Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Ετοιμάσου, κοντεύει η ώρα ..



Ετοιμάσου, 
κοντεύει η ώρα ..

Ο Θεός κάποτε, 
έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ σε μια πολιτεία για να πάρει την ψυχή μιάς χήρας. 
Όταν ο αρχάγγελος έφτασε στο σπίτι της, βρήκε τη χήρα να ψυχορραγεί και να κρατά στην αγκαλιά της δύο μικρά παιδιά. 
Τα λυπήθηκε που θα έμεναν ορφανά και γύρισε στον Θεό χωρίς να φέρει την ψυχή της χήρας. 
Όταν ο Θεός τον ρώτησε γιατί δεν εκπλήρωσε την εντολή Του, εκείνος είπε·
- Άφησα τη μητέρα να ζήσει από συμπόνοια για τα δύο μικρά παιδιά της.
Μετά από αυτό, ο Θεός έστειλε τον Γαβριήλ να βγάλει ένα λιθάρι από τα βάθη της θάλασσας και να το ανεβάσει στον ουρανό. 
Ο αρχάγγελος ανέβασε το λιθάρι και ο Θεός τον διέταξε να το σπάσει. 
Το έκανε και βρήκε μέσα στο λιθάρι δύο ζωντανά σκουλήκια . 
Τότε ο Θεός τον ρώτησε·
- Ποιός τρέφει αυτά τα σκουλήκια που βρίσκονται μέσα στην πέτρα, στα βάθη της θάλασσας;
- Εσύ! Κύριε, απάντησε.
Αφού λοιπόν φροντίζω γι’ αυτά τα ταπεινά σκουλήκια, 
πώς μπορώ να αδιαφορώ για τον άνθρωπο που τον εξαγόρασα από την αμαρτία με το αίμα του Υιού μου;
Μετά από αυτό, ο Θεός έστειλε τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και πήρε την ψυχή της χήρας. 
Τον Γαβριήλ τον καταδίκασε για την ανυπακοή του 
να υπηρετεί τριάντα χρόνια έναν ασκητή και να τον φυλάει από κάθε κίνδυνο. 
Όταν θα περνούσαν τα τριάντα χρόνια, έπρεπε να πάρει την ψυχή του ασκητή και να την ανεβάσει στον ουρανό. 
Ο Γαβριήλ μεταμορφώθηκε σε μοναχό και εκτελούσε όλες τις προσταγές του ασκητή,
ο οποίος τον θαύμαζε για την υπακοή του αυτή.
Όμως όλο αυτό το διάστημα, 
ο αρχάγγελος δεν είχε γελάσει ούτε μια φορά!
Όταν κόντευαν να τελειώσουν τα τριάντα χρόνια της τιμωρίας, 
ο ασκητής τον έστειλε στην πόλη να αγοράσει ένα ζευγάρι υποδήματα που να κρατούσαν πάνω από χρόνο. 
Ο αρχάγγελος μόλις άκουσε τα λόγια αυτά, γέλασε. 
Ο ασκητής, που αγνοούσε ότι ο υποτακτικός του ήταν άγγελος, παραξενεύτηκε όταν τον είδε να γελάει για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. 
Γι’ αυτό, έστειλε μαζί του ένα μικρό καλογέρι για να παρακολουθεί τις κινήσεις του. 
Έτσι, ξεκίνησαν μαζί οι δύο καλόγεροι ώσπου συνάντησαν στον δρόμο ένα ζητιάνο που ζητούσε ελεημοσύνη. 
Ο Γαβριήλ μόλις τον είδε γέλασε πάλι. 
Συνέχισαν τον δρόμο τους, ώσπου συνάντησαν παρακάτω έναν Επίσκοπο κι έναν Έπαρχο που διάβαιναν περήφανοι μέσα στην άμαξά τους, με μεγάλη συνοδεία λαού να τους ακολουθεί. 
Τότε πάλι γέλασε ο Γαβριήλ, γυρίζοντας το πρόσωπό του από την άλλη μεριά. 
Όταν έφτασαν στην πόλη, είδαν ένα κλέφτη που είχε κλέψει ένα πήλινο αγγείο, και πάλι ξαναγέλασε. 
Αφού λοιπόν αγόρασαν τα υποδήματα που έψαχναν, 
γύρισαν στον ασκητή όπου το καλογέρι του διηγήθηκε όλα όσα είχε δεί και πως ο καλόγερος είχε γελάσει τρείς φορές. 
Ξαφνιασμένος ο ασκητής, ρώτησε τον μοναχό άγγελο·
- Πές μου τί σου συμβαίνει; 
- Τριάντα χρόνια με υπηρετείς και δεν σε είδα ποτέ να γελάς, 
   ενώ σήμερα γέλασες τέσσερις φορές.
- Μάθε πως είμαι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, του απάντησε. 
   Ο Θεός με έστειλε να πάρω κάποτε την ψυχή μιας χήρας που  κρατούσε στην αγκαλιά της δύο μικρά παιδιά. Εγώ όμως τα λυπήθηκα και άφησα τη χήρα ζωντανή. 
- Γι’ αυτό με τιμώρησε να σε υπηρετώ τριάντα χρόνια. Τώρα που συμπληρώθηκαν, έχω εντολή να πάρω την ψυχή σου στον ουρανό.
- Θέλεις τώρα να μάθεις γιατί γελούσα; Ακούσε ..
- Μ΄ έστειλες να σου πάρω υποδήματα για ένα χρόνο, ενώ εσύ θα  πεθάνεις μέσα σε τρείς μέρες. 
- Όταν άκουσα τον ζητιάνο να ζητάει ελεημοσύνη γέλασα, διότι στο μέρος που ζητιάνευε ήταν κρυμμένος θησαυρός τον οποίο αγνοούσε.
-  Όταν είδα τον Επίσκοπο και τον Έπαρχο γέλασα, διότι κατάλαβα πως ήταν τα δύο μικρά παιδιά της χήρας για την οποία τιμωρήθηκα να σε υπηρετώ. 
- Τέλος, ο κλέφτης με το πήλινο αγγείο μου προκάλεσε το γέλιο, διότι δεν μπορώ να καταλάβω πώς η λάσπη κλέβει τη λάσπη!
- Τώρα όμως ετοιμάσου, 
   γιατί κοντεύει η ώρα να φύγουμε. 

Μετά τις τρείς ημέρες ο ασκητής πέθανε, 
και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε την ψυχή του στον Θεό 
για να κριθεί. 

[Ορθόδοξη λαϊκή παράδοση]

Δεν υπάρχουν σχόλια: