν μπορούσαν στην
έρημο πού ήταν ν' αποκτήσουν τρόφιμα, χωρίς δικιά τους προσπάθεια θα έχουν μια
τέλεια διατροφή. Απ' το άλλο μέρος υποταγή στο θέλημα τού θεού και εφαρμογή του
νόμου Του με ακρίβεια: Τούς δοκίμασε με τη διατήρηση ή το σκουλήκιασμα του
μάννα τις άλλες μέρες ή το Σάββατο. Αυτό πού είπε δηλαδή ό Χριστός στην «επί του
όρους ομιλία» Του:
«Μην πολύ φροντίζετε για τη ζωή σας, τί θα φάτε ή τί θα
πιείτε... "Ολ' αυτά τα επιδιώκουν οι ειδωλολάτρες. Ξέρει ό Πατέρας σας πού
είναι στον ουρανό πώς απ' όλα αυτά έχετε ανάγκη. Να ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του
θεού και την εφαρμογή τού νόμου Του και τότε όλ' αυτά θα σάς χορηγηθούν. Μην
πολυφροντίζετε λοιπόν για την αύριο, γιατί ή αυριανή ήμερα θα φροντίσει για τα
δικά της πράγματα. Φθάνει ή στενοχώρια της ημέρας». Ότι ακριβώς ό Χριστός
δίδαξε, προσπάθησε πριν από αιώνες να το διδάξει στους Εβραίους. Ακτημοσύνη κι
εμπιστοσύνη (πίστη, ελπίδα) στο θεό.
Ή Ρούθ, πού είναι προγονή του Ιησού
Χριστού, είναι υπόδειγμα ακτημοσύνης, κι ό Ίώβ, το πρότυπο αυτό της υπομονής, στη
δεύτερη περίοδο της ζωής του, είναι υπόδειγμα ακτημοσύνης.
Δεν θ' αναφέρω όμως την ακτημοσύνη των
'Εσσαίων, πού με τα χειρόγραφα τού qumran (πού βρέθηκαν στην Νεκρή Θάλασσα)
μάθαμε, γιατί έχω πιο χαρακτηριστικά στοιχεία απ το χριστιανικό μοναχισμό.
Στην Καινή Διαθήκη λοιπόν βλέπουμε τις
ίδιες ιδέες πού βρίσκουμε στην Π. Διαθήκη, αλλά πιο σταράτα (ρητά και καθαρά)
διατυπωμένες.
Ό Ιησούς Χριστός είπε για τον εαυτό
Του: «Οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πουλιά τ' ουρανού έχουν κατοικίες, ενώ ό
Υιός του άνθρωπου δεν έχει που να γύρει το κεφάλι του».
Δηλαδή ό Ιησούς (το πρότυπο
για την ζωή του χριστιανού) ήταν ακτήμονας και γι' αυτό άστεγος.
Ό Χριστός γνωρίζοντας τη σωματική,
ψυχολογική και ηθική μας αδυναμία φροντίζει ό ίδιος να ικανοποιήσει τις υλικές
μας ανάγκες. Στην ερημιά πού τον βρήκαν οι όχλοι και τούς δίδασκε, δεν τούς
άφησε να φροντίσουν μόνοι τους να βρουν τροφή και να ταλαιπωρηθούν, άλλ' είπε
στους μαθητές Του: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Ευλόγησε ό ίδιος (με θαύμα) τα
πέντε καρβέλια ψωμί και τα δύο ψάρια των Αποστόλων κι έφαγαν χιλιάδες ακροατές
του. Δηλαδή πρακτική εφαρμογή της διδασκαλίας Του. Κι ό άγιος Ιωάννης ό
Χρυσόστομος λέει: «Ό Χριστός τότε στην ερημιά τάισε τα άπειρα πλήθη... και αφού
ικανοποίησε τις υλικές τους ανάγκες, τα οδήγησε στην πνευματική τροφή». Δηλαδή δεν
ξεχωρίζει ό Χριστός τις υλικές απ' τις πνευματικές ανάγκες τού άνθρωπου, μόνο την
αξιολογική (όχι τη χρονική) προτεραιότητα ορίζει: Αξιολογικά πρώτα τα
πνευματικά κι έπειτα τα υλικά. Αυτή είναι μια βασική αρχή τού Χριστιανισμού.
Ό άγιος Ιωάννης ό Πρόδρομος ήταν τόσο
ακτήμονας, πού το «ρούχο του ήταν από τρίχες γκαμήλας και είχε μια δερμάτινη
ζώνη γύρω απ' τη μέση του, ή δε τροφή του ήταν ακρίδες και μέλι από αγριομέλισσες».
Ό ίδιος ό Χριστός στην παραβολή τού
Λάζαρου και τού πλούσιου, μάς προβάλλει το φτωχό και άρρωστο Λάζαρο σαν πρότυπο
αρετής, πού για την αρετή του πήγε στον Παράδεισο.
Ό Απόστολος Παύλος μιμήθηκε τον Κύριο
κι έγινε ακτήμονας. Ό Ίδιος το βεβαιώνει: «Δεν πεθύμησα τα χρήματα κανενός, ή το
χρυσάφι ή το ρουχισμό. Σεις οι Ίδιοι ξέρετε πώς τις δικές μου υλικές ανάγκες και
των συντρόφων μου εξυπηρέτησαν αυτά τα χέρια μου», έλεγε στους κληρικούς της Εφέσου.
Και στους Κορινθίους λέει πώς δε δίνει αυτός και οι συνεργάτες του αφορμή σε
κανένα για να παρεξηγήσει την εργασία του, «σαν φτωχοί πού είμαστε, κι όμως
κάνουμε πολλούς πλούσιους σαν να μην έχουμε τίποτα, κι όμως κατέχουμε τα πάντα».
Τον Ιησού Χριστό και τον Απόστολο
Παύλο πολλοί μιμήθηκαν και στην ακτημοσύνη. Ό Μ. Αντώνιος λ.χ. μοίρασε την περιουσία
του στους φτωχούς και έγινε ακτήμονας. Το ίδιο κι ό Μ. Βασίλειος και πολλοί απ'
τούς αγίους, καθώς και άλλοι που δεν έχουν ανακηρυχθεί άγιοι. «Οι πρώτοι άγιοι
(χριστιανοί), όπως γράφει ό άγιος Νείλος, ζούσαν μόνον για την ψυχή τους και για
το θεό πού τη δημιούργησε, και δεν ασχολούνταν με το σώμα, γι' αυτό και χωρίς
ατομική φροντίδα είχαν την κατάλληλη στιγμή με αξιοπρέπεια, ότι τούς χρειάζονταν
αν και δεν τα φύλαγαν στις αποθήκες, παρουσιάζονταν απ' τη θεία θέληση σαν από
καμιά αποθήκη, την κατάλληλη ώρα».
Για έμπρακτη εφαρμογή αυτής της
αντίληψης αναφέρω ένα περιστατικό: Ό άββάς Δουλάς όταν ήταν νέος μαθήτεψε στον
(άγιο) άββά Βησσαρίωνα. Μια μέρα πού οδοιπορούσαν σε μια ακρογιαλιά λέει ό Δουλάς
στον γέρο Βησσαρίωνα: «'Αββά, διψάω πολύ». Ό γέρος προσευχήθηκε κι είπε στον
Δουλά: «Πιες απ' τη θάλασσα». Ό Δούλας ήπιε, κι ήταν το νερό γλυκό. Έπειτα
έβγαλε το παγούρι του να το γεμίσει γλυκό νερό για το δρόμο. Ό Βησσαρίων όμως δεν
τον άφησε και του 'πε: «Ό Θεός είναι εδώ, αλλά και παντού είναι ό θεός», για να
μάς δώσει όταν διψάσουμε γλυκό νερό.
Χαρακτηριστικό όμως είναι κι εν' άλλο
περιστατικό του ίδιου άββά Βησσαρίωνα: Ό γέροντας άββάς Βησσαρίων ήταν
ακτήμονας και ελεήμονας. Ένα μικρό Ευαγγέλιο, πού είχε πάντοτε κάτω απ' τη
μασχάλη του, ήταν ή μόνη του περιουσία, εκτός απ' τα ρούχα, πού φορούσε - μια
κελεμπία κι ένα σάλι. Μια μέρα πού πήγε στην κωμόπολη είδε ένα φτωχό κουρελή να
κρυώνει. Αμέσως του 'δωσε το σάλι του. Σε λίγο όμως είδε έναν άλλο ρακένδυτο (σε
χειρότερη κατάσταση). Τί να κάνει; Σκέφθηκε: «Πώς εγώ, πού έχω δήθεν εγκαταλείψει
τον κόσμο, έχω ένα ρούχο και φοράω, ενώ ό αδελφός μου έχει ξυλιάσει απ' το
κρύο; Αν λοιπόν τον αφήσω θα πεθάνει, κι εγώ θα 'μαι ή αιτία του θανάτου. Τί
λοιπόν να κάνω; Να γδυθώ, να το κόψω στη μέση και να του δώσω το μισό; Αλλά τί θα
χρησιμεύσει το μισό σ' έμενα και το μισό σ' αυτόν;...
Μήπως θα με βλάψει σε
τίποτα, αν κάνω κάτι περισσότερο απ' την εντολή τού Θεού,». Κάλεσε το φτωχό στα
προπύλαια ενός κτιρίου, τον έντυσε με την κελεμπία του κι αυτός έμεινε
ολόγυμνος. Έκατσε κάτω σταυροπόδι, με τα χέρια του κρύβει τα πιο ευαίσθητα μέρη
τού σώματος του και κάτω απ' τη μασχάλη του είχε το μικρό Ευαγγέλιο. Σε λίγο
περνά ένας έφιππος αξιωματικός της φρουράς. Πρόσεξε τον Βησσαρίωνα και πήγε
κοντά του. «Ποιος σ' έγδυσε;», τον ρώτησε. Κι αυτός τού έδειξε το Ευαγγέλιο και
τού 'πε: «Τούτο μ' έγδυσε». Αμέσως έβγαλε ό αξιωματικός το εξωτερικό του στρατιωτικό
ρούχο και τού το 'δωσε. Κι έτσι ό άββάς Βησσαρίων έφυγε ντυμένος στρατιωτικά.
Ό Χριστός δεν έζησε μόνο απλά και
φυσικά την ακτημοσύνη, τη δίδαξε και με λόγια:
Στο «Πάτερ ημών» μάς λέει να
παρακαλούμε το Θεό: «Τον άρτον ημών τον έπιούσιον δός ήμϊν σήμερον». Επειδή
προϋποθέτουμε ότι είμαστε ακτήμονες, γι' αυτό παρακαλούμε το Θεό να μάς δώσει
σήμερα το καθημερινό μας ψωμί. Ό άγιος Κύριλλος της Αλεξάνδρειας εξηγώντας το
χωρίο λέει: «Ζητάμε την καθημερινή τροφή, επειδή είμαστε ακτήμονες».
Στους Αποστόλους λέει ό Κύριος
καθαρά: «Να μην πάρετε μαζί σας ούτε χρυσάφι, ούτε ασήμι, ούτε χάλκινα
νομίσματα στη ζώνη σας, ούτε ραβδί, γιατί ό εργάτης έχει δικαίωμα να τρέφεται».
Κι ό ίδιος ό Κύριλλος σχολιάζει: «Ό λόγος τού Θεού ξεπερνάει το συνηθισμένο και
φθάνει στην υπερβολή να απαγορεύει οποιαδήποτε απόκτηση - ιδιοκτησία πράγματος».
Άπειροι χριστιανοί έγιναν ακτήμονες
εφαρμόζοντας τη σύσταση τού Χριστού. Για παράδειγμα αναφέρω τη γνωστή ζωή του
Μ. Βασιλείου, πού όλη την πατρική του κληρονομιά τη μοίρασε στους φτωχούς κι έμεινε
τέλεια ακτήμονας. Όταν λοιπόν ό αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα τον απείλησε να
δημεύσει την περιουσία του (ό αδέσμευτος απ' τα υλικά αγαθά - ό ακτήμονας τί να
φοβηθεί;), τού απάντησε: «Αναμφισβήτητα αυτόν πού δεν έχει τίποτα δεν τον
κατακτάς με τη δήμευση της περιουσίας του. (Όπως εμένα, πού δεν έχω τίποτα), έκτος
απ' το τρίχινο ράσο πού φοράω και τα λίγα μου βιβλία, πού είναι όλη μου ή περιουσία».
Ή γενναιότητα και ή αφοβία για την υποστήριξη της πίστης είναι κι αυτά
ψυχολογικά και ηθικά αποτελέσματα του ακτήμονα.
Δηλαδή «δεν μπορείς να
φοβερίσεις το φτωχό», όπως λέει ό Σολομών.
Οι καλοί χριστιανοί συνήθιζαν με
σύνεση να μοιράζουν στους φτωχούς την περιουσία πού κληρονόμησαν απ' τούς
γονείς τους. Λ.χ. ό άγιος Πορφύριος (επίσκοπος στη Γάζα της Παλαιστίνης,
"("420 μ.Χ.) και ό άγιος Ζήνων, όταν πέθαναν οι γονείς τους και τούς
κληρονόμησαν. Επειδή όμως είχαν και ανήλικα αδέλφια, περίμεναν να ενηλικιωθούν
τ' αδέλφια τους, να μοιράσουν την κληρονομιά κι έπειτα το μερτικό τους να το
δωρίσουν στους φτωχούς.
Όχι μόνο στους Αποστόλους, αλλά σ'
όσους θέλουν να γίνουν τέλειοι χριστιανοί, ό Κύριος συνιστά την ακτημοσύνη. «Αν
θές να είσαι τέλειος, πήγαινε και πούλησε όσα έχεις και μοίρασε τα στους
φτωχούς, και θα 'χεις θησαυρό στους ουρανούς και έλα, ακολούθησε με», είπε ό
Κύριος στον πλούσιο νέο.
Ό Ώριγένης λέει πώς ό επίσκοπος έχει
καθήκον να προτρέπει τούς πιστούς σε ακτημοσύνη και να φροντίζει για τη
συντήρηση τους.
Ποιά είναι ή ψυχολογία τού χριστιανού
ακτήμονα, μάς την περιγράφουν οι άγιοι Μακάριος ό Αιγύπτιος και ό Νείλος.
Ό Μακάριος λέει ότι το χαρακτηριστικό
του χριστιανού ακτήμονα είναι ή απάθεια: «Αν γίνει μέσα στην ψυχή σου ό εξευτελισμός
να 'χει την ίδια επίδραση σαν τον έπαινο, κι ή φτώχεια σαν τον πλούτο, κι ή
έλλειψη σαν την αφθονία, δεν πεθαίνεις...» πνευματικά. Ή ψυχολογική απάθεια και
στα υλικά αγαθά είναι δείγμα της πνευματικής ζωής.
Ό Νείλος συγκρίνει την ψυχική στάση του
πιστού (χριστιανού) και τού άπιστου (ειδωλολάτρη) μπροστά στον πλούτο και στη
φτώχεια, δηλαδή στην ακτημοσύνη: «Ό ειδωλολάτρης (άπιστος) βλέπει τον πλούτο και
μένει κατάπληκτος απ' το θαυμασμό του- βλέπω κι εγώ (ό πιστός χριστιανός) τον
πλούτο, και τον περιφρόνησα και γέλασα. Βλέπει εκείνος τη φτώχεια, έφριξε και κλαίει•
βλέπω κι εγώ τη φτώχεια και πηδάω
(απ' τον ενθουσιασμό μου) και
χαίρομαι. Λοιπόν αλλιώτικα βλέπουν οι χριστιανοί τα πράγματα, κι αλλιώτικα οι
άπιστοι».
Μια αντικειμενική σκέψη, πού είναι και
ή συνηθισμένη όλων των ανθρώπων, είναι ένα δίστιχο τού άγιου Γρηγόριου τού
Ναζιανζηνού (ή Θεολόγου) πού λέει: «Ό πλούτος και ή φτώχεια (ή ανάγκη) είναι
κακό με δύο μορφές, γιατί εξευτελίζει και κουράζει τον άνθρωπο. Είναι σαν την
μπάλα στα χέρια των νέων πού την πετάει ό ένας στον άλλον».
'Εδώ πρέπει να δούμε ακόμη μια
περίπτωση πού αναφέρει ό Μακάριος ό Μάγνης (αρχές 5ου αιώνα μ.Χ.): Μερικοί
χριστιανοί πλούσιοι εφάρμοσαν τη συμβουλή τού Χριστού στον πλούσιο νέο.
Πούλησαν τα πάντα και τα μοίρασαν στους φτωχούς. Κατέληξαν όμως να
διακινδυνεύουν και να ζηλεύουν αυτούς πού είχαν τα σπίτια τους. «Ξέπεσαν
(δηλαδή ηθικά) με πρόφαση την ευσέβεια». Προσπάθησαν δηλαδή να εφαρμόσουν τα
δυσκολότερα διδάγματα τού Χριστού, ενώ ήσαν ακατάρτιστοι πνευματικά, και
ξέπεσαν. (Να ένα μεγάλο πρόβλημα πού θα μάς απασχολήσει σε άλλο κεφάλαιο). Αλλά,
καθώς λέει ό Ψευδο-Κλήμης, ό πνευματικά αναπτυγμένος χριστιανός, πού αγαπάει
πραγματικά τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, «δε φοβάται τη φτώχεια, αλλά
γίνεται φτωχός, μοιράζοντας τα υπάρχοντα του στους φτωχούς, πού δεν έχουν
τίποτα».
Την ακτημοσύνη την εκτιμούν πολύ οι
ανεπτυγμένοι πνευματικά Πατέρες της Εκκλησίας, γιατί βοηθάει τον άνθρωπο (σαν
θεσμός) για να τελειοποιηθεί πνευματικά. Άς δούμε μερικούς χαρακτηρισμούς για την
ακτημοσύνη:
Ό Ευσέβειας ό Καισαρείας λέει πώς ή ακτημοσύνη
είναι «το πρώτο σκαλοπάτι στη σκάλα, πού φέρνει στη μακάρια σωτηρία» της ψυχής του
άνθρωπου. Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς γράφει πώς «ή ακτημοσύνη είναι μητέρα της
ξενοιασιάς, κι ή ξενοιασιά είναι μητέρα της προσοχής και της προσευχής». Κι ό
όσιος Νείλος συμπληρώνει: «Ή ξενοιασιά είναι το χαρακτηριστικό της τέλειας
ψυχής».
Ή οσία Συγκλητική, πού έζησε τον 4ο
αιώνα, σκέπτεται: «Ή ακτημοσύνη... είναι μεγάλο αγαθό γι' αυτούς πού μπορούν να
την έχουν».
Τα αποτελέσματα της ακτημοσύνης είναι
πολλά και ωφέλιμα για τούς πνευματικά καλλιεργημένους χριστιανούς, όπως μάς
λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας.
Ό Ιωάννης ό Χρυσόστομος ξεκινάει απ' τα
υλικά και λέει: «Ή ανάγκη φροντίδας για το σώμα τού άνθρωπου όπως είναι ή
μητέρα της υγείας, έτσι είναι και ή μητέρα της ηδονής. 'Ο κόρος (ή αφθονία)
όμως, όπως είναι ή πηγή και ή ρίζα για τις αρρώστιες, έτσι είναι και ή αιτία της
αηδίας».
'Ο επίσκοπος Άμασείας Άστέριος λέει:
«Ας είναι λοιπόν ή δεξιά (ή πρόνοια) τού Θεού ή ελπίδα και ή αποθήκη τους». Ό
Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός λέει για το φτωχό πώς ή «μεγαλύτερη ασφάλεια» του είναι
στο Θεό «να σκύψει και μόνο σ' Αυτόν να βλέπει»51. Κι ό Νείλος συμπληρώνει: «Ή
ελπίδα μας να κρέμεται απ' το Θεό για να έχει πάντοτε τα απαραίτητα - την αυτάρκεια-,
πού χορηγούνται απ' Αυτόν...». Και προσθέτει ό ίδιος: «Ξέρουμε καλά πώς τα
απαραίτητα για κάθε ανάγκη τού σώματος έρχονται απ' το Θεό, τότε όταν
ευχαριστούμε τον Θεό, πού μάς τα παρέχει, κι ακόμη όταν πριν απ' την υλική
ανάγκη υπάρχει ή φροντίδα για την απόκτηση της βασιλείας των ουρανών». Ό
αρχιμανδρίτης πάλι Δωρόθεος μάς θυμίζει το διάλογο δύο πιστών: «Αν ήθελε ό Θεός
να φάω μέλι, θα μού είχε παρουσιάσει μέλι».
Ό Ιωάννης ό Χρυσόστομος λέει πόσο ή ακτημοσύνη
μάς προετοιμάζει για την αυτοθυσία, πού είναι το ιδεώδες τού χριστιανού και
μίμηση της θυσίας τού Χριστού: «Όσα λέει ό Χριστός να κάνουμε μάς προετοιμάζουν
κάθε μέρα για σφαγές και για θάνατο. "Αν θέλει κανείς να με
ακολουθήσει...". Όπως βέβαια είναι δύσκολο να πετάξεις τα χρήματα, έτσι
είναι πολύ πιο δύσκολο τούτο το κατόρθωμα: το να χύσεις και αυτό το αίμα σου-
σ' αυτό όμως βοηθάει ή απαλλαγή απ' τα χρήματα».
Ό άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης γράφει στην
«Κλίμακα»: «Ό άνθρωπος ό ακτήμονας έχει καθαρή προσευχή, ενώ ό φιλοκτήμονας
προσεύχεται έχοντας το νου του σε υλικά πράγματα».
'Ο Νείλος απευθύνεται στο χριστιανό
πού αγωνίζεται τον καλό αγώνα, και λέει: «Σάς παρακαλώ λοιπόν, να γδυθούμε απ'
όλα, γιατί κι ό αντίπαλος μας (ό σατανάς) στέκεται γυμνός. Μήπως οι αθλητές
αγωνίζονται ντυμένοι; Οι κανόνες τού αθλητισμού μπάζουν γυμνούς τούς αθλητές στο
στάδιο». Γιατί χρειάζεται αγώνα κι ή ακτημοσύνη, αφού ό «δαίμονας της φιλαργυρίας
πολύ σκληρά παλεύει τούς ακτήμονες», όπως λέει ό Ιωάννης ό Σιναΐτης.
Ή Εκκλησία, καθώς λέει ό άγιος
Επιφάνιος ό Κύπρου ( 430 μ.Χ.), «έχει ανθρώπους με ακτημοσύνη,... έχει
ανθρώπους πού πέταξαν τις κοσμικές φροντίδες, αλλά δεν το πήραν απάνω τους μπροστά
σ' αυτούς πού ακόμα ζουν στον κόσμο, αλλά χαίρονται γι' αυτούς. Κι ό ίδιος ό Σωτήρας,
ενώ είναι Κύριος τού σύμπαντος, όταν έγινε άνθρωπος, δεν απέκτησε τίποτα απ' τη
γη, αλλά δεν απομάκρυνε κι όλες τις γυναίκες πού εξυπηρετούσαν Αυτόν και τούς
μαθητές Του...
"απ' τα υπάρχοντα τους",
όπως λέει το Ευαγγέλιο».
Ό άββάς Ηλίας (4ος αιώνας μ.Χ.)
συγκρίνει την εποχή του με το παρελθόν: «Στα περασμένα χρόνια οι Πατέρες μας
αγαπούσαν και καλλιεργούσαν τις τρεις αρετές: ακτημοσύνη, πραότητα και
εγκράτεια. Αλλά τώρα στους μοναχούς επικρατούν ή πλεονεξία, ή κοιλιοδουλεία και
ή θρασύτητα».
Ό ακτήμονας δίνει αφορμές και σ'
άλλους ανθρώπους να καλλιεργηθούν πνευματικά, όπως λέει ό Ιωάννης ό
Χρυσόστομος: «Ό Θεός, πού μπορεί να θρέψει όλους τούς αγίους, πού βρίσκονται στον
κόσμο, βαστάει τη δόση, για να διακρίνει απ' τα έργα της φιλαλληλίας τους προς
τούς αγίους, τις ανθρώπινες καρδιές, πού έχουν καλή διάθεση τώρα, πού
φιλοξενούμαστε στη γη».
«Ό ακτήμονας μοναχός, γράφει ό
Ιωάννης ό Σιναΐτης, είναι κύριος όλου τού κόσμου. Έχει αναθέσει στο Θεό τη
φροντίδα του, και με την πίστη του αυτή τούς έχει όλους δούλους του. Δε θα
μιλήσει σε άνθρωπο για τις υλικές του ανάγκες. Όλα δε όσα τού προσφέρονται, τα
δέχεται σαν απ' το χέρι τού Θεού».
Ό ίδιος, ό Ιωάννης ό Σιναΐτης, γράφει
ακόμη αυτά για την ακτημοσύνη: «Ή ακτημοσύνη είναι απαλλαγή απ' τις φροντίδες,
ξενοιασιά τού βίου, οδοιπορία χωρίς εμπόδια, είναι ακόμη αποξενωμένη από λύπες και
πιστή στις εντολές τού Θεού»
Μπορούμε τώρα να βεβαιωθούμε πώς το
πρώτο σκαλοπάτι για τη χρήση των υλικών αγαθών είναι ή ακτημοσύνη. Μια
υπερφυσική κατάσταση, πού ενώ είναι δώρο Θεού, την προσφέρουν οι χριστιανοί
ακτήμονες σαν δώρο στο Θεό. Ή ακτημοσύνη για το χριστιανό είναι πρώτα ψυχική
κατάσταση κι έπειτα οικονομική και νομική. Ή ακτημοσύνη είναι μια απ' τις υποσχέσεις
όλων των μοναχών γιατί είναι το ιδεώδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ν.Θ. ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ.
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΨΗ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΡΑΛΙ 1982
The Foundations of Our Orthodox Faith: A Discourse on the Sunday of Orthodoxy Archimandrite John Krestiankin
The
Foundations of Our Orthodox Faith: A Discourse on the Sunday of Orthodoxy
Archimandrite
John Krestiankin
This is the
faith of the Apostles, this is the faith of the Fathers, this is the faith of
the Orthodox, this is the faith which has established the universe.
Why is it
that we love Orthodoxy and the Orthodox Church? In the days of His earthly
life, pious listeners, our Lord Jesus Christ united around Himself all who
believed in Him, and among these believers He drew the Apostles particularly
close to Him.
The Church of
Christ began to take shape on the day of Holy Pentecost from the people who
believed in Christ, with the Apostles becoming the first leaders of this
Church, its pastors and teachers.
Their task
was not an easy one. Not only did they have to teach the true faith to, and
spiritually strengthen, those who had accepted Christianity, but they also had
to guard simultaneously against false teachings and heresies. In the words of
the Apostle, these heresies “must be” in order to make manifest “those who are
approved” (cf. 1 Corinthians 11:10), that is, the more right-believing and firm
among those who believe in Christ. The victory of Orthodoxy was secured by the
decrees of the Ecumenical and Local Councils.
Since that
time, the Church of Christ also has the universal Symbol of Faith that we hear
in our churches at every Divine Liturgy.
Since the
year 842, the Holy Church has proclaimed this Symbol with particular solemnity
on the day of the Triumph of Orthodoxy, that is, in today’s special rite, with
these words: “This is the faith of the Apostles, this is the faith of the
Fathers, this is the faith of the Orthodox, this is the faith which has
established the universe.”
Pious
listeners! Our faith is called Apostolic because it has preserved wholly and
inviolably everything that Christ Himself and His Apostles taught and that is
contained in Holy Scripture and Holy Tradition.
This holy
faith was honored and defended by the Church Councils and by the works of the
Holy Fathers and teachers of the Church. By it were the Holy Fathers saved and
glorified. Therefore it is also called the faith of the Fathers.
Because it is
genuinely true and salvific, granting us grace-filled power “unto life and
piety” [2 Peter 1:3], it is also called right-believing or Orthodox.
As you see,
brothers and sisters, our Orthodoxy is established upon a sound and inviolable
foundation: fidelity to the teaching of the Savior, the Apostles, the Holy
Fathers of the Ecumenical Councils, and the age-old experience of the spiritual
and grace-filled life in Christ. The hosts of holy God-pleasers – martyrs,
confessors, wonderworkers, holy monastics, and other saints – witness by their
God-pleasing lives and righteous deaths to the truth and salvific nature of the
Orthodox faith.
All our pious
ancestors were saved by this faith, bequeathing this faith to us to preserve as
the apple of our eye and to be saved by it. Our faith is also called Orthodox
to distinguish it from the faith of Catholics and Protestants, who have
deviated from the single trunk of the faith of the Apostles, the Fathers, and
the Orthodox.
The essential
feature of our Orthodoxy is that, for it, Christianity is not a theory, but
rather the very life in Christ, following the precepts of the Gospel and the
determinations of the Church.
The
foundation of this faith is heartfelt, deep, and living faith in the Living
Tri-hypostatic God – the Creator of heaven and earth, Everywhere-present,
All-Seeing, All-Merciful – Who is always ready to accuse us (through the
reproaches of our conscience), to come to our aid (through our prayer), and to
bestow the grace of love and forgiveness (through the Mysteries).
The second
foundation of our Orthodoxy is faith in Jesus Christ as the Son of God and
Redeemer of the world. Faith that He, along with the Holy Spirit (and not
without the participation of the Heavenly Father), summons, sanctifies, illuminates,
and enlightens us for salvation, uniting with us in the Mystery of Holy
Communion.
The third
foundation of our Orthodox faith is faith in the future afterlife, in the unity
of the earthly and heavenly Church, and in the intercession of the Mother of
God and all the God-pleasers for us.
The fourth
foundation is our Christian love, brotherhood, and mercy for one another, as
members of one family and one body: the Church of Christ.
The fifth
foundation is the Church of Christ itself, its Holy Tradition, its
establishments and divine services: the Mysteries, rites, works of the Holy
Fathers, decrees and rules of the Universal and Local Councils, and the entire
centuries-long grace-filled experience of life in Christ and its guidance to
salvation of its faithful children. The founding power of the Church is the
Holy Spirit living in it since the day of Pentecost. All of us, brothers and
sisters, would do well to check ourselves from time to time to see if we are
Orthodox and to see if we are fulfilling the requirements established by our
Mother Church.
Let us dwell
somewhat more specifically on the meaning of the Holy Orthodox Church for us
and for our salvation. Look at how it (the Orthodox Church) helps us in our
salvation. It sanctifies our coming into the world through the Mystery of
Baptism and it accompanies us through life with the grace-filled gifts of the
other Mysteries and prayers. It bids us farewell into the other world with its
marvelous hymns, the prayers of absolution, and blessings. Our entire lives –
from cradle to grave – take place under its holy guidance and blessing. Its
significance is especially apparent in common prayer (in church) and in the
guidance of our spiritual lives.
It is the
Church that grandly adorns our wondrous churches with holy icons, disposing us
to the prayerful lifting up of our souls and hearts to the Lord God. It is it
that sweetens, spiritually nourishes, and seizes our souls with the profound
meaning and order of its divine services. It is it that sanctifies and
strengthens through the grace of its prayers and Mysteries our weak and
orphaned souls.
It is it that
allocates for us each week particular days (Wednesdays and Fridays) for fasting
and repentance. Over the course of the year it allocates special times, four
fasts, for the same purpose.
You see that
a week has already past since we entered the days of the Holy Forty Day Fast.
The Orthodox
Church does everything to make our soul tremble and shutter during these great
and holy days, to make it feel the filth of its sinfulness, and to ignite a
thirst for purification, renewal, and sanctification.
The Holy
Church, through its penitential Lenten services – with their moving melodies,
prayers, and bows – calls us to repentance and reconciliation with God. At no other
time is the Lord as close to our sorrowful souls and suffering consciences,
“knocking” at our hearts (cf. Revelation 3:20), as during precisely these holy
days.
We all know
that only by spending Great Lent strictly, only by purifying and sanctifying our
souls through repentance, will we be able to greet the Paschal night joyfully
and solemnly, when our renewed and resurrected souls will, with the entire
universe, triumphantly sing hymns to the Risen Savior, not knowing where we
are, whether in heaven or on earth.
Who makes and
creates this ineffable blessedness and heavenly joy for us? It is our Orthodox
Church alone, which bears and preserves our Orthodoxy.
Let us, then,
beloved brothers and sister, preserve our Orthodoxy, just as our pious
ancestors did, let us live and be saved, bearing honorably the great name of
Orthodox Christians. Amen.
http://www.pravmir.com/the-foundations-of-our-orthodox-faith-a-discourse-on-the-sunday-of-orthodoxy/
Ο ΔΙΑΚΟ ΠΑΧΩΜΙΟΣ Ο ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ. "ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ"
Ο διάκο-Παχώμιος
ό Γρηγοριάτης πήγαινε τη νύχτα κάτω στις καμάρες και προσευχόταν.
Παρουσιαζόταν
ό διάβολος και τον χτυπούσε. Είχε αρετή ό διάκος και δεν φοβόταν.
Κάποιος
άλλος τον παρακαλούσε να πάει μαζί του να προσευχηθεί και τού είπε: «Δεν θ'
αντέξεις». Πήγε λοιπόν να προσευχηθεί μαζί μετον διάκο, και μετά άρχισε ό
διάβολος να τον χτυπάη. «Δεν αντέχω άλλο», είπε και έφυγε.
Ό διάκο-Παχώμιος
προγνώρισε τον θάνατο του τρεις ημέρες νωρίτερα. Πήγε στον Ηγούμενο και του
είπε:
-Μετά
από τρεις ημέρες θα πεθάνω.
-Πού
το ξέρεις;
-Μου
το είπε ό άγιος Νικόλαος. -Είσαι πλανεμένος, τού είπε, για να τον ταπείνωση ό
Ηγούμενος.
Μετά
από τρεις ήμερες κοινώνησε. Υστέρα ακούμπησε τα χέρια του στην Άγια Τράπεζα,
στην Εκκλησία τού άγιου Νικολάου, στο Καθολικό. «Άγιε Νικόλαε», είπε, και
κοιμήθηκε τον ύπνο τού δικαίου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 2011
Ο ΓΕΡΟΝ ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ Ο "ΑΥΡΙΟΝ ΑΠΟΘΝΗΣΚΕΙΣ"
Ο γερω-Παύλος ό Καψαλιώτης ήταν από τις Σαράντα
Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης. Κοινοβίασε στην Σιμωνόπετρα το 1928. Μετά από
λίγα χρόνια ζήτησε και έλαβε ευλογία για να πάει σε Κελλί. Δεν ήθελε να φύγει
χωρίς ευλογία, διότι θεωρούσε ότι δεν θάκανε προκοπή.
Ήρθε στο Σταυρονικητιανό
Κελλί της Αναστάσεως του Χριστού στην Καψάλα, και αργότερα πήρε Γερω-Παύλος
Καψαλιώτης για υποτακτικό του τον πατριώτη του π. Ησαΐα, τον μπακάλη.
Ό
γερω-Παύλος ήταν πολύ ενάρετος. Από το κελί του δεν έβγαινε ποτέ. Έκανε
εργόχειρο βιβλιοδεσία, έβγαζε επίσης ρακί και οικονομούσε τις ανάγκες του. Ήταν
ακτήμων. Αγωνιζόταν φιλότιμα. Όλη την Καθαρά εβδομάδα μέχρι το Σάββατο δεν
έτρωγε τίποτε.
Στον υποτακτικό του έκανε ό ίδιος υπακοή, γιατί ήταν πολύ
ταπεινός. Δεν τον μάλωνε και δεν τον παρατηρούσε ποτέ.
Όταν εκοιμήθη, βρήκαν στις
τσέπες του χαρτάκια από ημερολόγιο. Στο καθένα έγραφε: «Αύριον αποθνήσκεις». Είχε
την μεγάλη αρετή της μνήμης του θανάτου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 2011
Σάββατο 23 Μαρτίου 2013
Ο ΓΕΡΟΝ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΓΟΒΔΕΛΑΣ ΕΙΠΕ. «Ό καλόγερος δύο πράγματα να προσεχή κυρίως. Τα σαρκικά και τις αδικίες».
Ο γερω-Παύλος
ό Γοβδελάς διηγήθηκε: «Ήρθα στο Όρος το 1937. Για το Κελί άκουσα στο χωριό μου
από εργάτες πού δούλευαν στα φουντούκια ότι είναι καλοί πατέρες. Δεν γνώριζα
τίποτε και κανέναν εδώ. Μου είπαν κατά που θα στρίψω, όταν θα έβγαινα από την
βάρκα. Πράγματι ανέβηκα στο ύψωμα, έκανα τον σταυρό μου και ξεκίνησα, όπως μου
είχαν πει οι εργάτες. "Παναγία μου, αν είναι θέλημα σου να πάω κατ`
ευθείαν εκεί", είπα.
Ήταν 21 Νοεμβρίου. Πράγματι προχωρώντας έφθασα έξω
από ένα Κελί. Ρωτώντας ποιο Κελί είναι, "Των Γοβδελάδων", μου είπαν.
Εκεί έγινα καλόγερος και με την Χάρι του Θεού έμεινα μέχρι το τέλος».
«Μπάνιο
δεν κάναμε ποτέ. Μία φορά οι Γεροντάδες μου με έριξαν μέσα στην στέρνα για να την
ξεβουλώσω, και άλλη φορά που αρρώστησα και πήγα στο Νοσοκομείο σε μεγάλη
ηλικία. Εκεί με έπλυναν οι Νοσοκόμοι με το ζόρι στην μπανιέρα. Αυτά ήταν τα
μπάνια μου».
«Παλαιά,
όταν έφευγε κάποιος από την μετάνοια του (το Κελί ή το Μοναστήρι πού έγινε
μοναχός), δεν του μιλούσαμε, όταν τον συναντούσαμε στον δρόμο. Τον θεωρούσαμε
άρνησίχριστο. Έπρεπε να γυρίσει στην μετάνοια του. Όταν γίνεται ή κουρά, τα μαλλιά
πού κόβουμε τα κολλάμε με κερί πίσω στην εικόνα του Άγιου του Κελίου μας. Και
όταν ασπρίσουν τα μαλλιά της κεφαλής ασπρίζουν και τα μαλλιά της κούρας. Τόση στενή
σχέση υπάρχει».
«Ή
σπηλιά του όσιου Γαβριήλ του Ιβηρος είναι στις πηγές, πιο ψηλά, όχι εκεί πού την
έφτιαξαν. Εγώ πρόλαβα και κάτι ξύλα μέσα πού χρησιμοποιούσε για κρεβάτι ό
Όσιος. Είχε άλλη σπηλιά τον χειμώνα προς των Ιβήρων και κατέβαινε εκεί με τούς
μαθητές του».
«Ό
καλόγερος δύο πράγματα να προσεχή κυρίως. Τα σαρκικά και τις αδικίες».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 2011
Ο ΓΕΡΟΝ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ Ο "ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ"- Ο ΓΕΡΟΝ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ Ο ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ.
Ο γερω-Παντελεήμων από το Καλύβι του Αγίου Σεργίου της
Καψάλας, ό κοινώς καλούμενος «Καλημέρας», ήταν πολύ ελεήμων.
Κατά την μαρτυρία
λαϊκού εργάτη στο Αγιον Όρος «κανένας δεν τον φθάνει στην ελεημοσύνη. Στα
χρόνια της Κατοχής έσωσε πολύ κόσμο από την πείνα. Πήγαινε στο μοναστήρι του Παντοκράτορος
και γέμιζε τον ντορβά του κουμπάνια.
Ύστερα γύριζε στα Καλύβια της Καψάλας και μοίραζε
ευλογίες σε φτωχά και ανήμπορα γεροντάκια .
Μέχρι το τέλος του όταν ανέβαινε στις Καρυές, μοίραζε
στα παιδιά της Αθωνιάδος βιβλιαράκια, Παρακλήσεις της Παναγίας και του Αγίου
Παντελεήμονος ενώ μέσα έβαζε και ένα χαρτονόμισμα.
Ό
γερω-Παντελεήμων ό Καψαλιώτης καταγόταν από τα Γρεβενά και ήρθε για μοναχός σε
μεγάλη ηλικία, αλλά ήταν ενάρετος. Αγωνίσθηκε σε ένα Καλυβάκι της Καψάλας χωρίς
Εκκλησία, το λεγόμενο του Ευφρόσυνου και ζούσε απλά με πολλή εγκράτεια.
Του
έδιναν οι πατέρες από το Κελλί του Αγίου Νικολάου κηπουρικά και αυτός έπαιρνε
μόνο μία ντομάτα, μία πιπεριά, ένα αγγουράκι όσα ήθελε να περάσει την ημέρα
του, δεν έπαιρνε και για την επομένη ημέρα. Άνοιγε ένα μαντηλάκι και τα έβαζε
μέσα. Ούτε σακούλα νάιλον είχε.
Όταν
κατέπεσε και δεν μπορούσε να οικονομηθεί ζήτησαν να τον πάρουν οι πατέρες στο
Κελλί τους να τον γηροκομήσουν αλλά δεν δέχθηκε. Είπε στον παπά-Αρτέμιο:
«Δεν θα
σε κουράσω πολύ. Θα κάνω της Υπαπαντής και θα φύγω». Και πράγματι, μετά από 19
ημέρες, αφού πέρασε και ή Υπαπαντή, εκοιμήθη ειρηνικά μόνος του όπως μόνος έζησε
στην ζωή του, και τον έθαψαν στην αυλή της Καλύβης του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 2011
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Ο ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΣ ΑΥΛΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΠΡ.Π. ΙΩΑΝ. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ.
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Ο ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΣ ΑΥΛΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.
ΠΡ.Π. ΙΩΑΝ. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ.
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
3-02-3013
ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ - Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ- DVD
O άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894
-1979) είναι αρκετά γνωστός στην Ελλάδα από πολλά βιβλία του που έχουν
μεταφρασθεί στην ελληνική. Ανεκηρύχθη άγιος από την Σερβική Εκκλησία το 2010. Η
ιερά μονή Τσέλιε στην οποία έζησε μέγα μέρος της ζωής του, και μάλιστα πολλά
χρόνια υπό κρατικόν περιορισμόν, ετοίμασε και κυκλοφόρησε το ανά χείρας έργο.
Σέ αυτό το έργο μπορεί να παρακολουθήσει κανείς την διήγηση για τον βίο του
αγίου Ιουστίνου σε μία από τις γλώσσες: σερβική, ρωσσική, γαλλική και αγγλική.
Κατόπιν ευγενώς παραχωρηθείσης αδείας από την ανωτέρω Ιεράν μονήν εκδίδομεν το
ίδιο έργο, σε μετάφραση της Μίλιτσας Βέσκοβ και με ελληνικούς υποτίτλους στον
εικονοληπτικό ψηφιακό δίσκο που το συνοδεύει, προς χρήσιν των ελληνόγλωσσων
χριστιανών. Το έργο αποτελείται από ένα βιβλίο στο οποίο περιλαμβάνονται οι
συνεντεύξεις διαφόρων προσώπων, που γνώρισαν τον Άγιο Ιουστίνο, καθώς και μία
εικονοταινία με διάφορα στοιχεία από την ζωή του, και την παρουσίαση των
ανθρώπων που μιλούν γι' αυτόν. [...]
(από τον πρόλογο του βιβλίου)
Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013
Ιερομάρτυρας Ραφαήλ της Όπτινα.
Στο διάστημα των δυόμισυ περίπου
γενεών που κράτησε η λαίλαπα του αθεϊσμού στη Ρωσία, στις φυλακές, στις εξορίες
και στα φριχτά στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας του Γκουλάγκ, βρέθηκαν πλήθη
μοναχών, λαϊκών και κληρικών κάθε βαθμού. Έτσι αναδείχτηκαν οι νέοι μάρτυρες
και ομολογητές που με το μαρτύριο και την ομολογία τους στήριξαν τους πιστούς
και διέσωσαν την πίστη.
Το 2006 στο στερέωμα των οσίων,
μαρτύρων κι ομολογητών της Όπτινα προστέθηκε κι ο ομολογητής Ραφαήλ Σεϊσένκο
(+6/19 Ιουνίου 1957), μια καιόμενη λαμπάδα της αγάπης και της ευσπλαχνίας του
Χριστού, που φυλακίστηκε τρεις φορές, με συνολική διάρκεια παραμονής του στα
στρατόπεδα συγκεντρώσεως περίπου είκοσι χρόνια....
...Τόσο η οσία βιωτή του όσο κι η
μαρτυρική αντοχή κι υπομονή του είναι παράδειγμα προς μίμηση, ιδιαίτερα στις
πολύ δύσκολες μέρες που περνάμε, που απαιτούν κι αυτές από κάθε χριστιανό
μαρτυρικό κι ομολογιακό φρόνημα.
ΓΕΡΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ο ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΑΣ ΈΛΕΓΕ: «Μεγάλο πράγμα είναι ή ευχή. Κάθε φορά που λέμε "Κύριε Ιησού Χριστέ..." είναι σαν να λέμε "μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου"».
ΓΕΡΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ο ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΑΣ ΈΛΕΓΕ: «Μεγάλο πράγμα είναι ή ευχή. Κάθε φορά που λέμε "Κύριε Ιησού Χριστέ..." είναι σαν να λέμε "μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου"».
Ο γερό-Χαράλαμπος
ό Κομποσχοινάς διηγήθηκε: «Ήταν μία γριούλα στην Μικρά Ασία με μία θαυματουργή
εικόνα. Θεράπευε Τούρκους και Χριστιανούς. Στον πόλεμο του '22 αυτή πήρε την
εικόνα- ενώ, λοιπόν, σκότωναν οι Τούρκοι, αυτήν δεν την έβλεπαν και ήρθε στην Αθήνα.
Με το μύρο πού έβγαζε ή εικόνα θεράπευσε άρρωστο».
Διηγήθηκε
άλλη φορά: «Κατά τον χειμώνα του 1943 στην Αθήνα, όπου διέμενα ως λαϊκός,
υπήρχε μεγάλη στέρηση των αναγκαίων και σε συνδυασμό με τον βαρύ χειμώνα πολύς
κόσμος πέθαινε. Εκείνη την εποχή συνήθιζα να επισκέπτομαι αυτήν την πολύ ευλαβή
καλογριά, ή όποια είχε στο σπίτι της την παλιά εικόνα της Παναγίας από την
Μικρά Ασία.
Ή
εικόνα αυτή έφερε επάνω της πολλά παλαιά τάματα, μερικά εκ των όποιων ήσαν
πολύτιμα. Καθώς λοιπόν στενοχωρούμεθα από την έλλειψη τροφών, μία ημέρα της
λέω: «Βρε Μαρία, δεν πουλάς το μάλαμα από την εικόνα να αγοράσουμε τίποτα να
φάμε;"» Αυτή απάντησε: «"Τό μάλαμα αυτό είναι της Παναγίας και δεν
μπορώ να το πειράξω. "Αν ήθελε ή Παναγία να μας το δώσει θα μας το έδινε"».
Μόλις όμως είπε αυτά τα λόγια ένα χρυσό βραχιόλι από τα τάματα της εικόνος
σηκώθηκε μόνο του από την εικόνα και κόλλησε στο τζάμι της σαν να ήθελε να βγει
έξω από το προσκυνητάρι. Αυτό το θεώρησε πώς ήταν σημάδι από την Παναγία.
Πούλησε το βραχιόλι και αγοράσαμε τρόφιμα, με τα οποία βγάλαμε εκείνο τον
δύσκολο χειμώνα».
Όταν
έγινε μοναχός στο Καλύβι της Παναγίας Καζάνσκας στην Καψάλα αγωνιζόταν πολύ.
Ήταν πανύψηλος και γεροδεμένος. Του είπε κάποιος Χανιώτης μοναχός ότι κάνει
3.000 μετάνοιες την ώρα και προσπάθησε να τον μιμηθεί και ό ίδιος αλλά έπαθε
πτώση στομάχου. Έλεγε όταν γήρασε: «Έκανα αδιακρισία. Ό Θεός δεν τα θέλει
αυτά».
Έλεγε:
«Μεγάλο πράγμα είναι ή ευχή. Κάθε φορά που λέμε "Κύριε Ιησού
Χριστέ..." είναι σαν να λέμε "μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία
σου"».
Έπλεκε
όλη μέρα κομποσκοίνι λέγοντας την ευχή. Το καλοκαίρι έβγαινε και ξάπλωνε στην
αυλή μέσα σε έναν λάκκο πού είχε σκάψει ό ίδιος για να τον ζεσταίνει ό ήλιος.
Από κει του βγήκε και το παρατσούκλι «εν τω λάκκω». Παρά την ηλικία του, υπέργηρος
ων, περιποιόταν τον κήπο με πολύ κόπο, καθώς μάλιστα είχε και μία κήλη μεγάλη σαν
πορτοκάλι, πού τον ταλαιπωρούσε και πού την έδενε με ένα κομμάτι ράσο. Πέραν
τούτου είχε καμπουριάσει από την πολύχρονη άσκηση, γι' αυτό και ή κάθε του
κίνηση ήταν εξαιρετικά επίπονη. Του πρότειναν να τον πάνε στο Νοσοκομείο για να
κάνη εγχείρηση, καθώς ή κατάσταση του ήταν πολύ επικίνδυνη, αλλά αρνήθηκε
ευγενικά λέγοντας: «Δεν πειράζει, αυτός είναι ό κανόνας μου• αν θέλει ό Θεός,
δεν παθαίνω τίποτα». Είχε 14 αρρώστιες, όπως έλεγε, και έμενε σ' ένα κελί
ετοιμόρροπο πού έβαζε νερά όταν έβρεχε.
Κάποτε
πήγε στον γερό-Χαράλαμπο ένας μοναχός νέος για να αγοράσει κομποσκοίνια. Εκείνη
την εποχή αντιμετώπιζε ό νέος μοναχός έναν μεγάλο πειρασμό και ήταν πολύ
στενοχωρημένος. Όταν έφτασε λοιπόν στον γερό-Χαράλαμπο και του ζήτησε κομποσκοίνια
εκείνος, αντί να τον στείλει μέσα στο καλύβι να του φέρει τον τενεκέ πού τα
αποθήκευε, όπως έκανε συνήθως, σηκώθηκε με πολύ κόπο από τον λάκκο του και
πήγαν μαζί μέσα. Μόλις μπήκαν, του είπε: «Ξέρεις, πάτερ μου, όταν ήμουν νέο
καλογέρι στο Έσφιγμένου, ό δαίμονας μου δημιούργησε τον έξης πειρασμό». "Άρχισε
τότε να περιγραφή ακριβώς την κατάσταση πού αντιμετώπιζε ό νέος, λες και ήταν
αυτός στην θέση του, καθώς και να του δίνη οδηγίες για την αντιμετώπιση της. Στο
τέλος, αφού τον παρακίνησε με πολλούς λόγους στον πνευματικό αγώνα, του είπε
σοβαρά: «Όλα αυτά σου τα είπα, για να μην απογοητεύεσαι και να αγωνίζεσαι».
Έλεγε:
«Έρχονται πολλές φορές τα δαιμόνια εδώ πού κάθομαι και πλέκω κομποσκοίνι, να με
πειράξουν. Τα σταυρώνω και φεύγουν. Αλλά δεν πάνε μακριά. Τα βλέπω πού κάθονται
και περιμένουν πότε θα αμαρτήσω με τον λογισμό για να ξανάρθουν. Θέλει πολλή
προσευχή, για να φύγουν μακριά τα δαιμόνια. Θέλει ταπείνωση. Αν ταπεινωθείς,
γίνεσαι αμέσως σοφός».
«Να προσευχόμαστε
για όλους, εκτός από τούς εχθρούς του Θεού, δηλαδή τούς αιρετικούς. Γι' αυτούς
καλά είναι να λέμε: Αν θέλεις. Κύριε, φώτισε τους"».
«Σε
όσους δεν πιστεύουν δεν λέω βαριά πνευματικά λόγια, για να μην κολαστούν πολύ.
"Ό γνούς και μή ποιήσας δαρήσεται πολλά"».
«Μία
φορά στο Βατοπέδι πήγα να βγω έξω, αλλά θα χτυπούσα, γιατί ήταν βράδυ και δεν
έβλεπα. Όποτε ξαφνικά φάνηκε μπροστά μου ένας νέος πού άστραφτε. Το φώς του μ'
έκανε να δώ ότι μπροστά μου ήταν κενό και θα έπεφτα. Αυτός ήταν ό άγιος
Ευδόκιμος, όπως μου είπαν, μετά εξαφανίστηκε».
Ό γερό-Χαράλαμπος
ζούσε απλά, ασκητικά με την ευχή και την ψαλμωδία στο στόμα. Ήταν ειρηνικός και
έδινε πολύ καλές συμβουλές, πρακτικές και πνευματικές. Ενώ έκανε όλα τα
ανωτέρω, δεν σταματούσαν τα χέρια του να πλέκουν κομποσκοίνι. Είχε μάθει να πλέκει
και τη νύχτα χωρίς φώς.
Όταν
έμενε στον Άγιο Χαράλαμπο στις Καρυές, πάνω από το κρεβάτι του έσταζαν νερά,
όταν έβρεχε. Έβαλε τάβλες κάτω από το ταβάνι και πάνω από την θέση του κρεβατιού
και ένα νάιλον έτσι τα νερά κυλούσαν δίπλα.
"Έλεγε:
«Ό μοναχός πρέπει να αρκουδίζει, (δηλαδή να περπατά με τα τέσσερα), από τη
νηστεία».
Κάποιος
νέος πήγε να αγοράσει ένα κατοστάρι κομποσκοίνι από τον γερό-Χαράλαμπο. Τον
ρώτησε: «Για την αδελφή σου το θέλεις;». Πράγματι το ήθελε για την αδελφή του.
Πρόσθεσε: «Να βάλω στην φούντα κόκκινο νήμα, πού είναι το χρώμα της παρθενίας,
γιατί θα γίνει καλογριά». Και όντως έγινε μοναχή μετά από λίγα χρόνια.
«Ό Θεός λέει, "θα εξολοθρεύσω πάντας τούς εργαζομένους την άνομίαν". Αλλά
πέφτουν (γονατίζουν) οι Άγιοι και λένε
"και
μείς
αμαρτωλοί είμαστε, συγχώρεσε μας. Κύριε μας", και σταματάει την οργή Του ό
Θεός».
«Άμα
εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου, τα χάνει ό δαίμονας τα αμαρτήματα και να θέλει δεν
μπορεί να πει τίποτε. Διαλύονται οι αμαρτίες, δηλαδή τις συγχωρεί ό Θεός. Αλλά να
εξομολογηθείς με αγνότητα, όχι να εξομολογηθείς και να μη βγαίνεις από το δικό
σου.
Αυτοί λέγονται "πονηρευόμενοι" και" οι πονηρευόμενοι εξολοθρευθήσονται",
λέει. Με ειλικρίνεια να εξομολογήσθε. Σκέψου ότι τα λες στον Χριστό».
«Να
λέμε την ευχή, αυτή διώχνει τον πειρασμό. Τότε αδυνατεί ό σατανάς. Ή ευχή τον
τρώει σαν το ροκάνι, τον καταστρέφει. Μας πολεμά ό εχθρός, όταν το επιτρέπει ό
Θεός. Και όσο ζούμε, μέχρι να βγει ή ψυχή μας, θα τον πολεμούμε και μείς. Τότε,
όταν τον νικήσουμε και δεν κάνουμε το θέλημα του, θα μάς πάρει στα δεξιά του ό
Θεός, στην βασιλεία Του».
«Μέγα
πράγμα έχουμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με". Ή ευχή τα έχει όλα
και σωτηρία ψυχής και υγεία σωματική και φώτιση και ευχαριστία. Να λέμε την
ευχή».
«Ή
προσευχή χωρίς μετεωρισμούς είναι των τελείων. Ό καλόγερος να κάνη 33 κομποσκοίνια
(εκατοστάρια για την ακολουθία του) και να μην τον μέλλη. Ας τον πειράζει με
λογισμούς ό διάβολος. Αυτός να συμμαζώνει το νου του. Κάποτε ό Μ. Βασίλειος
έταξε μία σκούφια λίρες σε όποιον παπά θα κάνει μία Λειτουργία χωρίς λογισμούς.
Πράγματι ένας παπάς κατάφερε μέχρι να τελείωση να κράτηση το νου του καθαρό από
λογισμούς. Μετά, λίγο πριν τελείωση, τού ήρθε στο νου του ή σκούφια με τις
λίρες και έτσι τις έχασε».
«Θέλει
ταπείνωση ό Θεός. Όσες αρετές και αν κάνουμε και μάς ρωτήσουν, πώς πάει ή
πνευματική ζωή,
να λέμε ότι είμαστε αχρείοι δούλοι. Άμα πεις καλά είμαι στην πνευματική ζωή
τάχασες όλα. Είναι υπερηφάνεια. Γι' αυτό λέει στις Ώρες "ου κατώκει εν
μέσω της οικίας μου ποιών υπερηφανίαν", δεν κάθομαι λέει στων υπερήφανων τον
οίκον».
«Για
την σωτηρία της ψυχής μας πρέπει να κάνουμε το νόμο του Θεού, να πάμε στην
Εκκλησία μας, να συγχωρούμε τον πλησίον σε ότι μας έφταιξε. Επομένως, το παν
είναι τα καλά έργα και ή πίστη. Μην απελπιζόμαστε. Ή απελπισία είναι διάβολος».
«Εν τω
ονόματι Ιησού φάλαγγες δαιμόνων συντρίβονται. Εν τω ονόματι Ιησού στην Δευτέρα
Παρουσία παν γόνυ κάμψει. Και μερικοί πλανεμένοι λένε: "Τί θα
προσκυνήσουμε το όνομα;". Ό Απόστολος Παύλος εννοεί Ότι θα προσκυνήσουμε τον
Χριστό, όχι το όνομα. Δεν χωρίζεται ό Χριστός από το όνομα Του, ό ίδιος είναι. Με
το όνομα Του οι Απόστολοι έκαναν θαύματα».
«Μία
μέρα έκανα κάτι κουτσοδούλια εδώ πέρα, έπεσα και χτύπησα στο πόδι. Μέρα ήταν και
μόλις σηκώθηκα βλέπω κάποιον να με χαμογελάη. "Τί θέλεις εδώ;" του
λέω, και δεν μιλάει. "Ποιος είσαι;" τον ξαναρωτώ, και μόλις πήγα να
σηκώσω το χέρι να τον σταυρώσω, έγινε άφαντος. "Κοπρόσκυλο", λέω στον
διάβολο, "εσύ ήσουν που με έριξες κάτω;"».
«Τον
είδα σαν θηρίο, σαν αράχνη, με τα μάτια μου, όχι όνειρα, και παρακάλεσα τον Θεό
να με στερέωση στην πίστη».
«Αφήνουμε
τα θεολογικά, εμείς λέμε τα πρακτικά. Είδα κάποτε σε αγρυπνία στο Κουτλουμουσι τον
Άγιο της ημέρας ντυμένο με διακονικά άμφια τρεις φορές βγήκε από το ιερό και
χάθηκε. Αφού κοινώνησα, περίμενα να δώ τον διάκο να κάνη κατάλυση, δεν είδα.
Ρώτησα και μου είπαν ότι δεν υπάρχει διάκος».
«Ό
Θεός χαίρεται, όταν λέμε λόγια ψυχικής ωφελείας».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 2011
ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ
ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ
http://apantaortodoxias.radio12345.com/
Σε τακτά χρονικά διαστήματα θα γίνονται μικρά αφιερώματα με ύμνους βυζαντινής μουσικής και ομιλίες. Παλιοί και νέοι ψάλτες, στον υπολογιστή σας. Κάθε μέρα το απόγευμα.
Ομιλίες, βυζαντινοί ύμνοι της Ορθοδοξίας. Κάθε μέρα το απόγευμα θα σας κρατάμε συντροφιά, εκτός απροόπτου, με ύμνους βυζαντινής μουσικής και πνευματικές ομιλίες γερόντων.
Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013
Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013
ΤΟ ΌΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗ.
O γερω-Ευθύμιος ό Διονυσιάτης, πόντιος στην
καταγωγή, ήταν γιατρός και λογιστής. Ήταν πολύ ικανός. Τον καλούσαν στην
Κοινότητα, όταν είχαν δυσκολίες με την απαλλοτρίωση των Μετοχιών και με τα
λογιστικά. Με την ικανότητα του και την πείρα του τούς έβγαζε από την δυσκολία.
Ήταν και καλός πρακτικός ψάλτης.
Το έτος 1956 κάποια ημέρα άρχισε να
ψάλη το τροπάριο «Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα...». Τον ρώτησε ό
γηροκόμος:
-Πάτερ Ευθύμιε, πώς σου ήρθε τέτοια
όρεξη να ψάλης;
-Τι να κάνω; Θα ξαναψάλω;
-Γιατί δεν θα ξαναψάλλεις; -Γιατί τώρα
φεύγω. -Που το ξέρεις; -Το ξέρω.
Πριν από έξι μήνες είχε δει κάτι το
εντυπωσιακό στον ύπνο του. Βρέθηκε σ' έναν κάμπο. Ήταν κόσμος πολύς και
φώναζαν: «Έρχεται ό καλόγερος». Τον πήρε κάποιος και του είπε: «Εσύ θα πάς πίσω.
Τάδε ημερομηνία, ημέρα και ώρα συγκεκριμένη να είσαι έτοιμος. Τελειώνει ή ζωή
σου. Θα 'ρθώ να σε πάρω». Το ήξερε από τότε. Προετοιμάστηκε και όντως, όπως το
είπε εκείνη την ώρα. Τρίτη το μεσημέρι έφυγε σε ηλικία 115 ετών, πλήρης ημερών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 2011
Τρίτη 19 Μαρτίου 2013
Έλεγε ό γερω-Καλλίνικος: «Λέω την ευχή άλλα έχω και τα Μηναία. Όταν με εγκατάλειψη ή θεία Χάρις, πάω στην πράξη. Διαβάζω την ακολουθία μου, μέχρι να βρω πάλι την ενέργεια της ευχής»
Διηγήθηκε
ό Γερω-Γεράσιμος ό Υμνογράφος: «Γνώρισα
προσωπικά τον γερω-Καλλίνικο τον Ησυχαστή. Είχε την απλανή νοερά προσευχή. Έλαμπε
το πρόσωπο του. Ενθυμούμαι μία φορά πού είχα διάφορα προβλήματα, πήγα να τον
συμβουλευθώ. Μόλις μπήκα στο κελί του, το πρόσωπο του έλαμπε πάρα πολύ σαν να
εξήρχετο φώς. Τον κοίταζα σαν απολιθωμένος. Τί θεωρία ασφαλώς θα είχε την
προηγούμενη νύχτα και έλαμπε τόσον το πρόσωπο του!».
Ό
γερω-Καλλίνικος ό Ησυχαστής ζούσε για ένα διάστημα με τον παπά-Ματθαίο.
Συμφώνησαν να ζήσουν 17 χρόνια έγκλειστοι τελείως. Ό παπά-Ματθαίος μετά από
λίγα χρόνια δεν άντεξε και βγήκε 'έξω. Είχε δώσει κάποιες οικονομίες από Σαρανταλείτουργα
πού είχε και τώρα ζητούσε τα χρήματα. Συμβουλεύτηκαν τον παπά-Γρηγόρη τον
Πνευματικό. Είπε στον γερω-Καλλίνικο: «Γερω-Καλλίνικε, εσύ ήρθες εδώ για
καλογερική, όχι να γίνεις μπακάλης και να υπολογίζεις πόσο ξόδεψες για την
διατροφή του παπά-Ματθαίου. Δώσ' του τα χρήματα να πάει στο καλό». Και στον παπά-Ματθαίο
είπε: «Εσύ δεν ήρθες εδώ για καλόγερος, ήρθες να γίνεις Τραπεζίτης, να μαζεύεις
χρήματα. Αυτό πού κάνεις δεν είναι καλό».
Ό
γερω-Καλλίνικος είχε πάρει από διαδοχή την ευχή (την διδάχτηκε από τον Γέροντα
του) και διάβαζε την Φιλοκαλία. Πολλοί άλλοι πατέρες διάβαζαν για την ευχή και δεν
καταλάβαιναν. Ρωτούσαν τον γερω-Καλλίνικο για τη νοερά προσευχή και τούς απαντούσε
ότι τούς είναι αρκετό να τηρούν τις εντολές και να μη ζητούν περισσότερα.
Έλεγε
ό γερω-Καλλίνικος: «Λέω την ευχή άλλα έχω και τα Μηναία. Όταν με εγκατάλειψη ή
θεία Χάρις, πάω στην πράξη. Διαβάζω την ακολουθία μου, μέχρι να βρω πάλι την
ενέργεια της ευχής»
Είχε
συγγράψει ένα πνευματικό βιβλίο, αλλά κάποια μέρα, πριν κοιμηθεί, το έβαλε στην
φωτιά και το έκαψε από ταπείνωση.
Είχε
έρθει τότε από το Σινά ένας μοναχός ονόματι Γεράσιμος, με μεγάλη φήμη ενάρετου και
πνευματικού μονάχου. Πήγε ό π. Γεράσιμος στον γερω-Καλλίνικο και ζήτησε
συμβουλές. Ίσως ό γερω-Καλλίνικος να διέγνωσε σπέρματα υπερηφάνειας και είπε στον
π. Γεράσιμο: «Αν θέλεις να τελειοποιηθείς, πρέπει να γίνεις περίγελως του κόσμου».
Τον ρώτησε συγκεκριμένα τί να κάνη. Τότε πλησίαζε ή εορτή της Υπαπαντής και
πανηγύριζε ή Μονή του Αγίου Παύλου. Ό γερω-Καλλίνικος του είπε να πάει στο
πανηγύρι να φάει καλά, να πιει πολύ κρασί μέχρι να μεθύσι και ό Θεός θα τον
ελεήσει. Πράγματι έκανε υπακοή και έφαγε πολύ και ήπιε κρασί μέχρι πού μέθυσε. Οι
πατέρες βλέποντας τον μεθυσμένο τον μυκτήριζαν, τον εξουθένωναν και έχασαν την
ευλάβεια τους προς αυτόν. Έλεγαν: «Αυτός είναι ό π. Γεράσιμος ό ενάρετος;». Όταν
συνήλθε πήγε στον γερω-Καλλίνικο και του ανέφερε τί έγινε. Εκείνος του είπε:
«Τώρα είσαι καλά. Αγωνίσου και ό Θεός θα είναι μαζί σου».
Ό
γερω-Καλλίνικος ήταν γνώστης της ρωσικής γλώσσας και βοηθούσε πνευματικά τούς
πέριξ ασκούμενους Ρώσους, οι όποιοι τον οικονομούσαν και στην ζωοτροφία του. Είχε
αλληλογραφία με πολλούς Ρώσους. Παρέμενε έγκλειστος στην μάνδρα του και δεν
έβγαινε ποτέ έξω απ' αυτήν.
Τις νύχτες δεν κοιμόταν καθόλου. Το πρωί ξεκουραζόταν.
Τα μάγουλα του ήταν μαύρα από την γκαζόλαμπα με άσπρες γραμμές πού σχημάτιζαν τα
δάκρυα. Όταν έρρεαν καθάριζαν το πρόσωπο του σχηματίζοντας άσπρες γραμμές.
Διάβαζε πολύ και έγραφε πολλά γράμματα.
Όταν
ό γερω-Καλλίνικος ό Ησυχαστής έδωσε την λύση στην αίρεση των όνοματολατρών, ό
Τσάρος έστειλε τον υπασπιστή του και τον παρασημοφόρησε. Ρώτησε τον γερω-Δανιήλ
αν πρέπει να δεχθή το παράσημο, και του είπε να το κράτηση, μήπως αργότερα
ξαναπαρουσιασθή ή αίρεση.
Μετά
το παράσημο ακολούθησε και χρηματική αμοιβή. Σκεφτόταν τί να κάνουν τα χρήματα.
Ήθελαν να κάνουν Εκκλησία-Κυριακό στα Καρούλια, αλλά ή Λαύρα δεν έδωσε ευλογία.
Ό υπασπιστής πρότεινε να κάνουν δρόμο. Και ό γερω-Καλλίνικος απάντησε: «Να πεις
στον Τσάρο, αν φτιάξη δρόμους στο Αγιον Ορος, βασιλείαν Θεού δεν θα κληρονομήσει».
Ό Τσάρος δέχθηκε την φωτισμένη συμβουλή του γερω-Καλλίνικου γιατί τον είχε σε
ευλάβεια.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





