Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Σάββατο 14 Μαρτίου 2026
Η ΔΎΝΑΜΗ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΥΗΣ.
Σ' αὐτό τό σημεῖο ἡ ἀδελφή Εφραιμία ταίριαζε ἀπόλυτα μέ τόν Γέροντά μου παπα-Χαράλαμπο. Θ' αναφέρω ἀκόμα δύο περιστατικά σχετικά μέ τήν ἀδελφή Εφραιμία καί τόν Γέροντα παπα-Χαράλαμπο.
Ὅταν ἀγοράστηκε τό κτῆμα στην Πορταριά, ἤδη ἄρχισαν οἱ έργασίες γιά τά πρῶτα κτίσματα. Κατά τό 1962, ἡ ἀείμνηστη Γερόντισσα Μακρίνα ζήτησε ἀπό τήν ἀδελφή Εφραιμία, ἡ ὁποία ἦταν ἄρρωστη μέ πυρετό, νά μεταφέρει ἀπό τίς Σταγιάτες στο νέο μοναστήρι τήν θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας μας. Προς στιγμήν ἡ Ἐφραιμία πῆγε να διστάσει γιατί γνώριζε πόσο βαριά ἦταν ἡ εἰκόνα, ἀλλά καί πόσο δύσκολος ὁ δρόμος μέχρι τήν Πορταριά, γιά νά τόν ἀνεβεῖ ἄρρωστη μέ τόσο βάρος. Αμέσως, ὅμως, ξεπερνᾶ τόν δισταγμό. Βάζει μπροστά τήν εὐχή τῆς Γερόντισσας καί τρέχει. Καθώς μέ διαβεβαίωσε ἡ ἴδια, τόση δύναμη ἔλαβε, ὥστε ἡ εἰκόνα τῆς φάνηκε ἐλαφριά σάν φύλλο. Καί ἀπό πίσω αἰσθανόταν σάν κάποιος νά τήν ἔσπρωχνε.
Δέν ἄργησε νά φτάσει στο μοναστήρι.
Ένα παράλληλο γεγονός συνέβη καί στόν Γέροντά μου παπα-Χαράλαμπο. Δούλευαν πολύ σκληρά ὅλοι οἱ ἀδελφοί ἀπό τό πρωί μέχρι τό ἀπόγευμα ἐκεῖ στά βράχια τής Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης να φτιάξουν τα καλυβάκια τους. Μόλις σταμάτησαν γιά ν' ἀναπαυθοῦν ὥστε νά συνεχίσουν το βράδυ τήν ἀγρυπνία, ἀκούγεται ἕνα ἔντονο κορνάρισμα πλοίου καί μιά φωνή ἀπό τόν ἀρσανά: «Γέρο-Ἰωσήφ, ἦλθε τό λάδι». Ἦταν ἕνα βαρέλι. Τώρα ποιός θά τό φέρει; Ὁ παππούς ἔβλεπε ὅτι ὅλοι ἦσαν διαλυμένοι, δέν τολμούσε να στείλει κανέναν. Ἐκείνη τή στιγμή τρέχει στον Γέροντα ὁ παπα Χαράλαμπος καί τοῦ λέγει:
«Γέροντα, νά πάω ἐγώ;» «Ναί, παιδί μου. Πήγαινε καί σέ διαβεβαιῶ θά τό φέρεις μέ εὐκολία».
Αμέσως βάζει μιά μετάνοια ὁ παπα-Χαράλαμπος καί δρομο στο μουράγιο. Ήταν ὁλόκληρο βαρέλι. Τό ζώνεται μέ σκοινιά και με τήν εὐχή τοῦ Γέροντα καί ἀνηφορίζει. Στην αρχή τά χρειάστηκε.
Όμως, σε λίγο το βάρος λιγόστευε. Λίγο λίγο έγινε σαν φύλλο. Καί το παραδοξότερο, αἰσθανόταν σαν κάποιος νά τόν ἔσπρωχνε από πίσω. Δός του δός του, δεν άργησε να φτάσει στα βράχια πάνω, στά καλυβάκια. Το κατεβάζει καί τρέχει: «Γέροντα, τό 'φερα». Καί πάλι ὁ Γέροντας τόν ἔβαλε στήν ἀγκαλιά του καί τοῦ λέει: «Παιδί μου, ἐσύ θά προκόψεις. Όμως, γιά κοίταξε κάτω στό ἔδαφος. Αὐτό πού βλέπεις δέν εἶναι νερό. Εἶναι δάκρυα πού ἔριξα ἀπό τήν ὥρα πού ἔφυγες μέχρι τώρα, παρακαλώντας νά σέ δυναμώσει ὁ Κύριος».
Ἀπό τήν πεῖρα τῶν πατέρων τῆς ἐρήμου γνωρίζουμε ὅτι ὁ γνήσιος ὑποτακτικός πού ἔδωσε ἀγογγύστως καί μέ προθυμία τόν ἑαυτόν του στήν ὑπακοή μέ πίστη στόν γέροντα πού τόν καθοδηγεῖ, σέ βαθμό ὥστε νά αἰσθάνεται ὅτι στο πρόσωπο τοῦ γέροντος ὑπηρετεῖ Αὐτόν τόν ἴδιο τόν Χριστό, αὐτός διέρχεται εἰρηνικό τόν κλύδωνα τοῦ βίου.
Βιβλιογραφία : Παρά τους πόδας τών Αγίων. Ιωσήφ..Δ.
ΙΕΡΌ ΗΣΥΧΑΣΤΉΡΙΟ ΠΑΝΑΓΊΑΣ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΎΣΗΣ ΡΑΨΆΝΗ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου