Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
«Ο ψίθυρος μέσα στην θύελλα»
Σ’ ένα μικρό μοναστήρι πάνω στο βουνό ζούσε ένας νέος μοναχός, ο αδελφός Μιχαήλ. Παρ’ όλη τη ζέση του για προσευχή και υπακοή, είχε έναν βαθύ φόβο: φοβόταν το σκοτάδι.
Κάθε βράδυ, όταν οι άλλοι μοναχοί έμπαιναν στα κελιά τους, εκείνος στεκόταν στο κατώφλι του κελιού του και άκουγε τους ήχους της νύχτας με σφιγμένη καρδιά.
Ένα βράδυ ξέσπασε μεγάλη θύελλα. Άνεμοι σφύριζαν, οι πόρτες έτριζαν, τα φώτα τρεμόσβηναν. Ο ηγούμενος χτύπησε το σήμαντρο και είπε:
- «Αδελφοί, κάποιος πρέπει να πάει στην αποθήκη να δέσει τα παράθυρα, αλλιώς θα τα πάρει ο αέρας.»
Κανείς δεν μίλησε. Ο αδελφός Μιχαήλ ένιωσε την καρδιά του να παγώνει. Η αποθήκη ήταν μακριά, έξω από τα τείχη, μέσα στο σκοτάδι. Κι όμως, κάτι μέσα του είπε:
«Γιατί φοβάσαι, αφού ο Κύριος είναι μαζί σου;»
Με τρεμάμενα πόδια πήρε το φανάρι και βγήκε στο αγριεμένο βράδυ. Ο άνεμος σχεδόν του το έσβησε. Το μονοπάτι φαινόταν ατελείωτο. Κάθε θρόισμα φύλλου φάνταζε σαν απειλή.
Μα όταν έφτασε στην αποθήκη, συνέβη κάτι απλό αλλά βαθύ:
Καθώς έδενε τα παράθυρα, το φανάρι του έσβησε.
Ο αδελφός πάγωσε από τον φόβο.
Και τότε, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, άκουσε έναν ψίθυρο στην καρδιά του:
«Εγώ είμαι το φως σου. Δεν σε εγκατέλειψα ποτέ.»
Ο φόβος του έλιωσε σαν χιόνι στον ήλιο. Δεν είχε αλλάξει τίποτε γύρω του η θύελλα ήταν η ίδια, το σκοτάδι το ίδιο.
Αλλά κάτι είχε αλλάξει μέσα του.
Όταν γύρισε στο μοναστήρι, ο ηγούμενος τον κοίταξε με απορία:
- «Παιδί μου, πώς τα κατάφερες;»
Ο Μιχαήλ χαμογέλασε.
-«Δεν τα κατάφερα μόνος. Όταν έσβησε το μικρό μου φως, γνώρισα το μεγάλο.
Ο φόβος δεν φεύγει όταν αλλάζουν τα γύρω μας, αλλά όταν αφήνουμε τον Χριστό να φωτίσει τα μέσα μας.
«Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου· τίνα φοβηθήσομαι;» (Ψαλμός 26:1)
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου