Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026
Συνομιλίες με προσκυνητές από την αδελφή Εφραιμία !!!!
3. Συνομιλίες με προσκυνητές
Αἰσθανόμενη ἡ ἀδελφή Εφραιμία ὅτι πλησιάζει ἡ ὥρα πού ἡ ψυχή της θά ἐγκαταλείψει τόν γήινο κόσμο, άφηνε αὐθόρμητα νά ἐκδηλωθοῦν τά συναισθήματά της καί νουθετοῦσε μέ πολλή ἀγάπη μοναχούς καί κοσμικούς, φανερώνοντάς τους μερικά βιώματά της, δίδοντάς τους κατά κάποιον τρόπο μία παρακαταθήκη ζωῆς. Αὐτό ἀποτέλεσε μία εὐχάριστη έκπληξη γιά τίς ἀδελφές πού ζοῦσαν μαζί της, δεδομένου ὅτι τα προηγούμενα χρόνια σπάνια φανέρωνε τίς ἐμπειρίες της, εἴτε λόγῳ τοῦ χαρακτήρα της πού ἦταν πάντα συγκρατημένος εἴτε ἐξαιτίας τῆς βαθιᾶς της ταπείνωσης.
Το ἡσυχαστήριο αὐτό, τῆς Παναγίας Γλυκοφιλούσης, τό ἐπισκέφθηκα αρκετές φορές. Ὅσο ζοῦσαν καί οἱ δυό ἀδελφές, οἱ συνομιλίες μου ἦσαν κυρίως μέ τήν ἀδελφή Εφραιμία. Παρ' ὅλες τίς δοκιμασίες ἀπό τήν ἀσθένεια, το μυαλό της ήταν πολύ καθαρό. Γι' αὐτό κατορθώσαμε να μεταφέρουμε τα περισσότερα από συνομιλίες, μέσα ἀπό ζωντανές μαρτυρίες.
Κατά τό διάστημα τῆς ἀνάρρωσής της ἀπό τό χειρουργεῖο, τήν ἐπισκέφθηκε ἕνας ευλαβής ἱερέας, ὁ π. Σ. Χ. Τοῦ λέγει: «Πολύ φοβόμουν στη ζωή μου τον θάνατο». Της λέει ὁ παππούλης, πιο πολύ για να την παρακινήσει νά πεῖ κάτι ὠφέλιμο ἀπό τίς ἐμπειρίες της: «Γιατί φοβόσουν τον θάνατο; Μήπως ἔκανες παρακοή;» Τοῦ λέει: «Ἄνθρωπος εἶμαι. Εἶναι δυνατόν νά μήν ἔκαμα; Πάντως δέν θυμᾶμαι. Ἐκεῖνο πού θυμᾶμαι εἶναι ὅτι ἔβαλα ὅλα τά δυνατά μου ν' ἀναπαύσω τή Γερόντισσά μας, ἀλλά καί τόν Γέροντα ὅταν ἐρχόταν. Τήν τελευταία νύχτα πρίν φύγει ἡ Γερόντισσά μου ἀπό τή ζωή καθόμασταν μαζί. Ἀφοῦ μου μίλησε περί θανάτου καί κατάλαβα ότι πρόκειται να φύγει, ἔπεσα πάνω της καί μέ πόνο τῆς ἔλεγα: “Μανούλα μου, τί θά γίνω ἐγώ; Φοβᾶμαι τό θάνατο, ποῦ θά πάω;” Καί αὐτή, μέ ἠρεμία: “Γιατί φοβᾶσαι; Μαζί μου θά εἶσαι.”
Τῆς λέω: “Ναί, μανούλα μου. Νά μέ ἔχεις δίπλα σου”. Καί τά τελευταῖα της λόγια ἦταν: “Μή φοβᾶσαι καθόλου. Μαζί μου θά εἶσαι”.
Ἄλλη μιά φορά πήγαμε μέ τή Γερόντισσα Μαρία στήν Αριζόνα, νά ἐπισκεφτοῦμε τόν Γέροντά μας. Καί αὐτοῦ ἐκεῖ πάλι τοῦ ἐπανέλαβα ὅτι φοβᾶμαι τόν θάνατο. Καί ἐκεῖνος μέ διαβεβαίωσε ὅτι θά σωθῶ. “Μή φοβᾶσαι καθόλου, Ἐφραιμία μου, ὅπου θά εἶμαι ἐγώ καί ἡ Γερόντισσα, ἐκεῖ θά εἶσαι καί σύ”. Τοῦ λέω “Μά, ἄν ἐγώ, Γέροντα, φύγω πρίν ἀπό σένα;”
Μοῦ λέει ξανά: “Νά ἔχεις ἐμπιστοσύνη στον Γέροντά σου. Ἐγώ θά σέ παραδώσω.” Πράγματι, ἀπό τότε ηρέμησα, ἄν καί εἶμαι ἀνάξια, ὅμως, πιστεύω ὅτι ἡ εὐχή τῆς Γερόντισσας καί τοῦ Γέροντά μας θά μέ σώσουν».
Μέ τόν ἔντονο κατά Θεόν φόβο καί τήν μνήμη τοῦ θανάτου πού εἶχε ἡ ἀδελφή Εφραιμία, φαίνεται πῆγε ὁ πειρασμός νά τήν ἀπελπίσει, ἐκμεταλλευόμενος τήν ἀδυναμία τῆς ἀσθένειάς της. Τήν τελευταία ἑβδομάδα, εἶδε μιά νύχτα στον ύπνο της κάποιες μορφές να προσπαθοῦν νά τή σπρώξουν σε βαθύ, σκοτεινό μέρος, σάν καταβόθρα. Ἀπό τόν φόβο της ξύπνησε τρομαγμένη. Όμως, ὁ Θεός πού νοιάζεται γιά τούς δικούς του, γιά νά τήν παρηγορήσει, τῆς ἔδειξε κατόπιν πῶς εἶναι ὁ κόλπος τοῦ Ἀβραάμ στον Παράδεισο, ὅπως λέγει τό Εὐαγγέλιο.
Εἶδε τόν Ἀβραάμ στον Παράδεισο, περικυκλωμένο μέ πλῆθος ἀπό παιδάκια
- Όλα χαρούμενα καί ντυμένα με μπλέ φορεματάκια. Τότε άκουσε · τη φωνή τῆς ἀνηψιάς της, Μ. Β., πού τῆς εἶπε: «Θεία μου, ἀφοῦ ἔχουμε παρρησία στον Θεό καί μᾶς τό κάνει». «Ξεθάρρεψα τότε κι εγώ», λέει η τὸν Πατριάρχη Αβραάμ, τί φοβάσαι; Αυτός, ὅ,τι του ζητήσουμε, έχει αδελφή Εφραιμία, «καί πῆγα να του ζητήσω λίγες σταφιδούλες. Όμως, δεν πρόλαβα. Πριν μοῦ τίς δώσει, ξύπνησα, ἀλλὰ ἤμουν μέσα μου ὅλα χαρά»,
Περί τοῦ θέματος αὐτοῦ, στο βιβλίο «Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,διαβάζουμε ὅτι ὁ Ἅγιος, ὅταν βρισκόταν σε απελπισία, ἄκουσε μία φορά τη φωνή τοῦ Κυρίου πού τοῦ εἶπε: «Κράτα τόν νοῦ σου εἰς τόν ἤδη καί μή ἀπελπίζου».
Όταν ἕνας ἀγωνιστής κατεβάζει τόν ἑαυτό του τόσο κάτω ὅπου αισθάνεται ὅτι εἶναι γιά τήν κόλαση, τότε ὁ διάβολος τό ἐκμεταλλεύεται για να τον φέρει σέ ἀπελπισία, λέγοντάς του: «Ἄδικα ἔχασες τα καλύτερά σουΝχρόνια. Θα κολαστεῖς». Κι ἔτσι, τόν σπρώχνει νά τά παρατήσει για ν' ἀπολαύσει τουλάχιστον στο υπόλοιπο τῆς ζωῆς του τίς μάταιες ἡδονές.
Ἄλλους πάλι τούς φέρνει σε τέτοιο βαθμό ἀπελπισίας ώστε τους σπρώχνει στήν αὐτοκτονία. Όμως, ὁ σοφός ἀγωνιστής και τόν ἑαυτό του συνεχίζει νά τόν θεωρεῖ ἄξιο γιά τήν κόλαση καί τόν διάβολο ἀντιμετωπίζει λέγοντας: «Ἀπό τά ἔργα μου εἶμαι ἀπελπισμένος, ἀλλά δέν ἐλπίζω στά ἔργα μου, παρά στό ἀνεξάντλητο ἔλεος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μου πού καταδέχτηκε να χύσει τό πανάγιο αίμα του καί γιά μένα». Μέ αὐτές τίς σκέψεις ἀποφεύγει τήν ὀλέθρια ἀπελπισία.
Παρ' ὅλο πού ἡ ἀδελφή Εφραιμία σ᾿ ὅλα της τά χρόνια ήταν δοσμέ-λνη ἐξ ὁλοκλήρου στον Θεό, πολλές φορές ὁ ἐχθρός προσπαθοῦσε νά τή ρίξει σέ ἀπελπισία ὅτι θά κολαστεῖ. Όμως, εὔκολα τόν ἀντέκρουε ὅτι οἱ εὐχές τοῦ Γέροντα καί τῆς Γερόντισσας θα τη σώσουν. Ἔτσι, λοιπόν, καί τήν ταπείνωση κρατοῦσε ἀλλά καί τήν ἐλπίδα βεβαία.
Βιβλιογραφία : Παρά τους πόδας τών Αγίων. Ιωσήφ..Δ.
ΙΕΡΌ ΗΣΥΧΑΣΤΉΡΙΟ ΠΑΝΑΓΊΑΣ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΎΣΗΣ ΡΑΨΆΝΗ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου