Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

 




ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Πρίν από μερικά χρόνια, ένα πνευματικό παιδί τοῦ π.  Επιφανίου Θεοδωροπούλου, μας διηγήθηκε ένα συγκλονιστικό γεγονός!!!
Τούς ἀνθρώπους γιά τούς ὁποίους μᾶς μίλησε, τούς γνωρίζαμε. Ήταν πνευματικά παιδιά τοῦ π. Επιφανίου, μᾶς

Επισκέπτονταν στο χωριό καί συμμετεῖχαν στούς Ἑσπερινούς
καί στίς Θείες Λειτουργίες τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου. Ἦταν πολύ
εὐσεβεῖς, πολύ πνευματικοί ἄνθρωποι καί πολύ ἀγαπημένοι
μεταξύ τους.

Τη δεκαετία τοῦ 1980, τό παιδί αὐτό ἦταν τριτοετής στή
Σχολή Ικάρων τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας. Τοῦ εἶπαν λοιπόν, ὅτι
θά ἔπρεπε νά μεταβεί στην Καλαμάτα γιά τήν ἐκπαίδευσή του.

Τήν προηγούμενη ἡμέρα τῆς ἀναχώρησής του, ἐπισκέφθηκε
τόν π. Ἐπιφάνιο γιά νά πάρει τήν εὐχή του καί νά τόν ρωτήσει ἐάν εἶχε κάποιον γνωστό του, στόν ὁποῖο να μπορεῖ
ν' ἀπευθυνθεῖ, προκειμένου νά ἔχει κι ἐκεῖνος ἕναν δικό του
ἄνθρωπο, στόν ἄγνωστο μέχρι τότε, τόπο πού θά πήγαινε.

Πραγματικά, ὁ π. Ἐπιφάνιος τοῦ συνέστησε ἕνα ἄλλο πνευματικό του παιδί, πού ἔμενε στην Καλαμάτα. Τοῦ εἶπε ὅτι
ἡλικιακά ἦταν ἀρκετά μεγαλύτερός του, ὅμως στόν ἄνθρωπο
αὐτόν θά εὕρισκε ὅ,τι καλύτερο ζητοῦσε.

Ὁ κ. Γιώργος ἦταν ἕνας πολύ εὐλαβής ἄνθρωπος, μέ μία
ἐξαίρετη σύζυγο, τήν κα Αθανασία, καί τέσσερα ὑπέροχα παι-
διά. Ὅλη ἡ οἰκογένεια κοντά στην Εκκλησία. Τόν ὑποδέχθηκαν
μέ πολλή ἀγάπη καί χαρά, ἔκαναν πολύ ωραία παρέα, τόν
φιλοξενοῦσαν, τόν συμβούλευαν, τόν εἶχαν σαν ψυχοπαίδι τους.

Η κα Αθανασία πάντα τοῦ ἔλεγε: «Μην ξεχνάς παιδί
μου, να κάνεις πάντα το καθήκον σου ἀπέναντι στον Θεό και τους
ἀνθρώπους».

Τό παιδί αὐτό, τελειώνοντας τήν ἐκπαίδευσή του, ἔφυγε ἀπό
τήν Καλαμάτα, οἰκογενειάρχης και πολύτεκνος πλέον, αλλά όλα
αὐτά τά χρόνια, δέν παρέλειπε ποτέ να τους παίρνει τηλέφωνο,
νά τούς ἐκφράζει τήν ἄμετρη εὐγνωμοσύνη του καί νά λένε τα
νέα τους.

Μετά ἀπό πολλά χρόνια γάμου, ἡ σύζυγος τοῦ κ. Γιώργου
ἐκοιμήθη.

Ἐκεῖνος ἔπεσε σέ βαθιά μελαγχολία. Τοῦ ἔλειπε πολύ ή
κα Αθανασία, ἔκλαιγε καί ζητοῦσε τίς προσευχές τῶν δικῶν
του ἀνθρώπων. Ἔνιωθε νά τόν πλακώνει ἕνας βράχος ἀπό τή
μεγάλη του θλίψη.

Το νεώτερο πνευματικό παιδί τοῦ Ἁγίου καί σοφοῦ Γέρο-
ντός τους π. Επιφανίου, προσπαθοῦσε νά τόν παρηγορήσει,
ὑπενθυμίζοντάς του καί τά δικά του συμβουλευτικά λόγια,
πού τοῦ ἔλεγε παλαιότερα. Καί ἐκεῖνος μέ πόνο ψυχῆς, τοῦ
ἀπαντοῦσε: «Ἔχεις δίκιο παιδί μου, θυμᾶμαι ὅτι τά ἔλεγα
αὐτά, ἀλλά δυστυχῶς δέν μπορῶ νά τό ἐλέγξω. Σε παρακαλῶ
πολύ, να κάνετε ὅλοι προσευχή γιά τήν ψυχή της καί γιά τήν
ψυχή μου».

Ἔτσι περνοῦσε ὁ καιρός καί γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστη
μα, ὅταν ἔπαιρνε τηλέφωνο τον κ. Γιώργο, τόν ἄκουγε θλιμμένο
καί μέ σβησμένη φωνή νά τοῦ ἀπαντᾶ. Ἐνῶ πρίν τήν κοίμηση
τῆς συζύγου του, ὁ λόγος του ἦταν χειμαρρώδης καί γεμάτος
μέ τήν Ἀναστάσιμη χαρά τοῦ Κυρίου μας!

Κάναμε όλοι προσευχή. Ὥσπου μία Κυριακή, μέ πῆρε τηλέ
φωνο ὁ κ. Γιώργος, διηγεῖται ὁ νεώτερος πνευματικός ἀδελφός
του καί τοῦ εἶπε: «Συγχώρα με, παιδί μου, πού σέ σκανδάλισα.
Σήμερα, μία τέτοια ἡμέρα, πανηγυρική, μία Αναστάσιμη ἡμέρα,
 σε κάλεσα νά σοῦ πῶ, ὅτι τοῦ θρήνου ο καιρός πέπαυται,
ἐτελείωσε. ΗΡΘΕ!».

- Ποιός ήρθε κ. Γιώργο;
-
Ἦρθε ἡ Ἀθανασία, παιδί μου. Καί μέ συνάντησε. Μή
βιαστείς να σκεφθεῖς ὅτι τά ἔχασα. Δέν εἶναι φαντασία οὔτε
πλάνη.

 Θά σοῦ πῶ κάτι προς Δόξαν Θεοῦ. Καί νά τό κοι
νοποιήσεις, γιά νά ἀποκτήσουν καί ἄλλοι ἄνθρωποι βεβαία
τήν ἐλπίδα, νά μήν ἀπελπίζονται καί νά μή βυθίζονται στην
ἀπελπισία τοῦ μηδέν, στήν ἀπελπισία τοῦ τίποτα. Βυθίστηκα
πολύ καιρό, ὅπως ξέρεις, στη λύπη.

 Δέν μποροῦσα νά σηκώσω τα μάτια τῆς καρδιᾶς μου στόν Οὐρανό. Δέν μποροῦσα νά βιώσω, οὔτε στό ἐλάχιστο, κάποια ἀπό αὐτά πού πρέσβευα καί σοῦ ἔλεγα καί ἐσένα. Ἄκουσε νά σοῦ πῶ τί ἔγινε:
Καθόμουν στην πολυθρόνα που γνωρίζεις, ἤμουνα μόνος
μου, ἀπόγευμα Κυριακῆς καί μέ εἶχε πιάσει το παράπο-
νο. Ἔκλαιγα ἀπαρηγόρητος. Και τότε ἦρθε ἡ Ἀθανασία καί
στάθηκε μπροστά μου. Ὄχι σέ ὅραμα, πραγματικά στάθηκε
μπροστά μου.

– Καί τί σᾶς εἶπε κ. Γιῶργο; ρώτησε ὁ νεώτερος.

– «Μήν κλαῖς! μήν κλαῖς! μοῦ εἶπε. Βαραίνεις τήν ψυχή
μου. Κοίτα. Εἶμαι καλά καί ἀναπαυμένη μέσα στό φῶς.
Μόλις θά ἔρθεις κι εσύ ἐδῶ πού εἶμαι, θά καταλάβεις ὅτι
ὅλο αὐτό πού ζοῦμε σ' αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή, εἶναι ἕνα
ἀνοιγοκλείσιμο τῶν ματιῶν. Ἀκριβῶς αὐτό θά σοῦ φανεῖ.
Καί μήν ξανακλάψεις σε παρακαλῶ. Νά ἔχεις χαρά. Καί μήν
ξεχνᾶς νά κάνεις τό καθῆκον τῆς στιγμῆς. Αὐτό πού ἔλεγε
πάντα».

- Αὐτά μοῦ εἶπε, παιδί μου. Καί μόλις ανοιγόκλεισα τά
μάτια μου, τήν ἔχασα ἀπό μπροστά μου. Θέλω νά μέ πιστέ-
ψεις. Ήταν πραγματικά μπροστά μου. Καί σέ παρακαλῶ νά
το κοινοποιήσεις στον κόσμο, πρός Δόξαν Θεοῦ καί ὠφέλεια
ψυχῶν.

Αὐτά εἶχα νά σοῦ πῶ παιδί μου, σε χαιρετῶ. Καί ἔκλεισαν
το τηλέφωνο.
Ὁ Πολυνείκης καί ἐγώ ἡ σύζυγός του
συγκινηθήκαμε πολύ,
νιώσαμε συναισθήματα πού δέν μπορούσαμε να εκφράσουμε...
Τόν εὐχαριστήσαμε γιά τή συγκλονιστική εμπειρία πού μᾶς
διηγήθηκε και φύγαμε γεμάτοι ἀπό τή Σταυροαναστάσιμη χαρά
καί ἐλπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: