Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

ΓΕΡΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΞΕΝΟΦΩΝΤΙΝΟΣ (1893 – 1984+).



ΓΕΡΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΞΕΝΟΦΩΝΤΙΝΟΣ (1893 – 1984+)

-Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν 55-60 ἐτῶν, εἶχα μία μεγάλη ἀπορία.

῎Ηθελα νά μάθω πῶς εἶναι ὁ Χριστός. Προσεύχομαι συνεχῶς, ἀλλά ποτέ δέν τόν εἶδα μέ τά μάτια μου πῶς εἶναι.

Εἶναι ἄραγε, ἄνθρωπος ὅμοιος μέ ἐμένα;

῎Ετσι συχνά ἐρωτοῦσα τόν Χριστό μέ τόν λογισμό μου:

-«Πῶς εἶσαι Χριστέ μου; ῎Εχεις στόμα, χέρια μάτια, πόδια;

Περπατᾶς ὅπως ἐμεῖς;

Τώρα ποῦ εὑρίσκεσαι καί ἀπό ποῦ ἔρχεσαι ὅταν σέ καλῶ στήν προσευχή μου;

Πῶς εἶσαι ἐδῶ καί συγχρόνως βρίσκεσαι καί στούς Οὐρανούς;

Οπότε, μία νύκτα, πρίν κτυπήσῃ ἡ καμπάνα γιά τήν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, τοῦ ῎Ορθρου καί τῆς θείας Λειτουργίας, ἄκουσα στήν πόρτα τοῦ Κελλιοῦ μου δύο-τρεῖς κτύπους.

Σηκώθηκα, ἄνοιξα, καί τί βλέπω μπροστά μου;

῏Ηταν ἕνας Ἀρχιερέας, νέος στήν ἡλικία, μαυρογένειος, ντυμένος τά χρυσοποίκιλτα ἀρχιερατικά του ἄμφια.

Τό πρόσωπό του ἦταν λουσμένο μέσα σ᾿ ἕνα ὑπερκόσμιο καί ὑπερφυσικό φῶς.

῞Οταν Τόν εἶδα, (τότε δέν εἶχα χάσει τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου), θαμπώθηκα ἀπό τήν λάμψη του.

῎Εκανα δύο τρία βήματα πρός τά πίσω φοβούμενος, καί ψιθύρισα τό

«Κύριε ἐλέησον».

῎Εκανα ἐναγωνίως τόν Σταυρό μου καί τόν ἐρώτησα διστακτικά:

-Ποῖος εἶσαι, Ἄνθρωπέ μου; Πῶς ἦλθες τέτοια ὥρα στό κελλί μου;Δέν μοιάζεις γιά ἁπλός ἄνθρωπος. Κάποιος ῞Αγιος Δεσπότης θά εἶσαι. Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;

-” Ἐγώ εἶμαι Ἐκεῖνος πού ἐπιθυμοῦσες νά γνωρίσῃς.

Θά σέ ἐπισκεφθῶ γιά δεύτερη καί τελευταία φορά στό τέλος τῆς ζωῆς σου γιά νά σέ πάρω κοντά μου.! “

Μετά ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια ἐξαφανίσθηκε ἀπό κοντά μου.

Κατάλαβα, ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Δεσπότης Χριστός, τοῦ ὁποίου τήν ἀνθρώπινη μορφή ἤθελα νά γνωρίσω τόν τελευταῖο καιρό.

Μετά τήν ἀναχώρησί Του, ἡ καρδιά μου γέμισε ἀπό μία ἀπερίγραπτη χαρά καί γλυκύτητα.

Τόν ἐδόξασα καί Τόν εὐχαριστοῦσα γι᾿ αὐτή τήν μεγάλη ἐπίσκεψί Του σ᾿ ἐμένα τόν ἄθλιο καί ἄσωτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: