Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Η «ΓΑΛΙΛΑΙΑ» ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ.



«Αγία εισαγωγή εις την ζωή της αιωνίου μακαριότητος!»

Ξένη και οθνεία υπήρξε ή πρώτη συνάντησης και γνωριμία του Παππού με τον Κύριο- και αποτέλεσε τον πλέον συγκλονιστικό γεγονός τής ζωής του. Κατ' εκείνην την ήμερα δέχθηκε τον πλήρωμα τής Θείας Χάριτος, που ως πλημμυρά φωτός κατέκλυσε την -ψυχή του και του απεκάλυψε τον μυστήριο τής αγάπης και τής ταπεινώσεως του Θεού. Εκτοτε δεν έπαυσε να ευχάριστη τον Θεό για την ανείπωτη Χάρι Του και να βιώνη σε όλη του την ζωή την εμπειρία εκείνη, παραλληλίζοντάς την με την συνάντησης του Κυρίου και των Μαθητών στην Γαλιλαία. Ό Παππούς, λοιπόν, όταν έλεγε «Γαλιλαία», εννοούσε την ιδιαίτερη για την κάθε ψυχή ώρα τής Χάριτος, κατά την οποία για πρώτη φορά αποκτά κανείς την επίγνωση τής Θείας αγάπης.

Ή Θεία αύτη δωρεά του εδόθη στην αρχή τής νεότητας του, μετά την πρώτη συνειδητή του εξομολόγηση, κάποια Μεγάλη Παρασκευή. Προς την δύσι τής ζωής του, ό Παππούς κατέγραψε αυτή την πρώτη του γνωριμία με τον Κύριο, ή οποία είχε γίνει ή επωδός του άσματος τής ζωής του:

«Ήμουν ένα παλληκαράκι, που μόλις είχα καταλάβει τον εαυτό μου και διερωτώμην που θα πάω και τί θα γίνω και πώς θα διοχετεύσω την αγάπη μου.

»Ήταν Μεγάλη Παρασκευή απόγευμα, όταν μου ήρθε αυθόρμητη μέσα μου ή επιθυμία για εξομολόγηση. Πηγαίνω στην Παναγία,, και εξομολογούμαι στον παπά-Στέφανο. Αναστήθηκα! Σαν να βγήκα από τον σκοτάδι στον φώς!..

»Μεγάλη Παρασκευή! Ημέρα μεγάλη και σωτήριος, εκ τής απείρου αγάπης του Θεού προερχομένη! Ήμερα τής εκ του σύνεγγυς γνωριμίας μου μετά του Κυρίου μου Ιησού. Μεγάλη Παρασκευή!.. Σταυρωμένου σου, Χριστέ, ό ήλιος τας ακτίνας απέκρυψε και ό ουρανός εν μεσημβρία ενεδύθη σκότος. Ή γη τρόμαξε και σείετο. Πώς, λατρευτέ μου Ραββί, να μείνω απαθής εγώ, ό τόσον ανάξιος διά την αγάπης Σου, αλλά και τόσον ευεργετηθείς εκ του Θείου ελέους Σου; Πώς να μείνω ασυγκίνητος εκείνην της σταυρώσεώς Σου; Πώς να μη σύρομαι εις τους παναχράντους Σου πόδας διηνεκώς, ζητών τον έλεός Σου και διαθέτων όλη μου την ύπαρξιν και την ζωή δι' Εσέ, και μόνον δι' Εσέ;

«Ω! Αγία και Μεγάλη Παρασκευή! Ω! άφραστο της απείρου αγάπης του Θεού! Αγία εισαγωγή εις την ζωήν της αιωνίου μακαριότητος!.. Αγία και Μεγάλη Παρασκευή! Ζητώ τον Δημιουργό και Λυτρωτή μου. Που ευρίσκεται; Εις τον άδη! Εις τον Τάφο! Εις τον ουρανό και τον Παράδεισο μετά του ληστού! Και που άλλου; Μετά Πατρός και Πνεύματος, πληρών τας πάντα! Αφού λοιπόν ευρίσκεται παντού, θα τρέξω να Τον εύρω κάπου εκεί... Μόνον! Θέλω να Του ομιλήσω μόνος προς Μόνον... Θέλω να μη ευρίσκω κόρον εις τον να Του ομιλώ... Μόνον μετ' Αυτού θέλω να μη τελειώνει ή συνομιλία μου...

»Μεγάλη Παρασκευή!.. Μετά την εξομολόγηση δεν με χωρούσε ό τόπος. Που να πάω τώρα; Θέλω να ευρεθώ μακριά... Τί θα γίνει τώρα; Θέλω να ευρεθώ και εγώ κάπου εκεί... εις την ησυχία της φύσεως, μέσα εις την υμνολογική της αρμονία... εκεί όπου τας πάντα μυστικώς και λαμπρώς δοξολογούν τον Κύριον! Να σφηνωθώ και εγώ ανάμεσα τους μαζί δεν με όλα τας δημιουργήματα, που βγήκαν από τας χεράκια του Θεού μου, να Τον υμνήσω και εγώ!.. Να Του ομιλήσω μυστικά -αλλά και ακουστά εις τον σύμπαν -και να Τον διαβεβαιώσω ότι εγώ Τον αγαπώ και επιθυμώ διακαώς την προς Αυτόν ανάβασιν...

«Ένθεος έρως εγεννήθη εις την ψυχή μου...»

»Χωρίς πολλές καθυστερήσεις αναχωρώ από την οικία μου. Παίρνω ένα γαϊδουράκι που είχαμε, εξυπνότατο και ταχύτατο, τον όποιον έτρεχε ωσάν άλογο. Ανεβαίνω επάνω και ανοίγομαι μέσα εις τον κάμπο... Μόλις έφτασα έξω από την πόλη, όλη ή πεδιάδα ήταν παράδεισος! Χωρίς υπερβολή! Εκεί ήταν διάσπαρτα όλα τας αγριολούλουδα ότι λουλούδι μπορεί να φανταστή ό νους σου, υπήρχε εκεί! Δέσποζε ή αγριοβιολέττα, ή οποία ευωδίαζε όλο τον τόπο... Ήσαν τας σπαρτά τόσο μεγάλα και καταπράσινα. Ευλογία Θεού! Και περνούσα μέσα από τας στάχυα... σαν να περνούσα μέσα από κύματα!

\»Φθάνω εις την μέση του κάμπου... Ένθεος έρως εγεννήθη εις την ψυχήν μου και ακράτητος δοξολογικός κραδασμός εις την καρδίαν μου από μυστηριώδη τινά λειτουργικήν αίσθησιν... Πώς να υμνήσω τον Κύριον; Ένιωθα να με κατακλύζει πλημμυρά ευγνωμοσύνης προς τον Θεόν. Δεν ήξερα, όμως, να ψάλλω. Άρχισα τον αυτοσχέδιον ύμνον μου... Ότι ήθελα να πω... τον έψαλλα εις άκαθόριστον και άτεχνον ήχον και ανέφερα με θέρμη την δοξολογία μου προς τον Ιησού!

»Εις τον γρήγορο περπάτημα του μικρού μου υποζυγίου αντιφωνούσαν τας σπαρτά με τον λίκνισμά των, με τους ποικίλους και εύηχους αρμονικούς παφλασμούς των. Αυτό ήταν τον ισοκράτημα που «κρατούσαν» τας στάχυα στα δικά μου άσματα!!

«Προχωρώ και φθάνω στου Νάστου τον περιβόλι, έναν ευλογημένο τόπο. Εκεί είχαμε ένα κτήμα, τον όποιο ήταν σπαρμένο με βίκο και ήταν καταπράσινο... Όπου είχε μείνει χέρσο, ήταν ολάνθιστο... Στάθηκα σ' ένα ξέφωτο- έδεσα τον γαϊδουράκι και κάθισα κάτω από μια ελιά!

»Ολόκληρη ή κτίσης εδοξολόγει με απερίγραπτη αρμονία τον άπειρον Θεόν, τον Ποιητήν των πάντων. Τας βαθυπράσινα σπαρτά εσείοντο ωσάν να σκιρτούσαν εις την προσδοκία του Πλάστου των. Τας χωνοειδή κίτρινα και φωτεινά ανθάκια, οι κρόκοι, που αναφέρονται και στον «Άσμα Ασμάτων», παρουσίαζαν φωτεινό επίγειο ουρανό. Τας μυριοπολύχρωμα και μυριοαρωματισμένα αγριολούλουδα αντικατόπτριζαν τον Παράδεισο! Μοσχοβολούσε ό τόπος! Ευωδία παντού... Και τας άψυχα προσέφεραν την δοξολογία τους ως θυμίαμα εις τον Θεό. Μυριάδες τας έντομα!.. Σμήνη οι μέλισσες από τας γύρω μελίσσια... και αντηχούσε ένα βουητό... ωσάν ψαλμωδία! Αλλά τον μεγάλο βουητό προήρχετο από τους βομβισμούς των απειροποικίλων εντόμων, που μου υπενθύμιζαν την ακατάπαυστο δοξολογία των αγγελικών δυνάμεων. Και τας πουλιά με τον κελάηδημα τους και οι πεταλούδες με τον πτερύγισα τους, ανέπεμπαν μυστικούς ύμνους. Ή ευωδία των λουλουδιών, πού εσκορπίζετο εις όλον τον αιθέρα, σαν λιβάνι προσφερόμενον εις τον Πλάστην, με καλούσε εις προσευχή. Ή γλυκύφθογγος ησυχία των βομβισμών και των κελαηδημάτων, ή διαυγεστάτη καθαρότης του ουρανού με την απεραντοσύνη του ορίζοντος, ειλκυον τής ψυχής μου τούς οφθαλμούς εις την ατένισιν του Κυρίου μου.

«Όλα ήσαν φώς! Όλα έλεγαν Χριστός!»

»Ως να ευρέθην εις ένα άλλον κόσμο, μέσα εις τον φώς!.. Ή παρουσία Του πλήρωνε τας πάντα. Όλα ήσαν φώς! Όλα έλεγαν Χριστός! Ή δόξα του προσώπου του Κυρίου, που εφανερώθη εις εμέ διά των δρωμένων κτισμάτων, τυπώθηκε πλέον εις την καρδία μου. Τότε μου ωραιοποιήθηκαν τας πάντα. Μου φανέρωσαν την πραγματική εικόνα του είναι τους και μου απεκάλυψαν ποιός είναι ό χορηγός αυτής της ωραιότατος. Δεν ήσαν φαντασία όλα αυτά. Τας πάντα ήσαν ωραία, ωραιότατα αλλά τότε είδα την ωραιότητα που είχαν. Τότε κατενόησα εις βάθος και γνώρισα πόσον ωραία είναι τας πάντα και αυτό ακόμη τον χώμα τον κίτρινο... Είναι πανωραία όλα... είναι ή αγάπη του Θεού μου! Τί ένιωσα τότε! Σαν να άφησα τον σκότος και ανοίχθηκα μέσα εις τον φώς... Έμεινα άναυδος αρκετή ώρα... Ώ! αύτη ή ώρα! Ήτο ένα μυστήριο! Ευρέθηκα εις άφραστο μυσταγωγία και έζησα στιγμάς αιωνιότητος. Ήταν μία λειτουργία... λιβανωτός! Έβλεπα εις όλη την δημιουργία, ωσάν εις καθρέπτη, την Βασιλεία του Θεού. Διότι ή δημιουργία μας ανάγει εις τον αόρατο κόσμο. Ή εδώ ωραιότης αντικατόπτριζε την ουρανία μακαριότητα... Και όλα μέσα εις τον φώς! Μέσα εις την δόξαν!.. Συμμετείχε όλη μου ή ύπαρξης εις αυτήν την δοξολογία και έζησα διά πρώτη φορά την ασχημάτιστο Θεοκοινωνία. Ουδέν επιθυμούσα, ει μη μόνον την εκεί παραμονή μου. Να ζω την παρουσία του Κυρίου μου μέσα εις αυτήν την δοξολογία!..

«Ξεχάστηκα εκεί... Μόλις ήλθα εις εαυτόν, βαθειά ευγνωμοσύνη και Θεία γλυκύτης ανέβλυζαν από την καρδία μου και ανελύθην εις ποταμούς δακρύων ιεράς συγκινήσεως και Θείας κατανύξεως. Εκείνην την στιγμήν... ωμίλησα με τον Θεόν. Είπαμε όλα τας μυστικά μας! Του είπα: Τί να Σου δώσω εγώ, Θεέ μου; Μία λαμπάδα να δώσω; Τί είναι, όμως, μία λαμπάδα; Όχι, να Σου δώσω την ζωντανή λαμπάδα, τον εαυτό μου.

»Τότε συνάπτω συμβόλαιο αρραβώνας μετά του Καλού μου Ιησού... και δίδω και μίαν υπόσχεσιν. Κάνω κάποιο συμφωνητικό, την πρώτη μου ομολογία. Και αυτή την ομολογία, πού ήτο ό ιστός όλης της ζωής μου, την έκανα ενώπιον όλου του σύμπαντος!.. Μέχρι σήμερα φέρω εις τον νουν μου και εξετάζω αυτήν την υπόσχεσιν. Ά! λέω, αυτή ή ομολογία είχε μέσα όλην την θεολογία, είχε όλη την πίστιν και την παραδοχή της Θεότητος του Χριστού και της θυσίας του Χριστού δι' ημάς! Τότε ό Κύριος ενεχείρισε εις εμέ, ως δακτύλιον αρραβώνας, ανθοδέσμη Θείων χαρισμάτων, όπως διαφυλάξω αυτήν μέχρις εσχάτης μου αναπνοής και αναχώρησε...

»Σιγή απόλυτος... έφυγε... Που πάει; Έμεινα μόνος, τελείως μόνος. Ή μυσταγωγία τής Γαλιλαίας τελείωσε... Ή ωραία ώρα τής Χάριτος πέρασε... Κοιτάζω γύρω μου. Μπα! λέω, βράδιασε απότομα! Πήρα τον γαϊδουράκι και έφυγα. Πήγα σπίτι μου. Άλλος κόσμος εκεί. Έχασα τον ωραίον κόσμο. Μα ό νους και ή καρδία μου είχαν μείνει για πάντα εκεί, εις την Γαλιλαία ν μου».

«Αναστηθήκαμε! Πάει, τελείωσε... γίναμε αθάνατοι!»

Πράγματι, ό νους και ή καρδία του Παππού είχαν προσηλωθή για πάντα στην «Γαλιλαία» του με τους ήλους τής Εσταυρωμένης αγάπης. Γι' αυτό και δεν έπαυε στις συνάξεις του να λέγει στις αδελφές: «Τί ήταν αυτή ή ημέρα τότε!.. Όπως ή ημέρα τής Αναστάσεως! Μεγάλη Παρασκευή μεν, αλλά ημέρα τής Αναστάσεως για την ψυχή μου. Γιατί εκεί μας επεσκέφθη ό Κύριος και μας είπε: "Κοίταξε, εγώ είμαι τον Φως και ή Αλήθεια,, και Τον επιστεύσαμε. Και έγινε αυτό τον Φως σημείον του προσανατολισμοί» μας. Αυτό τον Φως μας κάνει να ανοίγωμε διάπλατα την καρδία μας και να χωράη όλον τον κόσμο.

»Ναι, εκεί γνωρίσαμε την αγάπης του Θεού και την ενστερνισθήκαμε και άρχισε να ζωογονείται και να ζει μέσα εις την ψυχή μας. Αυτή ή ανάστασις είναι ή αιώνιος ζωή! Ζωντανέψαμε! Αναστηθήκαμε! Πάει, τελείωσε...γίναμε αθάνατοι!

»Έ! από κει και πέρα, άρχισα τον αγώνα και τον «κυνηγησίδι» μου... Άρχισε ή σκληρά και μακρά πορεία τής ευρέσεως του Καλού μου Ραβί, του Ιησού Χριστού μου. Που είναι; Εδώ;.. Εκεί;.. Πάρα πέρα;.. Άρχισε μία ατέλειωτος πορεία προς συνάντησης του Κυρίου».

Ή πρώτη γνωριμία του Παππού με τον Κύριο, ή «Γαλιλαία» του, υπήρξε τον στημόνι τής πνευματικής του ζωής, στον όποιο ύφαινε διά βίου όλες τις υπερκόσμιες εφέσεις του. Με αυτή την εμπειρία ωραιοποιούσε τον παρόν εν καιρώ αγώνων, ουρανοποιούσε κάθε γήινη μέριμνα και την μετέτρεπε σε βαθμίδα για την άνοδό του στην Βασιλεία του Θεού. Έλεγε, λοιπόν: «Να άναζωπυρώνωμε την πρώτη μας αγάπης με την πίστη, που είναι πυρηνική δύναμις. Να την κάνωμε πιο καυτή, πιο αγαπητική, πιο ερωτική προς τον Θεόν. Να βάλωμε πυρ εις την πρώτη μας αγάπης. Ή πίστης ή θερμή τας κάνει αυτά! Ή πίστης, που σύρει πλησίον μας «την Γαλιλαία» ανάξιος πασά στιγμήν.

»Πέφτω εις την πεδιάδα τής αγάπης του Θεού... εις την πνευματική νοερή πεδιάδα... την ωραία πεδιάδα τής ανοίξεως, με την αφάνταστη ευωδία του λιβανωτού, με τις μυριάδες των βομβισμών των εντόμων... Πέφτω εις τον αγρό με τις βιολέτες, τούς κρόκους, τας στάχυα, τον γαϊδουράκι... και ζω πάλι ότι έζησα εκείνην την ώρα στην πρώτη μου συνάντησης, τότε πού είχαμε την πρώτη μας Θεοπτία!

»Είχαμε Θεοπτία στην Γαλιλαία! Δι' αυτό ξεκινήσαμε. Και είδαμε πραγματικά την Αλήθεια- είδαμε τον Χριστό εμείς οι ίδιοι... Μας ωμίλησε ό Θεός μέσα μας!.. Και Τον επιστεύσαμε... Τον εγκολπωθήκαμε ολόκληρο μέσα μας εκείνην την στιγμή. Διά τούτο επιρρίψαμε όλη μας την αγάπη εις τον Χριστόν, ό Όποιος γνωρίζει ότι Τον αγαπήσαμε και μαγευθήκαμε από την αγάπης Του... Και Εκείνος ανταπεκρίθη εις την αγάπης μας με καταιγισμό Θείας αγάπης! Μας άνοιξε την αυλαία τής βασιλείας Του, διά να ιδωμε τον Φώς και να Τον γνωρίσωμε- και μας έδειξε την χώρα των πρωτοτόκων. Τότε μας είπε: Ορίστε! Λοιπόν, σε αναμένω και εγώ να σε φιλοξενήσω και να συνδειπνούμε εις την βασιλεία μου αιωνίως, γιατί σε αγαπώ και σε θέλω μαζί μου εις την αιωνιότητα.

»Άς μη λησμονούμε αυτήν την συνάντησης και αυτήν την κλήσι εις τον ουράνιο δείπνο, πού μας έκανε ό Κύριος όταν μας ενεχείρισε την διαβεβαίωση τής πρώτης μας αναστάσεως και την ελπίδα τής αθανασίας και τής αιωνίου ζωής!

»Εκεί να ανατρέχαμε πάντοτε, εις την «Γαλιλαία μας»! Εκείνην, όπου οροθετήσαμε την πορεία μας και ξεκινήσαμε διά να ζήσωμε μόνον διά τον Θεόν και να ατενίζωμε μόνο τον Φώς του προσώπου Του. Εκεί κρύπτεται μία σειρά ανοίξεων και χερουβικών τιναγμάτων, από άνοιξη εις ωραιοτέραν και φωτεινοτέραν άνοιξη Θείας αγάπης. 'Εκεί κρύπτονται εκτινάξεις με ανοίγματα νοός, από όροφον εις ασκεπή όροφον, από ορίζοντα εις Θείον ορίζοντα, μέχρι να φθάσωμε εις τας σύνορα του ακτίστου Φωτός».


ΒΙΒΛΙΟΓ. Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗΣ. ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΜΑΚΡΥΝΟΥ . ΜΕΓΑΡΑ 2006.


Δεν υπάρχουν σχόλια: