Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026
1️⃣1️⃣ 𝝞𝝤𝝪𝝢𝝞𝝤𝝪 - Άγιος Μητροφάνης Τσί-Σούνγκ και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες
1️⃣1️⃣ 𝝞𝝤𝝪𝝢𝝞𝝤𝝪 - Άγιος Μητροφάνης Τσί-Σούνγκ και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες
Το 1900 μ.Χ. υπήρχε στην Κίνα η μυστική εταιρεία πολεμικών τεχνών «Πυγμάχοι» ή ακριβέστερα Yihetuan («Πολιτοφυλακές δικαιοσύνης και ομονοίας»), που τα μέλη της ασκούνταν στην πυγμαχία και έφεραν φυλαχτά που θεωρούνταν αλεξίσφαιρα.
Υποστηριζόμενοι από την επίκληρο αυτοκράτειρα, γνωστή για την ξενοφοβία της, οι «Πυγμάχοι» εξαπέλυσαν διωγμό κατά των χριστιανών, στους οποίους απέδιδαν την ευθύνη για όλες τις συμφορές της Κίνας.
Στις 10 Ιουνίου τοιχοκολλήθηκαν προκηρύξεις στους δρόμους του Πεκίνου, καλώντας τους ειδωλολάτρες να σφαγιάσουν τους χριστιανούς και απειλώντας όσους θα τολμούσαν να τους κρύψουν.
Την επόμενη νύχτα, οι «Πυγμάχοι», περνώντας με αναμμένους δαυλούς από κάθε συνοικία της πόλης, συνελάμβαναν στα σπίτια τους όσους Ορθόδοξους χριστιανούς έβρισκαν και τους βασάνιζαν με σκοπό να αρνηθούν τον Χριστό.
Πολλοί, τρομοκρατημένοι από τα μαρτύρια, έκαψαν θυμίαμα μπροστά στα είδωλα για να σώσουν την ζωή τους, ενώ άλλοι ομολόγησαν με γενναιότητα την πίστη τους και υπέστησαν τρομερά βασανιστήρια.
Αφού έκαψαν τα σπίτια τους, τους οδήγησαν έξω από την πόλη, στους ειδωλολατρικούς ναούς των «Πυγμάχων», όπου ξεκοιλιάστηκαν, αποκεφαλίσθηκαν ή κάηκαν στην πυρά.
Ο Παύλος Γουάν, ένας ορθόδοξος κατηχητής, πέθανε με την προσευχή στα χείλη.
Η Ία Γουέν, διδασκάλισσα στην ρωσική ιεραποστολή, βασανίσθηκε δύο φορές και ομολόγησε πασίχαρη τον Χριστό.
Ο Ιωάννης, ένα αγόρι οκτώ ετών, υπέστη ακρωτηριασμό των δύο χεριών του και κατακρεούργηση του στήθους του.
Στην ερώτηση των δημίων του αν υπέφερε, απάντησε χαμογελώντας: «Δεν είναι δύσκολο να υποφέρει κάνεις για τον Χριστό».
Οι «Πυγμάχοι» τον αποκεφάλισαν και έκαψαν τα λείψανά του σε εορταστική πυρά.
Ο πατήρ Μητροφάνης Τσί-Σούνγκ, ο πρώτος κινέζος ιερέας που είχε χειροτονηθεί από τον Άγιο Νικόλαο της Ιαπωνίας και είχε υπηρετήσει ακαταπόνητα την ιεραποστολή επί δεκαπέντε χρόνια, σφαγιάστηκε με τους περισσότερους από τους εβδομήντα χριστιανούς, γυναίκες και παιδιά, που είχαν καταφύγει στο σπίτι του μετά την πυρπόληση των οικοδομημάτων της ρωσικής ιεραποστολής.
Όταν εισόρμησαν οι «Πυγμάχοι», τον βρήκαν καθισμένο στην αυλή και τον κατατρύπησαν με μαχαιριές στο στήθος.
Αποκεφάλισαν την γυναίκα του, Τατιανή, όπως και τον γιο τους, Ησαΐα, ηλικίας είκοσι τριών ετών.
Έκοψαν τα δάχτυλα των ποδιών, τη μύτη και τα αυτιά του άλλου γιου τους, Ιωάννη, επτά ετών, τη στιγμή του μαρτυρίου του πατέρα του.
Εκείνος όμως δεν ένιωθε κανένα πόνο και ενώ οι βασανιστές του τον αποκαλούσαν «γιό δαιμόνων», εκείνος αποκρίθηκε: «Είμαι ένα πιστός του Θεού και όχι μαθητής δαιμόνων!».
Η Μαρία, αρραβωνιαστικιά του Ησαΐα, ηλικίας δεκαεννέα ετών, είχε πάει στο σπίτι του πατρός Μητροφάνη με την επιθυμία να πεθάνει μαζί με την οικογένεια του αρραβωνιαστικού της.
Όταν οι «Πυγμάχοι» περικύκλωσαν το σπίτι, βοήθησε τους άλλους να σωθούν πηδώντας τη μάνδρα και κατόπιν αντιμετώπισε τους εισβολείς, κατηγορώντας τους ότι δολοφονούν αθώους δίχως δίκη.
Μην τολμώντας να τη σκοτώσουν, την πλήγωσαν στα χέρια και της τρύπησαν τα πόδια.
Σε όσους την πίεζαν να φύγει, αποκρίθηκε: «Γεννήθηκα κοντά στην εκκλησία της Παναγίας Θεοτόκου και εδώ θα πεθάνω!».
Όταν οι «Πυγμάχοι» επέστρεψαν, την θανάτωσαν.
Μεταξύ των αγίων αυτών μαρτύρων βρίσκονταν επίσης απόγονοι των κατοίκων του Αλμπαζίν της Ρωσίας, που είχαν μεταφέρει το φως του Χριστού στο Πεκίνο το 1685 μ.Χ.
Ο Κλήμης Κούι Κιν, ο Ματθαίος Χάι Τσουάν, ο αδελφός του, Βίτος, η Άννα Σούι και πολλοί άλλοι, οι οποίοι χωρίς να φοβούνται αντιμετώπισαν γενναία τα μαρτύρια και τον θάνατο, παρακαλώντας τον Θεό να φωτίσει τους διώκτες και να συγχωρέσει τα αμαρτήματά τους.
Από τις χίλιες ψυχές που αποτελούσαν την ρωσική ιεραποστολή στο Πεκίνο, χάθηκαν κατά τα αιματηρά γεγονότα τριακόσιες, από τις οποίες διακόσιες είκοσι δύο έλαβαν τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.
Περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή αυτών των αγίων της Ορθοδοξίας, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο «Συναξάριον Ορθοδόξων Κινέζων Μαρτύρων», του Γεωργίου Ε. Πιπεράκη, Αθήναι 1997.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου