Κάποτε πῆγε νά τόν ἐπισκεφθῆ ἕνας εὐκατάστατος γιατρός,
γιά νά τόν συμβουλευτεῖ πῶς νά διαθέσει τήν περιουσία του,
συντάσσοντας τη διαθήκη του. Ἦταν ἄτεκνος. Ὁ Γέροντας
τόν συμβούλευσε ν' ἀρχίσει να διαθέτει σε φιλανθρωπίες τήν περιουσία του, ἡ ὁποία ἦταν ἀρκετή, ἐν ὅσῳ ήταν ἀκόμη ἐν ζωῇ. Ὁ γιατρός ἀνθίστατο. «Μά πάτερ, ἀφοῦ το ἀφήνω ὅλα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα». Ὁ π. Επιφάνιος τοῦ ἀπαντοῦσε: «Δέν τ' ἀφήνεις γιατρέ μου. Σέ ἀφήνουν».
Ἐκεῖνος πάλι: «Μά πῶς πάτερ, ἀφοῦ τά γράφω στη διαθήκη μου».
Καί ὁ π. Ἐπιφάνιος τοῦ ἐξήγησε:
– «Ὄχι γιατρέ μου. Ἄν τά δώσεις τώρα, τότε πράγματι τ' ἀφήνεις. Ἄν ὅμως τα διαθέσεις μετά θάνατον, τότε σε ἀφήνουν. Καί γιά νά καταλάβεις τί ἐννοῶ, σοῦ λέω τό ἑξῆς:
Ἐγώ σοῦ λέω νά τά πάρεις μαζί σου. Μπορεῖς;».
– Βεβαίως ὄχι, ἀπαντᾶ ὁ γιατρός.
– Ἄρα σέ ἀφήνουν (καί ὁ γιατρός ἐπείσθη).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου