Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ.


Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ
Εκάστην εσπέραν, ο κυρ Δημητράκης ο Δρόλιας, προέβλεπεν εις το πρόγραμά του την  εσπερινήν πρό του υπνώσαι προσευχήν. Εγκατέλειπε λοιπόν την νοεράν τούτην, που τον συντρόφευε ολημερίς, και καταπιάνονταν με το Απόδειπνον. 

Εκεί εις το απόδειπνον τούτον, εναπόθετε  όλας τας τελευταίας επιθυμίας του, ως άνθρωπος και σάρκα φορών. Χωρίς να λησμονεί  εζήτει και την εξ ύψους συγχώρεσιν, δια τας «μεγάλας» αμαρτίας που τον εβάρεναν. Εκάστην φορά βεβαίως που τας «μεγάλας» τοιαύτας εξομολογείτο εις τον Ιερέα του υψίστου, πατέρα Γεράσιμο, ο Ιερεύς τον κοιτούσε μειδιών με βλέμμα συγκαταβάσεως,  καθότι εσκέπτετο πως αι αμαρτίαι του κυρ Δημητράκη, ήτο μεγέθους αμαρτιών μικρού αγαθού παιδιού. 

Η εξομολόγησις αύτη του κυρ Δημητράκη, έκαμνε τον πατέρα Γεράσιμο να ενσκύπτει εις τα βαθύτερα και της ιδικής του ψυχής, διότι τον ήλεγχε η απλότης και η παιδική ψυχή του κυρ Δημητράκη. Κάθε λοιπόν που εξομολογείτο ο κυρ Δημητράκης, ο πατήρ Γεράσιμος έστρεφε το βλέμμα ψηλά προς τον τρούλον της βυζαντινής εκκλησίας που ευρίσκοντο, και έστελνε προς την εικόνα του Παντοκράτορος Χριστού, και δημιουργού των απάντων, το ίδιο αίτημα.

Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, αξίωσε με τον ανάξιον δούλον σου, να φτάσω τη αγαθότητα της ψυχής του δούλου σου Δημητρίου. Ευρίσκεται και σήμερα εδώ, γονυπετής εις το Ιερόν επιτραχήλιον, το οποίον η χάρις σου μου επέτρεψε να φορώ, και εξομολογείται το αγαθόν σου τούτον τέκνον, και κλαίει γοερώς διότι έκαμε σκέψιν «φαύλον», ανεπίτρεπτον εις Χριστιανόν, φέρων το Άγιον Μύρον και βάπτισμα. Έκαμε σκέψιν υλικήν, καθήμενος μεταξύ των άλλων θαμώνων συγχωριανών, εις το καφενείον του Γεωργίου, όπου θλίψη τον κατέβαλε, μην έχων τας δύο δεκάρας που απαιτούντο δια να παραγγείλει μιαν ρακί!

Η εν συνεχεία ανάλυσις εκ του ιδίου του εξομολογουμένου, περί του λογισμού της «μεγίστης» τοιαύτης αμαρτίας, είχεν ως εξής:

Εγώ το τέκνον Θεού, που κοινωνώ το σώμα και το αίμα του Χριστού, που έπαθεν και εσταυρώθη δια τας ιδικάς μου αμαρτίας, να ορεχθώ μίαν ρακί; Και σαν να μην έφτανε τούτον, έκαμον και σκέψεις βαρυγκόμιας, και παραπόνων, διότι κακώς ευρίσκομαι εις ένδειαν και δεν διαθέτω τας απαιτούμενας δεκάρας δια να λάβω μιαν ρακί. Ελησμόνησα μονομιάς όλα τα ελέη του Κυρίου και Σωτήρος μου και ονειρεύτηκα έναν άλλον χαρακτήρα από τοιούτον του Χριστιανού. Ηθέλησα ο ασυγχώρητος να ενδυδώ το ένδυμα του θεριακλή θαμώνος, ο οποίος πίνει την μίαν ρακί κατόπιν ετέρας. Ο Θεός με εφύλαξε την ύστατον στιγμήν, πατέρα Γεράσιμε, και δεν ορέχθηκα και ναργιλέν, μη γένοιτο. Ταύτα λέγω σοι και ο Θεός να με λυπηθεί. Αν με αφήσεις ακοινώνητον εις τον αιώνα, άδικον και κατάκριμα δεν θα έχεις από εμέ.

Κατόπιν τούτων, ο πατήρ Γεράσιμος συνκλαίων μετά του εξομολογουμένου κυρ Δημητράκη, έδωσεν συγχωρετικήν ευχήν και εντολήν να κοινωνήσει των Αχράντων μυστηρίων, κατά την νύχτα που θα ετελείτο η αγρυπνία των Χριστουγέννων. Ο κανών του δια τας «αμαρτίας» και τα «κρίματά» του, ήτο να προσφέρει και ούτος τάς υπηρεσίας του ως ιεροψάλτης είς το αναλόγιον κατά την αγρυπνίαν. Να έχει μόνον τον νούν του συγκεντρωμένον εις τον κανονάρχη, μιας και ο ίδιος είναι αγράμματος, δια να ακούει ακριβώς τας λέξεις και να μην γίνονται λάθη.

Επόμενη δια εξομολόγησιν ανέμενεν η Μαριώ, γυνή εξηκοντούτης, η οποία επέστρεψε προ δεκαετίας περίπου από την Χώραν πίσω εις το χωρίον όπου την ανέθρεψε. Αι γλώσσαι των χωριανών έλεγον πως σκοπίμως έλειψε λόγω του έκλυτου και αμαρτωλού βίου που διήγαγε όλα τα προηγούμενα χρόνια της απουσίας της. Το επιτραχήλιον του πατρός Γερασίμου έδειχνε λές να πλαταίνει, δια να χωρέσει και τούτο το τέκνον που προσήρχετο εις μετάνοιαν. 

Ο ιερεύς του υψίστου έστρεψε εκ νέου το βλέμμα του ψηλά προς τον Παντοκράτορα, λέγοντας νοερώς. Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου. Σὺ γὰρ βουλήσει ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμπαντα τῷ σῷ κράτει συνέχεις τὴν κτίσιν, καὶ τῇ σῇ προνοίᾳ διοικεῖς τὸν κόσμον. 

Και εδέχθη προς εξομολόγησιν την Μαρία λέγοντάς της.

Καλώς την Μαρία, που φέρει και το όνομα της Παναγίας μας και μητέρας όλων των ανθρώπων. Έλα, Μαρία μου, πλησίασε, μην διστάζεις. Τόσα χρόνια που υπηρετώ τον ύψιστο, δεν είδα τέκνον μετανοημένον και αμαρτίαν εξομολογουμένην, να διέρχεται εκ του Ιερού τούτου επιτραχηλίου ασυγχώρητος!
ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΡΑΓΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: