Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Κυριακή 15 Μαρτίου 2026
Γνωριμία τῆς Γερόντισσας Μακρίνας μέ ἁγίες μορφές τοῦ σύγχρονου μοναχισμοῦ.
Γνωριμία τῆς Γερόντισσας Μακρίνας μέ ἁγίες μορφές τοῦ σύγχρονου μοναχισμοῦ
Ἡ ἀδελφή Εφραιμία φύλαττε μέ εὐλάβεια στην ψυχή της τίς νουθεσίες τῆς Γερόντισσας. Ἡ ὑπακοή της καί ἡ ἀνάπαυση πού πρόσφερε στη Γερόντισσα ἔκαναν ὥστε νά ἐνεργεῖ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυστικά ρήματα ζωῆς μέσα στήν ψυχή της. Ταυτόχρονα, μέ περισσή προσοχή συνέλεγε τά λόγια ἁγίων μορφῶν τῆς ἐποχῆς μας γιά τή Γερόντισσα στούς ὁποίους ἀποκαλυπτόταν χάριτι Θεοῦ ἡ ἁγιότητά της.
Από αὐτά εἶχε νά μᾶς διηγηθεῖ ἀρκετά, κάποια ἀπό τά ὁποῖα ἀναφέρουμε παρακάτω.
Η Γερόντισσα μαζί μέ τίς ἀδελφές Εφραιμία και Συγκλητική ἐπισκέφθηκαν τόν ἁγιασμένο Γέροντα τῆς Αἰγίνης, πατέρα Ἱερώνυμο, κατ᾽ ἐντολήν τοῦ Ὁσίου Ἰωσήφ, μέ σκοπό νά ὠφεληθοῦν ἀπό τόν Γέροντα ἀλλά καί ἀπό τήν μοναχή Ευπραξία πού τόν διακονοῦσε, καί ἦταν ἀδελφή τοῦ Γέροντος Ἀρσενίου, συνασκητοῦ τοῦ ὁσίου Ἰωσήφ.
Ἦταν ἀκόμη καί οἱ τρεῖς δόκιμες. Ὁ ὅσιος Γέροντας Ἱερώνυμος, μέ θεία πληροφορία, εἶχε στείλει τη μοναχή Ευπραξία στόν ἅγιο Νεκτάριο για νὰ τίς ὁδηγήσει στο ήσυχαστήριό του.
Ἀφοῦ πρῶτα δοκίμασε τήν προαίρεσή τους, τίς δέχθηκε καί τίς φιλοξένησε μέ ἀγάπη. Μετά τίς φώναξε στο κελλί του για να προσευχήθοῦν καί σηκώνοντας τα χεράκια του ψηλά, ἄρχισε νά λέει αὐτοσχέδια λόγια προσευχῆς:
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ δός μοι ταπείνωση καί συντριβή,
Κύριε ἐκέκραξα πρός σέ, εἰσάκουσον μου, εἰσάκουσόν μου, Κύριε,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δός μοι φωτισμό καί καθαρότητα,
Κύριε ἐκέκραξα πρός σέ, εἰσάκουσόν μου, εἰσάκουσόν μου Κύριε,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δός μοι πίστη καί ἀγάπη,
Κύριε ἐκέκραξα πρός σέ, εἰσάκουσόν μου, εἰσάκουσόν μου Κύριε».
Ἀλλά ἄς ἀκούσουμε τήν Γερόντισσα Μακρίνα νά διηγεῖται τήν συνάντηση αὐτή σέ
σύναξη τῆς ἀδελφότητος στήν Πορταριά:
«Μιά φορά πήγαμε στήν Αἴγινα καί ψάχναμε νά βροῦμε τή γερόντισσα Εὐπραξία καί τόν πατέρα Ἱερώνυμο. Μᾶς ἔστειλε ο Γέροντας Ἰωσήφ, ὁ παππούς, να βρούμε τον πατέρα Ἱερώνυμο. Πήγαμε στον άγιο Νεκτάριο και καθίσαμε το βράδυ ἐκεῖ. Το πρωί σηκωθήκαμε και ρωτήσαμε μια μοναχούλα: “Μήπως ξέρετε το μοναστηράκι τοῦ πατρός Ἱερώνυμου ποῦ εἶναι;” “Εἶναι πολύ μακριά” μᾶς εἶπε. “Θά κοπιάσετε πολύ δεν θα μπορέσετε να το βρεῖτε. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐκείνη τήν ἡμέρα ο Γέροντας Ἱερώνυμος εἶπε τό πρωί στη Γερόντισσα Ευπραξία: “Σήμερα θα πᾶς στο μοναστήρι, στόν ἅγιο Νεκτάριο, ν' ἀνάψεις τα καντήλια. Και ή Γερόντισσα τοῦ ἀπαντᾶ: “Μά, Γέροντα, που να πάω; Δέν μπορῶ, μέ πονάει το πρόσωπό μου” (ἔτυχε ἐκεῖνες τίς ἡμέρες να βγάλει ἀνεμοπύρωμα στο πρόσωπο). Καί ὁ Γέροντας: “Κάμε ὑπακοή, κάμε ὑπακοή καί πήγαινε στόν ἅγιο Νεκτάριο ν' ἀνάψεις τα καντήλια. Ἡ Γερόντισσα Ευπραξίαβεἶχε ἐνάμισυ χρόνο να πάει στόν ἅγιο Νεκτάριο. Ἔκαμε ὅμως ὑπακοή,βσηκώθηκε, ἦλθε στήν ἐκκλησία καί ἄναβε τά καντήλια. Ἐμεῖς εἴδαμε μία γιαγιούλα πού ἄναβε τα καντήλια. Όταν τελείωσε, ἔφυγε καί πῆγε στό μοναστηράκι τῆς ἁγίας Αικατερίνης. Φύγαμε κι ἐμεῖς ἀπό τόν ἅγιο Νεκτάριο καί λέω στήν ἀδελφή πού ἤμασταν μαζί: “Δέν πᾶμε κι ἐμεῖς στό μοναστήρι τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης; Ἴσως νά μᾶς πληροφορήσουν καί γιά τόν πατέρα Ἱερώνυμο. Ξεκινήσαμε λοιπόν καί πήγαμε. Μπήκαμε μέσα καί βλέπουμε μία γιαγιούλα που καθόταν. “Από ποῦ εἶστε;” Μᾶς εἶπε.
“Από τόν Βόλο” τῆς εἴπαμε. “Ἀπό τόν Βόλο εἶστε; Καί τί θέλετε ἐδῶ πού ἤλθατε;” “Θέλουμε νά ἐπισκεφθοῦμε τό μοναστηράκι τοῦ πατρός Ἱερωνύμου. Ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία εἶναι ἀδελφή τοῦ πατρός Ἀρσενίου καί μᾶς ἔστειλε ὁ παππούς Ἰωσήφ να γνωρίσουμε τον πατέρα Ἱερώνυμο καί τήν ἀδελφή τοῦ πατρός Ἀρσενίου. Τότε μᾶς ἀπαντάει: “Τί θέλετε νά τήν γνωρίσετε αὐτήν;” “Ἀφοῦ μᾶς εἶπε ὁ Γέροντας, θέλουμε να κάνουμε ὑπακοή κι ἐμεῖς νά τήν γνωρίσουμε”. “Αφήστε την αὐτή, δέν ἀξίζει ὁ κόπος.
Τόν Γέροντα μάλιστα, ἀξίζει”. “Ε, τήν θέλουμε” τῆς λέμε. “Ἐσεῖς τί εἶστε;
Δόκιμες μοναχές;” Μας ρώτησε. “Ναί, εἴμαστε δόκιμες μοναχές”. “Σκάψατε, σκάψατε, βρήκατε νερό;” “Σκάβουμε, σκάβουμε, να το βροῦμε τό νερό, ἀγωνιζόμαστε νά βροῦμε τόν Χριστό τῆς ἀπάντησα. Ἀφοῦ ἀπό ἐδῶ μας δοκίμασε, ἀπό ἐκεῖ μᾶς δοκίμασε, μᾶς ἔλεγε ένα σωρό, ὕστερα, τελικά, μᾶς εἶπε: “Εγώ εἶμαι ἡ Εὐπραξία. Δεν φαντάζεστε τί ἔγινε ἐκείνη τήν ὥρα πού μᾶς εἶπε ὅτι εἶναι αὐτή. "Λοιπόν" μᾶς λέει “ὁ Γέροντας το προαισθάνθηκε ὅτι θά ἐρχόσασταν. Γι' αὐτό ἔστειλε ἐμένα στο μοναστήρι στόν ἅγιο Νεκτάριο”. Καί πράγματι τῆς λέω “Αν δέν ἐρχόσασταν, πῶς θά βρίσκαμε το μοναστήρι;” Περάσαμε κάτι κατσάβραχα, κάτι δρόμους, μέχρι νά πᾶμε, εἴδαμε καί πάθαμε. Επιτέλους, φτάσαμε.
Βγαίνει ὁ πατήρ Ἱερώνυμος έξω. “ Τί ἤλθατε ἐσεῖς ἐδῶ; Τί ἤλθατε;”
Μᾶς εἶπε μέ ἄγρια φωνή. “Ήλθαμε να πάρουμε τήν εὐχούλα σας καί νά σᾶς γνωρίσουμε καί ἀπό κοντά. Μᾶς ἔστειλε ὁ Γέροντας Ἰωσήφ”, ἀπάντησα. “Τί εἶστε καί ποιόν ἤλθατε νά δεῖτε;” “Νά, τήν ἁγιοσύνη σας ἤλθαμε νά δοῦμε”. “Ἄντε στο καλό σας, φύγετε. Φύγετε ἔξω, σᾶς λέω”. “Ἐμεῖς δέν
θα φύγουμε, θα καθίσουμε ἐδῶ στά σκαλοπάτια καί ὅποτε σᾶς φωτίσει
ὁ Θεός θά μᾶς καλέσετε μέσα”. “Έξω σᾶς λένε, βγεῖτε ἔξω, ἔξω ἀπό τό μοναστήρι! Τί θέλατε κι ἤλθατε ἐδῶ πέρα; Ποιόν νά δεῖτε;”
“Τήν ἁγιοσύνη σας ἤλθαμε νά δοῦμε” τοῦ ξαναεῖπα. Τελικά, καθίσαμε ἐμεῖς ἐκεῖ, μᾶς ἔβλεπε ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία καί δέν ἔβγαζε τσιμουδιά.
Πάει μέσα ὁ Γέροντας καί προσευχόταν. “Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Μετά βγῆκε καί μᾶς φώναξε: “Ελᾶτε καλόγριες! Ἐλᾶτε μέσα.” Πᾶμε μέσα, καθίσαμε. “Βάλτε τους νά φᾶνε” εἶπε στη Γερόντισσα. Μᾶς ἔδωσε μπακαλιάρο βραστό, λεμόνι, ψωμί καί ἔτρεξε μέ ὅλη τήν ψυχή νά μᾶς φιλοξενήσει.
Ὕστερα, ὁ Γέροντας μᾶς φώναξε στό κελλί του. Πᾶμε στο κελλί, σηκώνει τα χέρια του πάνω, καί ἀρχίζει: “Κύριε, ἐκέκραξα, εἰσάκουσόν με. Κύριε, δός μοι μετανοίας δάκρυα, δός μοι μετανοίας πόθον, δός μοι μετανοίας ἔρωτα, δός μοι μετανοίας χάριν. Αὐτά τά λόγια εἶπε πρῶτα στο Χριστό. Και τα χεράκια του σηκωμένα ἔτσι. Ἐκείνη τήν ὥρα λοιπόν αἰσθανθήκαμε μία ευωδία, ξέχειλη ἀπό κοντά του. Δεν μπορούσαμε να σταθοῦμε ἀπό τά δάκρυα, ἀπό τόν κλαυθμό. Ἐκεῖ πού δέν μᾶς ἤθελε, μᾶς ἔκανε αυτοσχέδιο προσευχή καί μᾶς συμβούλεψε πνευματικά. “Πολλήν ἀγάπη εἶχα σ' ἐσᾶς καί ἤθελα νά σᾶς γνωρίσω από το 1941-42. Αλλά δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ. Ὅταν ἤθελα νά κάνω μοναστήρι, άκουσα
“Εσύ στην Αίγινα θα κάνεις μοναστήρι, ὄχι ἐδῶ πέρα στο Πήλιο! Η Γερόντισσα Ευπραξία ἐρχόταν στόν ἅγιο Απόστολο τόν Νέο, ἐκεῖ ποὺ ἐκκλησιαζόμασταν καί κοινωνοῦσε, ἀλλά ἐμεῖς δέν τήν βλέπαμε. Τρία χρόνια γινόταν αὐτό. Ἐπί τρία χρόνια ἐκκλησιαζόταν ἐκεῖ καί κρυβόταν ἀπό τόν κόσμο. “Εγώ σᾶς ἔβλεπα” μᾶς εἶπε “ἀλλά ἐσεῖς δέν μέ βλέπατε. Μετά ὁ Γέροντας μᾶς εἶπε: “Κοιτάξετε, ὅταν βαδίζετε στο δρόμο, τόν κόσμο θά τόν βλέπετε σαν δέντρα. Ἐγώ, ὅταν βαδίζω, τούς ἀνθρώπους τούς βλέπω σαν δέντρα καί ὁ λογισμός μου εἶναι καθαρός, δέν ἔχει μέσα ἀκαθαρσία τίποτε. Νά πηγαίνετε ὅλο ἀπό τά στενά καί ὄχι ἀπό τούς μεγάλους δρόμους. Ν' ἀκολουθεῖτε τήν στενή και τεθλιμμένη ὁδό
Ἦλθε ἡ ὥρα να φύγουμε. Μᾶς ξεπροβόδιζε καί δέν μᾶς ἄφηνε να φύγουμε ἀπό τήν πολλή ἀγάπη καί πνευματική ἕνωση. Μᾶς σταύρωνε καί μᾶς ξανασταύρωνε. Μείναμε το βράδυ ἐκεῖ πέρα, σ' ἕνα μικρό καμαράκι, αὐτό πού εἶχε ἡ Γερόντισσα, τίποτε ἄλλο. Ἴσα ἴσα πού καθόμαστε, ὄχι νά ξαπλώσουμε τα πόδια μας. Καθίσαμε καί οἱ τρεῖς καί κάναμε ἀγρυπνία ὅλη νύχτα. Δέν εἶχε ἄλλο μέρος να κοιμηθοῦμε. Σηκωθήκαμε το πρωί καί δέν ἤξερε τί νά μᾶς δώσει ὁ Γέροντας. Τοῦ πήγαινε ὁ κόσμος κάτι πετσετούλες και μαντηλάκια. Πιάνει καί μᾶς τά δίνει γιά εὐλογία, νά τά ἔχουμε νά τόν θυμόμαστε. Μᾶς ἔλεγαν οἱ ντόπιοι ὅτι ὁ πατήρ Ἱερώνυμος πήγαινε καί ζητοῦσε ψάρια ἀπό τούς ψαράδες. Περνοῦσε ἀπό τόν ἕνα:
“Παππού, ἔλα νά σοῦ δώσω ψάρια!” “Όχι, δέν παίρνω ἀπό ἐσένα. Ἐσύ σήμερα βλαστήμησες, εὐλογία δέν θά ἔχεις. Πήγαινε στόν ἄλλον: “Εσύ σήμερα δέν εἶπες τίποτε, θα πάρω ἀπό ἐσένα. Δός μου δύο κιλά ψάρια.
Πήγαινε κατόπιν στόν ἄλλον, τά μάζευε στο καλάθι του. Και μετά εἶδοποιοῦσε τις φτωχές, τις χήρες, τά ὀρφανά καί λοιπά καί ἔδινε τα ψάρια.
Κάθε μέρα γινόταν αυτό. Καί μόλις τόν ἔβλεπαν οι ψαράδες, τόν φώναζαν: “Πάτερ Ιερώνυμε, έλα να σου δώσω ψαράκια! Κι ὅταν ἔφευγε, είχαν πολλή εὐλογία στο μαγαζί τους, πολλή χάρη.
Θὰ σᾶς πῶ κι αὐτό εἰς δόξαν Χριστοῦ. Μιάν άλλη φορά είχαμε πάει μια Κυριακή στη Λειτουργία, στην εκκλησία τοῦ πατρός Ἱερωνύμου. Εκείνη τὴν ἡμέρα αἰσθανθήκαμε τέτοιαν εὐωδία καί βλέπαμε ἀπό τήν ταράτσα μας ἄσπρα, σάν νά μᾶς κοσκίνιζε κανείς από πάνω μέ ζάχαρη άχνη και με άρωμα βανίλια. Ἀφοῦ τελείωσε ἡ Λειτουργία, ὕστερα ἔφυγε αὐτό τό οὐράνιο πράγμα. Ξαναπήγα, νόμιζα ὅτι θά τό αἰσθανόμουν. Εἶπα στη Γερόντισσα Εὐπραξία: “Άφησέ με να πάω ἀπό μιάν ἄκρη να κοιτάξω στο ἱερό μέσα, νά δῶ πῶς προσεύχεται ὁ Γέροντας”. Μέ παίρνει λοιπόν, μέ βάζει σέ μιάν ἀκρούλα και κάθισα. Θρῆνος γινόταν. Ὁ πατήρ Ἱερώνυμος λίγο καιρό μετά τή χειροτονία του, εἶδε τόν Χριστό ὡς βρέφος στήν ἁγία Τράπεζα καί τοῦ λέει: “Σφάξε με καί νά μέ διαμελίσεις”. Καί ὁ πατήρ Ἱερώνυμος ἀπάντησε: “Πῶς νά διαμελίσω τόν Δεσπότη Χριστό μου;” Εκτοτε σταμάτησε να λειτουργεῖ. Ὅταν ὑπηρέτησε ἕνα διάστημα στο νοσοκομεῖο τῆς Αἰγίνης, βοήθησε πολύ κόσμο. Ἤξερε ὅλα τά βότανα σαν βοτανολόγος.
Τέτοια σοφία εἶχε. Ἔβγαινε ἔξω, μάζευε βότανα κι ἔλεγε ὅτι γιά ἐκείνη τήν ἀσθένεια κάνει αὐτό καί γιά τήν ἄλλη κάνει αὐτό. Ἔκανε φάρμακα, ἀλοιφές καί γινόταν ὁ κόσμος καλά.
Ὁ πατήρ Ἱερώνυμος ἤξερε να διορθώνει καί ρολόγια. Μια μέρα πῆγε ν'ἀνοίξει μιά ὀβίδα πού φαινόταν σαν ρολόι. Τοῦ τήν ἄφησε ἕνας Γερμανός πού ἦλθε καί τοῦ θεράπευσε τό πόδι. Σκάει λοιπόν ἡ ὀβίδα, τοῦ κόβει τό χέρι κι ἔσπασαν καί τά τύμπανα τῶν αὐτῶν του. Μετά τόν πῆγαν σε νοσοκομεῖο στην Αθήνα. Δέν μπόρεσαν νά τοῦ κάνουν τίποτε. Πέρασε ὅμως μιά μέρα ἡ ἁγία Παρασκευή μέ τούς θαυματουργούς ἁγίους Αναργύρους
καί τοῦ εἶπαν: “Ας σου σπάσανε τα τύμπανα. Ἐσύ, ἀπό τώρα, θ᾽ ἀκοῦς!”
Πράγματι, ἐπανῆλθε ἀμέσως ἡ ἀκοή του. Ἀπό ὅ,τι τον θυμᾶμαι καί ἐγώ,τοῦ ἄφησε μία ελαφριά βαρυκοΐα, ἴσως γιά νά θυμᾶται τό θαῦμα.
Στη θεία Λειτουργία χωνόταν κάτω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα καί ἀπό τότε που άρχιζε, μέχρι να τελειώσει ἡ Λειτουργία, ἔκλαιγε. Πολύ ἅγιος ἄνθρωπος! Μᾶς ἔλεγε ἡ Γερόντισσα ὅτι, ἀποβραδίς πού ἄρχιζε την προσευχή του μέχρι που τελείωνε το πρωί, τα χέρια τα είχε σηκωμένα και τοῦ τὰ κατέβαζε ἡ Γερόντισσα. Τέτοια προσευχή είχε! Ήταν πνευματική φυσιογνωμία πάρα πολύ σπουδαία. Είχε ἡ Γερόντισσα πολλά να πει
ἀλλά δέν τά γράψανε. Θά τόν δοξάσει ὅμως ὁ Θεός εἰς τόν οὐρανό»,
Κατά τό ἔτος 1967, ἡ Γερόντισσσα Μακρίνα μετέβη στην Κλεισούρα Καστοριάς μαζί μέ ἄλλες ἀδελφές νά λάβει ευλογία καί συμβουλές ἀπό μία σύγχρονη, μεγάλη ἁγία, τήν ὁσία Σοφία. Πράγματι, ἄνκαί ἦταν ἀγράμματη, ὅμως, μέ τή σοφία τοῦ Παναγίου Πνεύματος,τοὺς ἔδωσε τόσο σοφές συμβουλές γιά τήν καθαρή εξομολόγηση, την ἄσκηση καί τήν ἀμνησικακία καί γενικά γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή, ὅπου ἡ Γερόντισσα τίς κράτησε καταλεπτῶς, τίς ἐφάρμοσε καί τίς μετέφερε και στο μοναστήρι στίς ἀδελφές. Πάντοτε ἡ Γερόντισσα νουθετοῦσε τοὺς ἀνθρώπους σύμφωνα μέ τίς διδαχές τῆς ἁγίας Σοφίας.
Το Σεπτέμβριο τοῦ ἔτους 1974, ἡ Γερόντισσα Μακρίνα ἐπισκέφτηκε τον μεγάλο χαρισματικό ἅγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, πού ἐξῆλθε τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά πρώτη φορά ὕστερα ἀπό 38 χρόνια, ἐξ ἀνάγκης, λόγῳ δηλητηριάσεως· εἶχε πάθει κυάμωση. Ὁ ἴδιος, ἀπ' ὅ,τι γνωρίζω, δέν ἤθελε νὰ ἐξέλθει ἐκ τοῦ Ὄρους, ἀλλά ἤθελε νά τά ἀφήσει ὅλα στό Θεό. Όμως, ὑπέκυψε στις προτροπές καί παρακλήσεις τῶν προεστώτων τῶν γειτονικῶν κελλίων. Μάλιστα εκάμφθη ὅταν σέ μιά στιγμή τοῦ εἶπαν: «Ἐσύ, Γέροντα, μιά ζωή ἔκαμνες ὑπακοή και δίδασκες κι ἐμᾶς νά κάνουμε το ίδιο. Τώρα, σε παρακαλοῦμε, κάνε κι ἐσύ σ' ἐμᾶς μιά φορά ὑπακοή». Αὐτό ἦταν. Δέν θέλησε να φανεῖ ἀνακόλουθος σ' αὐτά πού δίδασκε. Κι έτσι βγήκε στη Θεσσαλονίκη.
Η Γερόντισσα Μακρίνα, μόλις τό ἔμαθε, ἔτρεξε ἀμέσως καί ἔλαβε τήν εὐχή του. Τό ἴδιο ἔγινε καί τό ἔτος 1981 ὅταν, καί πάλι γιά λόγους υγείας, μετέβη στο τότε νοσοκομεῖο τῶν κληρικῶν τῆς Ἀθήνας. Λόγῳ τῆς ἀσθενείας του δέν μποροῦσε νά δεχθεῖ κανέναν. Ὅταν, ὅμως, ὁ ὑποτακτικός καί κατόπιν διάδοχός του, π. Ἰωσήφ, τόν ἐνημέρωσε ὅτι εἶναι ἀπ᾽ ἔξω ἡ Γερόντισσα Μακρίνα μέ μερικές ἀδελφές, ἡ ἀπάντηση ἦταν ἀνεπιφύλακτη: «Διάπλατα τις πόρτες. Τήν περίμενα! Ἡ Μακρίνα, παιδί μου, εἶναι σέ πολύ μεγάλα ὕψη, εἶναι στό ὕψος τοῦ
ὁσίου Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστῆ».
Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης σέ μαγνητοφωνημένη συνομιλία πού εἶχε μέ εὐλαβεῖς προσκυνητές, μεταξύ τῶν ὁποίων ήταν κάποιοι ἀπό τόν Βόλο πού γνώριζαν τήν Γερόντισσα, τον Μάιο τοῦ ἔτους 1995,
ἀπευθυνόμενος νοερῶς πρός τή Γερόντισσα, εἶπε αὐθόρμητα τά ἑξῆς:
«..Κι ἐσύ Μακρίνα, Μακρίνα! Ἡ χαρά τῆς ψυχῆς μας! Ἡ παρηγοριά μας! Ἐσύ εἶσαι! Ἐγώ
ποτέ δέν σε ξεχνῶ... ὅταν ἔρχεται ἡ σειρά τῆς Λειτουργίας τραβάω μερίδα, τώρα δέν μπορῶ γιατί δέν βλέπω.. ἀλλά μέ τήν μνήμη μου σε θυμοῦμαι, Μακρίνα, καί πάντα μνημονεύω τό ὄνομά σου! Τό ὄνομά σου εἶναι ἡ παρηγοριά μου. Μόνο πού σέ θυμοῦμαι, λαμβάνω παρηγοριά... ὅλα αὐτά τά ἔχεις διά ἀγάπην Χριστοῦ! Ὅλα τά ἔχεις μέ τόν Νυμφίο σου».
«..Καί ἐσύ στην τάξη τοῦ Γέροντος θά πᾶς, ἀκοῦς, Μακρίνα; Ἀκοῦς;..Ὁ Θεός σ᾽ ἔχει τάξει εἰς κλίσιν μάρτυρος, νά κάνεις ἀδελφούλα μου, Μακρίνα μου, νά κάνεις ὑπομονή. Αὐτό μᾶς πέρασε (δίδαξε) ὁ Γέροντας καί θά πᾶς καί ἐσύ στήν ἀγκαλιά τοῦ Γέροντά μας. Ἐμεῖς περιμένουμε τόν Γέροντα νά μᾶς πάρει ὅλους στον Παράδεισο».
«Γλυκιά μου μανούλα, μέ πολύ σεβασμό καί μεγάλη ἀγάπη γονατίζω καί φιλάω τά χεράκια σου, φιλάω τήν μητρική σου καρδούλα. Νά μου δώσει τήν εὐχή της».
Βιβλιογραφία : Παρά τους πόδας τών Αγίων. Ιωσήφ..Δ.
ΙΕΡΌ ΗΣΥΧΑΣΤΉΡΙΟ ΠΑΝΑΓΊΑΣ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΎΣΗΣ ΡΑΨΆΝΗ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου