Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τρίτη 3 Μαρτίου 2026
Ὁ παπα-Ἐφραίμ ὁ Καραγιάννης και ο δράκος.
Ὁ παπα-Ἐφραίμ ὁ Καραγιάννης και ο δράκος.
Ὁ παπα-Ἐφραίμ ὁ Καραγιάννης, ὁ ψηλός, ὅπως τόν ἔλεγαν στόν κόσμο, ἐπειδή ἦταν ἀρκετά ψηλός, ἤ ὁ παπα-Ἐφραίμ ὁ χοντρός, ὅπως τόν ἔλεγαν στό Ἅγιον Ὄρος, ξεκίνησε ἀπό τόν κόσμο ἀσκητική ζωή.
Ζοῦσε στήν Ἀθήνα καί ἐργαζόταν ὡς ταχυδρόμος. Ἀνέβαινε στά βουνά καί ἀγρυπνοῦσε συχνά πάνω στα δένδρα μέ προσευχή. Ἀπό θεῖο ζῆλο κινούμενος, μετέβη στό Ἅγιον Ὄρος, ἀναζητώντας θεοφόρους καί αὐστηρούς ἀσκητές. Δέν ἄργησε να γνωρίσει τον μεγάλο νηπτικό τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅσιο Ἰωσήφ τον Ησυχαστή. Στο πρόσωπο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀσκητοῦ βρῆκε αὐτό πού ἔψαχνε, ἐκεῖ πάνω στά ἀπόκρημνα βράχια τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Κατά τήν ζωντανή μαρτυρία τοῦ συνασκητοῦ τοῦ ὁσίου Ἰωσήφ, Γέροντος Ἀρσενίου, ὁβἘφραίμ μπῆκε κατ᾽ εὐθείαν στό ἡσυχαστικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα ἦταν τόσο αὐστηρό, ὥστε πολλοί ἐπιχείρησαν να καθήσουν ἐκεῖ, ἀλλά δέν τό ἄντεξαν. Καθημερινά μονοφαγία, χωρίς λάδι, πέντε μέρες ἐκτός Σαββατοκύριακου, ὅπου ἔτρωγαν λαδερό, ἀλλά καί πάλι μονοφαγία. Καί παντοτινή ὁλονύκτια ἀγρυπνία.
Ὁ π. Ἐφραίμ ἦταν καί πολύ ψηλός ἀλλά καί σωματώδης. Κάπου κάπου παραπονιόταν στόν γερο-Αρσένιο ὅτι τό σιτηρέσιο δέν τοῦ ἔφτανε.
Να φανταστεῖτε πόσο ψηλός ἦταν, ἀλλά καί πόσο μικρή ἦταν ἡ καλύβη τους, τά πόδια του, ὅταν ξάπλωνε, δέν τόν χωροῦσαν νά τά ἁπλώσει. Τί ἔκανε λοιπόν; Ἄνοιξε μία μικρή τρύπα καί ἀπ᾽ ἔξω ἔβαλε ἕναν γκαζοτενεκέ. Ἐκεῖ, ὅταν ξάπλωνε, ἔμπαιναν μέσα τα πόδια του. Κάθε βράδυ, ὁ γερο-Αρσένιος περνοῦσε καί ἔβαζε δίπλα στον τενεκέ λίγο παξιμάδι, γιὰ συμπλήρωμα.
Τό 'παιρνε ὁ παπα- Εφραίμ καί εὐχαριστοῦσε τόν παπποῦ. Ὅμως, μετά από λίγες μέρες, ξυπνώντας, κατά τήν δύση τοῦ ἡλίου, γιά τήν συνηθισμένη τους ἀγρυπνία, βγαίνοντας γιά νά βρεῖ τό σιτηρέσιο, δέν ἔβρισκε τίποτε. Νομίζοντας ὅτι κάποιος γάτος ἤ κάποια ἀλεποῦ τό ἔτρωγαν, παραφύλαξε να πιάσει τόν κλέφτη. Γιά μιά στιγμή, ἔρχεται ἕνα φοβερό θηρίο, ἕνα τεράστιο φίδι μέ πόδια ὅπως ὁ δράκος τοῦ Άη-Γιώργη. Βλέπει λοιπόν, νά ἀνοίγει τό στόμα καί νά τρώει τό παξιμάδι. Τότε, ὁ παπα-Ἐφραίμ παίρνει μία πέτρα ἀπό αὐτές πού εἶχε γιά προσκεφάλι καί τό σημαδεύει στό ἀνοιχτό στόμα. Ἐκεῖνο ἦταν!
Ὅπως τήν ἔφαγε, ἔμεινε ἐπί τόπου καί σπαρταροῦσε μέχρι πού ψόφησε. Τό πρωί, ὅταν τό εἶδε ὁ ὅσιος Ἰωσήφ, θαύμασε καί εἶπε: «Βρέ, βρέ, τί εἶναι αὐτό τό θηρίο!» Ἔπειτα εἶπε στον παπα-Ἐφραίμ νά δέσει τόν δράκο μέ τό σκοινί καί νά τόν ρίξει στον κατήφορο. Δέν πέρασε πολλή ὥρα, καί νά, πέρασαν ἀπό ἐκεῖ κάποιοι Βολιῶτες. Ἔφριξαν ὅταν εἶδαν γιά πρώτη φορά τέτοιο μεγάλο θηρίο, γι᾿ αὐτό καί τό κουβάλησαν στο καραβάκι μαζί τους καί τό πῆραν στο Βόλο. Ἐκεῖ τό παρουσίαζαν στόν κόσμο καί ἔλεγαν: «Οἱ καλόγεροι στό Ἅγιον Ὄρος σκοτώνουν τέτοια θηρία».
Αργότερα, ὅταν ὁ παπα-Ἐφραίμ κατέβηκε στον Βόλο, ἔμαθε ὁ κόσμος ὅτι ἐκεῖνος σκότωσε το φοβερό θηρίο. Αὐτό ἔγινε καί αἰτία οἱβἄνθρωποι νά τόν εὐλαβοῦνται πιό πολύ καί νά λένε: «Αὐτός εἶναι ὁ καλόγερος πού σκότωσε τόν δράκο».
Βιβλιογραφία. ΙΩΣΉΦ Μ.Δ. ΠΑΡΑ ΤΑΣ ΠΟΔΑΣ ΤΏΝ ΑΓΊΩΝ.
ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΠΑΝΑΓΊΑΣ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΎΣΗΣ ΡΑΨΆΝΗ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου