Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Την εικοστή ημερα του μήνα η μνήμη των Οσίων Αββάδων (Πατέρων) που σκοτώθηκαν στη Μονή του Αγίου Σάββα από βαρβάρους



Την εικοστή ημερα του μήνα η μνήμη των Οσίων Αββάδων (Πατέρων) που σκοτώθηκαν στη Μονή του Αγίου Σάββα από βαρβάρους 

Αυτοί οι Όσιοι Αββάδες είχαν συγκεντρωθεί από διάφορους τόπους και ζούσαν με ησυχία στο Μοναστήρι του Αγίου Σάββα, υπηρετώντας τον Θεό με ενάρετο τρόπο ζωής, πολλή ταλαιπωρία και άσκηση. Όμως ο φθονερός και κακόβουλος Διάβολος, που πάντοτε φθονεί τους ενάρετους, ξεσήκωσε εναντίον αυτών των Οσίων τους άθεους Αιθίοπες, που ονομάζονταν Μαύροι ή Μώροι. Εκείνοι, ελπίζοντας ότι θα βρουν χρήματα και πλούτη, πήγαν στο Μοναστήρι του Αγίου Σάββα.

Όταν όμως έψαξαν και δεν βρήκαν χρήματα, όπως περίμεναν, οι αιμοδιψείς αυτοί άνθρωποι ξέσπασαν τον θυμό τους εναντίον των Αγίων Πατέρων που βρίσκονταν εκεί. Άλλους από αυτούς τους αποκεφάλισαν, άλλους τους κατακρεούργησαν σε κομμάτια, άλλους τους έσχισαν στη μέση και άλλους τους τρύπησαν με ξίφη, χύνοντας το αίμα τους στη γη.

Οι Όσιοι όμως, ευχαριστώντας τον Θεό, παρέδωσαν τις ψυχές τους στα χέρια Του και έλαβαν την αιώνια και μακάρια ζωή της Βασιλείας των Ουρανών, για την οποία είχαν υπομείνει τόσο τους προηγούμενους αγώνες της άσκησης όσο και τα τελευταία βάσανα του μαρτυρίου.

Σημείωση

Για αυτούς τους Αββάδες που φονεύθηκαν γράφει ο Δοσίθεος (σελίδα 535 της «Δωδεκαβίβλου») ότι ήταν σαράντα τέσσερις στον αριθμό. Αφού σκοτώθηκαν από τους βαρβάρους, τα σώματά τους έμειναν άταφα, πεταμένα εδώ κι εκεί. Όταν τα είδε αυτά ο Αββάς Νικομήδης, αγανάκτησε και ταράχτηκε και είπε εκείνα τα λόγια του Ησαΐα:

«Οι δίκαιοι χάνονται και κανείς δεν το καταλαβαίνει· ο δίκαιος αφαιρείται εξαιτίας της αδικίας. Η ταφή του θα γίνει με ειρήνη· απομακρύνεται από το μέσο των ανθρώπων.»

Και πάλι φώναξε τα λόγια του Σολομώντα:

«Αυτοί όμως βρίσκονται σε ειρήνη· και αν στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται πως τιμωρήθηκαν, η ελπίδα τους είναι γεμάτη αθανασία. Αφού παιδεύτηκαν λίγο, θα ευεργετηθούν πολύ, γιατί ο Θεός τους δοκίμασε και τους βρήκε άξιους για τον εαυτό Του.»

Ήρθε τότε και ο ηγούμενος των Ιεροσολύμων, ο Μόδεστος, που ήταν κι αυτός πολύ άγιος. Όταν είδε όλα τα κελιά έρημα, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Έτρεξε και ασπαζόταν τα ιερά λείψανα των Οσίων Πατέρων.

Γράφει επίσης γι’ αυτούς και ο Όσιος Αντίοχος ο Παλαιστίνιος προς τον Ευστάθιο, ηγούμενο μιας μονής της Ατταλικής. Το βιβλίο του έχει τον τίτλο «Πανδέκτης Βίβλος» και περιέχει εκατόν τριάντα διάφορα κεφάλαια, γραμμένα από τον μοναχό Αντίοχο της Λαύρας του Αγίου Σάββα, της οποίας τότε είχε την ευθύνη.

(Τη λέξη «Λαύρα» οι δικοί μας τη χρησιμοποιούν μεταφορικά για μεγάλα και πολυάριθμα μοναστήρια. Η λέξη αποδίδεται είτε από την εσωτερική φλόγα, είτε από το ότι έχει πολλή «αύρα», δηλαδή πολλές πνοές — πολλούς ανθρώπους. Ο Βαρίνος πάλι ετυμολογεί τη λέξη από το ότι «ρέει λαός» μέσα από αυτήν.)

Ο Αντίοχος λοιπόν γράφει για αυτούς τους Πατέρες ότι υπέστησαν τα φοβερά μαρτύρια οκτώ ημέρες πριν από την άλωση των Ιεροσολύμων, από βαρβάρους, στα χρόνια του αυτοκράτορα Ηρακλείου, το έτος 610. Ο ίδιος απορεί πώς να ονομάσει αυτούς που σκοτώθηκαν και λέει:

«Αναρωτιέμαι αν πρέπει να τους ονομάσω Αγγέλους ή ανθρώπους. Από μικρή ηλικία πήραν πάνω τους τον γλυκό ζυγό του Κυρίου. Οι περισσότεροι ήταν προχωρημένης ηλικίας, ταπεινοί, πράοι, τίμιοι, άμεμπτοι, ευσεβείς, ξένοι προς κάθε κακία και κατηγορία. Ήταν στολισμένοι με όλες τις αρετές και γεμάτοι από θεϊκά χαρίσματα. Μερικοί μάλιστα ήταν πάνω από εκατό ετών. Δεν έβγαιναν από τη Λαύρα ούτε πήγαιναν στο κάστρο ( στην πόλη των Ιεροσολύμων). Πραγματικά ουράνιοι άνθρωποι και επίγειοι άγγελοι.»

Αυτούς τους σκότωσαν Ισμαηλίτες. Όταν πλησίασαν στη Λαύρα, μερικοί μοναχοί έφυγαν, ενώ άλλοι έμειναν, δηλαδή όσοι ήταν πιο δυνατοί και νεότεροι.

Φαίνεται όμως ότι αυτοί ίσως να είναι διαφορετικοί από εκείνους που γιορτάζονται στις 16 Μαΐου — βλέπε εκεί.

*

Την ίδια ημέρα η μνήμη των επτά Αγίων γυναικών Μαρτύρων στην Αμινσό: Αλεξανδρία, Κλαυδία, Ευφρασία, Ματρώνα, Ιουλιανή, Ευφημία και Θεοδώρα

Το δίστιχο λέει:

«Ο αριθμός επτά, ο παρθένος των αριθμών,
φανερώνει τις επτά παρθένες που κάηκαν.»

Αυτές οι Άγιες έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, περίπου το έτος 290, όταν ξεκίνησε μεγάλος διωγμός εναντίον των Χριστιανών. Τότε άνθρωποι κάθε ηλικίας που ομολογούσαν τον Χριστό — άνδρες και γυναίκες — θανατώνονταν με διάφορα βασανιστήρια.

Επειδή λοιπόν αυτός ο σκληρός διωγμός γινόταν και στην πόλη της Καππαδοκίας που λεγόταν Αμινσός (η οποία από τους Τούρκους ονομάζεται Αμσός ή Εμήδ), και ο άρχοντας της πόλης θανάτωνε απάνθρωπα τους Χριστιανούς εκεί, γι’ αυτό και αυτές οι επτά Άγιες Παρθένες παρουσιάστηκαν μπροστά στον άρχοντα με θάρρος. Ομολόγησαν ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός και χαρακτήρισαν τον άρχοντα απάνθρωπο, θηριώδη και εχθρό της αλήθειας.

Γι’ αυτό πρώτα τις έγδυσαν και τις μαστίγωσαν με ραβδιά. Έπειτα τους έκοψαν τα στήθη με μαχαίρια. Μετά τις κρέμασαν και τις καταξέσκισαν τόσο πολύ, ώστε φάνηκαν τα σπλάχνα τους. Τελικά τις έβαλαν μέσα σε αναμμένη κάμινο και έτσι οι μακάριες παρέδωσαν τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού, από τον οποίο έλαβαν και τα άφθαρτα στεφάνια του μαρτυρίου.

Σημειώσεις

Στα Μηναία το όνομα αναφέρεται ως Θεοδοσία.

Ο αριθμός επτά ονομάζεται «παρθένος» από τους αριθμητικούς, επειδή μόνο αυτός μέσα στη δεκάδα ούτε γεννά άλλον αριθμό ούτε γεννιέται από άλλον. Το δίστιχο λοιπόν λέει ότι ο «παρθένος» αριθμός επτά φανερώνει τις επτά παρθένες γυναίκες που κάηκαν.

*

Μνήμη του Αγίου Πατέρα μας Νικήτα, επισκόπου Απολλωνιάδας, του Ομολογητή. Κοιμήθηκε ειρηνικά. 

Και του Αγίου Νεομάρτυρα Μύρωνα στο Ηράκλειο Κρήτης.

ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια: