Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2021

Ο Άγιος και Δίκαιος Αλέξιος τής Μόσχας


 

Στον εκδοτικό οίκο τής Μονής Σρέτενσκυ, στη σειρά «Φύλακας της πίστης»[1] έκανε την εμφάνισή του ένα νέο βιβλίο τής O.Λ. Ροζνιόβα, το «Ο Άγιος και Δίκαιος Αλέξιος τής Μόσχας».



Οι Ορθόδοξοι γνωρίζουν το όνομα τού Γέροντα στον κόσμο, τού πρωθιερέα Αλέξιι Μετσιόφ (1859–1923), εφημέριου τής εκκλησίας τού Αγίου Νικολάου στη Μόσχα στο Κλέννικι, ευχέτη και οραματιστή. Το 2000, ο πρωθιερέας Αλεξέι Μετσιόφ κατατάχθηκε μεταξύ των αγίων τής Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

Ο Μοσχοβίτης Γέροντας Αλέξιι (Αλέξιος) Μετσιόφ γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1859 σε μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια τού χοράρχη τής διάσημης χορωδίας τής Μονής Τσουντόφ στο Κρεμλίνο, Αλέξιι Ιβάνοβιτς Μετσιόφ, γιού τού πρωθιερέα τής περιοχής Κολόμνα.

 

Η ζωή της οικογένειας Μετσιόφ κυλούσε υπό την σκέπη τών προσευχών και την ευλογία τού Αγίου Φιλαρέτου, Μητροπολίτη Μόσχας και Κολόμνα. Η γνωριμία με τον άγιο έλαβε χώρα όταν ο πατέρας τού μελλοντικού μεγάλου ιερέα, Αλέξιι Ιβάνοβιτς Μετσιόφ, ήταν ακόμα παιδί. Από τότε ήδη, ο μελλοντικός χοράρχης είχε ένα καταπληκτικό μουσικό αυτί. Κάποτε, ένα παγωμένο χειμωνιάτικο απόγευμα, μαζί με άλλα αγόρια από τις οικογένειες τού κλήρου τής επισκοπής τής Μόσχας, που είχαν επιλεγεί, με κριτήριο το μουσικό τους ταλέντο, για τις εκκλησιαστικές χορωδίες τής πρωτεύουσας, είχαν έρθει στην αυλή τού Μητροπολίτη. Τα παιδιά κάθισαν για να δειπνήσουν. Ξαφνικά ο Άγιος Φιλάρετος, σαν να τον ειδοποίησε η διορατική καρδιά του, ανησύχησε και βγήκε στο δρόμο για να επιθεωρήσει την πομπή με τα έλκηθρα. Σε ένα από τα έλκηθρα, βρήκε ένα αγόρι που κοιμόταν, και το οποίο είχαν ξεχάσει εκεί. Εάν ο άγιος δεν είχε βρει το παιδί εκείνην την στιγμή, θα μπορούσε να είχε παγώσει και πεθάνει.

 

Ο ιερέας Σέργκιι Ντουρύλιν, πνευματικό παιδί τού Γέροντα, σημείωνε: "Στον χαρακτήρα τού πάτερ Αλέξιι υπήρχαν αυτούσια χαρακτηριστικά τού Φιλάρετου... Κι οι δυο τους ήταν ασυνήθιστα απαιτητικοί από τον εαυτό τους, σε σημείο να είναι αδίστακτοι και υπάκουοι σε όλα όσα αφορούσαν την διακονία και το καθήκον τους".

 

Ο Αλέξιι ονειρεύονταν να αφιερωθεί στην υπηρεσία των ανθρώπων, ότι θα πήγαινε στο πανεπιστήμιο και θα γίνονταν γιατρός. Αλλά η μητέρα του αντιστάθηκε σε αυτήν του την επιθυμία, ονειρεύονταν μια πνευματική καριέρα για τον Αλέξιι. Ο νεαρός Αλέξιι αγαπούσε και σεβόταν πάρα πολύ την μητέρα του κι έτσι δεν μπορούσε να εναντιωθεί στη θέλημά της. Μετά την αποφοίτησή του από το Θεολογικό Σεμινάριο της Μόσχας το 1880, διορίστηκε ως παραεκκλησιάρχης στην Εκκλησία τής Πλατυτέρας στην οδό Ζναμένκα.

 

Το 1884, ο Αλέξιι Μετσιόφ παντρεύτηκε την Άννα Πετρόβνα Μολτσάνοβα, κόρη τού παραεκκλησιάρχη. Την ίδια χρονιά, ο Αλέξιι χειροτονήθηκε διάκονος στη Μονή Νικήτσκι και διορίστηκε στην Εκκλησία του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου στη δρομάκι Λιουμπιάνσκι (ΣτΜ: στο κέντρο τής Μόσχας). Υπηρέτησε ως διάκονος για εννέα χρόνια.

 

Ο πάτερ Αλέξιι και η Άννα Πετρόβνα ήταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, η νεαρή γυναίκα αγαπούσε τον άντρα της και τού στεκόνταν στα πάντα. Στην Άννα Πετρόβνα, ο πάτερ Αλέξιι είδε τον καλύτερό του φίλο και τον πρώτο βοηθό του στην υπηρεσία του · εκτιμούσε πολύ τις συμβουλές και τα σχόλιά της, καθώς ήταν πεπεισμένος ότι το αγαπητικό μάτι τής συζύγου του θα πρόσεχε αυτά που μπορεί να διέφευγαν τής προσοχής του. Προς μεγάλη αγωνία τού πάτερ, η σύζυγός του υπέφερε από σοβαρή καρδιακή νόσο και η υγεία της έγινε αντικείμενο συνεχούς ανησυχίας από μέρους του.

 

Για αρκετά χρόνια οι Μετσιόφ δεν είχαν παιδιά, αλλά στην συνέχεια, απέκτησαν το ένα μετά το άλλο, πέντε όλα-όλα - τρεις κόρες: τις Αλεξάνδρα, Άννα, Όλγα και δύο γιούς: τούς Αλεξέι και Σεργκέι. Αργότερα, ο Σεργκέι έγινε ιερέας και δοξάστηκε ως αγιομάρτυρας.

 

Τον Μάρτιο του 1893, ο διάκονος Αλέξιι Μετσιόφ χειροτονήθηκε ιερέας και στάλθηκε να υπηρετήσει σε μια από τις πιώ μικρές εκκλησίες τής Μόσχας, στην Εκκλησία τού Αγίου Νικολάου τού Θαυματουργού στο Κλέννικι, στο κέντρο της πόλης. Από εκείνη την ημέρα, όλη η ζωή του πάτερ Αλέξιι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτόν τον ναό: υπηρέτησε εδώ για τριάντα συνεχή χρόνια. Υπήρχαν άλλες εκκλησίες κοντά, πιο ευρύχωρες, με μεγάλο αριθμό ενοριτών. Στην αρχή ο ιερέας δεν είχε σχεδόν καθόλου ενορίτες.

 

Ο πάτερ Αλέξιι έλεγε: «Επί οκτώ συνεχή χρόνια τελούσα την Λειτουργία κάθε μέρα σε μια άδεια εκκλησία. Ένας πρωθιερέας μού είπε κάποτε: "Ακούω από μακριά τις καμπάνες στην εκκλησία σας. Μπαίνω στην εκκλησία, άδεια ... Δεν θα έχεις κανέναν, μάταια χτυπάς τις καμπάνες" ..». Αλλά ο πάτερ Αλέξιι δεν ενοχλούνταν από την απουσία ενοριτών και συνέχισε να τελεί την Θεία Λειτουργία.

 

Ο νεαρός ιερέας τελούσε Λειτουργία στην εκκλησία του σε καθημερινή βάση, την στιγμή που συνήθως σε μικρές εκκλησίες της Μόσχας έβλεπες να τελείται Λειτουργία μόνο δύο ή τρείς φορές την βδομάδα. Ο πάτερ έλεγε αργότερα: «Ήθελα να προσφέρω στην Μόσχα μια εκκλησία, όπου κάθε πιστός, αν ήθελε, θα μπορούσε να ακούσει να τελείται δέηση στον άγιο του».

 

Εκείνα τα χρόνια, οι Μοσχοβίτες έκαναν νηστεία μία φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια τής Μεγάλης Σαρακοστής, αλλά στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου τού Θαυματουργού στο Κλέννικι μπορούσε κανείς να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει οποιαδήποτε μέρα τού χρόνου. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό το γεγονός έγινε ευρύτερα γνωστό σε όλη τη Μόσχα.

 

Η πνευματική κόρη του πάτερ Αλέξιι, μια εξαιρετική αγιογράφος, η μοναχή Ιουλιανία (Σόκολοβα) κατέθετε την μαρτυρία της: «Η δύναμη τής αγάπης του έλιωνε τον πάγο τής αδιαφορίας».

 

Η απώλεια τής αγαπημένης του συζύγου ήταν ένα τρομακτικό πλήγμα για τον πάτερ Αλέξιι. Η Άννα Πετρόβνα πέθανε σε ηλικία τριάντα έξι ετών. Πριν το θάνατό της, θρηνούσε πολύ που άφηνε πίσω της τον αγαπημένο της σύζυγο και που άφηνε χωρίς μητρική φροντίδα τα αγαπημένα της παιδιά, το νεότερο εκ των οποίων, η Όλγα, ήταν μόλις έξι ετών.

 

Ακριβώς τη στιγμή που ο πάτερ Αλέξιι θρηνούσε τον πρόωρο θάνατο τής γυναίκας του, ο Άγιος και Δίκαιος Ιωάννης τής Κρονστάνδης έφτανε στη Μόσχα. Η οικογένεια εμπόρων Μπελόφ, Αλεξέι και Κλάβντια, που ήταν κοντινοί φίλοι τού πάτερ Αλέξιι και οι οποίοι ζούσαν, όπως κι αυτός, στην Μαροσέικα, κάλεσαν τον πάτερ Ιωάννη στο σπίτι τους. Πιθανότατα ήθελαν ο πάτερ Ιωάννης να παρηγορήσει τον πενθούντα.

 

Οι μνήμες των πνευματικών παιδιών σχετικά με αυτήν τη συνάντηση έχουν διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας. "Ήρθατε να μοιραστείτε την θλίψη μου μαζί μου;", ρώτησε ο πάτερ Αλέξιι. «Δεν ήρθα να μοιραστώ τη θλίψη σου, αλλά την χαρά», τού απάντησε ο πάτερ Ιωάννης, «ο Κύριος είναι που σε επισκέπτεται. Άφησε το κελλί σου και βγες έξω στους ανθρώπους. Μόνο από εδώ και στο εξής αρχίζεις να ζεις. Διαμαρτύρεσαι για τις θλίψεις σου και σκέφτεσαι ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη στον κόσμο από τη δική σου, τόσο βαριά είναι η θλίψη σου. Και όταν είσαι μαζί με τούς άλλους ανθρώπους, και μπεις στην θλίψη των άλλων, όταν τις πάρεις πάνω σου, τότε θα δεις ότι η δυστυχία σου είναι μικρή, ασήμαντη σε σύγκριση με όλη την θλίψη των άλλων. Αυτό θα απαλύνει την θλίψη σου». Ο πάτερ Ιωάννης υπέδειξε την προσευχή ως το πρώτο μέσο προς χρήση στο προτεινόμενο κατόρθωμα: «... Θα απαλύνει τις θλίψεις τής ζωής σας και θα δώσει παρηγοριά στους άλλους».

 

Ο πάτερ Αλέξι εξέλαβε τα λόγια τού Άγιου και Δικαίου Ιωάννη τής Κρονστάνδης ως υπακοή. Αργότερα έλεγε: «Υπάκουσα στα λόγια τού πάτερ Ιωάννη, και οι άνθρωποι έγιναν διαφορετικοί στα μάτια μου. Είδα την θλίψη στην καρδιά τους, και η δική μου θλιβερή καρδιά έγινε ένα με την θλίψη τους, η προσωπική μου θλίψη προσδέθηκε στην δική τους. Ήθελα να ζήσω ξανά για να τους παρηγορήσω, να τούς ζεστάνω, να τούς αγαπήσω. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, έγινα ένας διαφορετικός άνθρωπος: πραγματικά ήρθα στη ζωή». Έτσι ξεκίνησε η υπηρεσία τού πάτερ Αλέξι ως Γέροντα.

 

Σταδιακά, δημιουργήθηκε μια μεγάλη κοινότητα κατοίκων τής Μαροσέικα γύρω από τον ιερέα, η οποία ονομάστηκε «μοναστήρι στον κόσμο». Τα πνευματικά παιδιά βοηθούσαν το ένα το άλλο, αλληλουποστηρίζονταν στα προβλήματα και στις θλίψεις τους. Το 1919, ο ίδιος ο Πατριάρχης Τύχων ευλόγησε την κοινότητα.

 

Ο ιερέας Σέργκιι Ντουρύλιν έγραψε για τον ιερέα: «Ο ιερέας μιλούσε για τον Πατέρα Ανατόλιι τής Όπτινα με τέτοια αγάπη, αναγνώριση και σεβασμό, όπως με κανέναν άλλον ασκητή και πνευματικό πατέρα εν ζωή.. "Μας διακατέχει το ίδιο πνεύμα", έλεγε πολλές φορές… Υπήρχε μια τέτοια επικοινωνία μεταξύ τους, την οποία οι κοντινοί τους ονόμαζαν, αστειευόμενοι, «ασύρματο τηλέγραφος». Υπήρχε μια ευγενική εγγύτητα, μια ευγενική ενότητα των Γερόντων. Πόσες φορές έχω πειστεί για αυτό. Ο πάτερ Ανατόλιι πάντα έστελνε τούς Μοσχοβίτες στον πάτερ Αλέξιι... Το ίδιο έκανε και ο πάτερ Νεκτάριι, ένας άλλος Γέροντας τής Όπτινα, ο οποίος κάποτε είπε σε κάποιον: "Μα γιατί έρχεστε σε εμάς άμα έχετε τον πάτερ Αλέξιι;».

 

Ο πάτερ Πάβελ Φλωρένσκυ έγραφε το 1924: «Η κοινότητα τής Μαροσέικα ήταν, με την πνευματική της έννοια, θυγατέρα τής Όπτινα: εδώ η ζωή χτίστηκε πάνω στην πνευματική εμπειρία. Ο πάτερ Αλέξιι δίδαξε με τη δική του ζωή, και όλοι γύρω του ζούσαν ο καθένας με τον δικό του τρόπο, και στο μέτρο τού δυνατού συμμετείχαν όλοι στην ανάπτυξη της πνευματικής ζωής ολόκληρης τής κοινότητας. Αν και η κοινότητα δεν είχε δικό της νοσοκομείο, πολλοί καθηγητές, γιατροί, παραϊατρικοί και νοσηλευτές - πνευματικά παιδιά τού πάτερ Αλέξιι – παρείχαν βοήθεια στους άρρωστους που στρέφονταν στον πάτερ Αλέξιι για βοήθεια. Αν και δεν είχαν δικό τους σχολείο, ένας αριθμός καθηγητών, συγγραφέων, δασκάλων, μαθητών, καθώς και πνευματικών παιδιών τού πάτερ Αλέξιι, ήρθε με τις γνώσεις και τις συνδέσεις τους για να βοηθήσει εκείνους που το χρειάζονταν. Αν και η κοινότητα δεν είχε το δικό της οργανωμένο καταφύγιο, όσους είχαν ανάγκη τούς έντυναν, τούς έδιναν παπούτσια και τροφή».

 

Ο επίσκοπος Αρσένιι (Ζαντανόβσκι) υπενθύμιζε επίσης: «Ο πάτερ Αλέξιι είχε κοινή λογική και διορατικότητα, στοιχεία που τού επέτρεψαν να έχει μια μεγάλη πνευματική εμπειρία, η οποία, μέσω τής συνεχούς επαγρύπνησής του, εκδηλώνονταν μέσω τής ικανότητάς του να θεραπεύει αμαρτωλές πληγές στους ανθρώπους. Ο πάτερ Αλέξιι, καταλάβαινε, πριν καν οι άλλοι ανοίξουν το στόμα τους να πουν κάτι, τα συναισθήματα όλων που στρέφονταν σε αυτόν ως πνευματικό πατέρα, γνώριζε καλά τις ανθρώπινες αδυναμίες και, χωρίς να επιδεικνύει ανοχή απέναντι σε αυτές, αλλά πάλι με ιδιαίτερη προσοχή, απαλά, άγγιζε τρυφερά την ψυχή όλων. Ποτέ δεν άφησε να εννοηθεί ότι εξεπλήσσονταν μπροστά στις αμαρτίες κάποιου, ποτέ δεν κατηγορούσε τον αμαρτωλό, αλλά προσπαθούσε να τον φέρει αθόρυβα στην κατάσταση τού να συνειδητοποιήσει ​​την ενοχή και να περάσει στην μετάνοια, σκιαγραφώντας μπροστά του ζωντανές εικόνες ανθρώπινων λαθών και αυταπατών, από τις οποίες ο ίδιος ο πιστός έπρεπε να πάρει ένα μάθημα». ...

 

Ο Γέροντας δίδασκε στα πνευματικά παιδιά του την αδιάλειπτη προσευχή. Δίνοντας το παράδειγμα, έδειχνε ότι ακόμη και στον θόρυβο τής καθημερινότητας και στην φασαρία τής πόλης, μπορεί κανείς να ασκεί αδιαλείπτως προσευχή, να έχει καθαρή καρδιά και να στέκεται ενώπιον του Θεού ακόμη και εδώ στη γη.

 

Ο Γέροντας έλεγε κάποτε για τον ρωσικό λαό: «Όχι μόνο σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, αλλά και σε κάθε λαό δωρίζει ο Θεός ταλέντα, και για τη Ρωσία αυτά είναι η υπομονή και η αγάπη».

 

Έλεγε επίσης: «Ο αληθινός πιστός, αυτός που ζει εν Θεώ, δεν έχει να φοβάται τίποτα».

 

Αναστενάζοντας θα έλεγε: «Αν ήταν όντως τόσο εύκολο να σωθούμε, θα είχαμε γίνει όλοι άγιοι εδώ και πολύ καιρό».

 

Όλγα Ροζνιόβα

Μετάφραση για το gr.pravoslavie.ru: Γρηγόριος Μάμαλης

 

Pravoslavie.ru

 

4/1/2021


Δεν υπάρχουν σχόλια: